Βιβλιοκριτική: "Άρωμα φουζέρ" της Γιούλης Χρονοπούλου | Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

 


Άρωμα φουζέρ
Συγγραφέας: Γιούλη Χρονοπούλου
Ημερομηνία έκδοσης: 04/2025
ISBN: 978-960-589-246-3
Σελίδες: 118
Εκδόσεις: Νήσος

Το άρωμα της μνήμης: άνθρωποι, αντικείμενα και ιστορίες στο Άρωμα φουζέρ της Γιούλης Χρονοπούλου

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου


Το Άρωμα φουζέρ της Γιούλης Χρονοπούλου (Νήσος, 2025, ISBN: 978-960-589-246-3) είναι μια συλλογή είκοσι πέντε διηγημάτων που, παρά την αυτοτέλεια των επιμέρους ιστοριών, παρουσιάζει έντονη εσωτερική συνοχή. Οι ήρωες, τα αντικείμενα, οι χώροι και οι διαφορετικές χρονικές στιγμές δημιουργούν ένα αφηγηματικό σύμπαν όπου το παρελθόν συναντά διαρκώς το παρόν. Ένα ταξίδι, ένα σπίτι, ένα οικογενειακό αντικείμενο, μια παλιά σχολική έκθεση ή μια γνώριμη μυρωδιά γίνονται αφορμές για να ξεδιπλωθούν προσωπικές ιστορίες και σχέσεις που έχουν διαμορφώσει τους ήρωες.

Η συνοχή της συλλογής δεν βασίζεται σε μια ενιαία πλοκή, αλλά σε ένα δίκτυο επαναλαμβανόμενων μοτίβων. Άνθρωποι, χώροι και αντικείμενα αποκτούν ιδιαίτερο αφηγηματικό βάρος και λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στις ιστορίες. Η βαλίτσα, το σπίτι, τα ακουστικά, η φωτογραφία, τα γράμματα, η σχολική έκθεση και το άρωμα δεν αποτελούν απλώς στοιχεία της πλοκής· μέσα από αυτά αποκαλύπτονται σχέσεις, επιλογές, αποχωρισμοί και αλλαγές που εκτείνονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Ήδη από τον τίτλο, το άρωμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για κάτι άυλο και αόρατο, το οποίο όμως μπορεί να συνδέσει το παρόν με μια παλαιότερη εμπειρία. Στο ομώνυμο διήγημα συνδέεται εξαρχής με τη μητέρα και την παιδική ηλικία: «Η μητέρα της, ωραία γυναίκα, κοκέτα κι αρχοντική, συνήθιζε να αρωματίζει με άρωμα φουζέρ εκείνη και την αδελφή της όταν ήταν μικρές» (σ. 69). Η συγκεκριμένη λεπτομέρεια αποκτά σταδιακά μεγαλύτερη σημασία, καθώς η μυρωδιά συνδέεται με την εικόνα της μητέρας και με έναν κόσμο που ανήκει πλέον στο παρελθόν.

Το άρωμα λειτουργεί επομένως ως ένας ιδιαίτερος τρόπος ανάκλησης. Δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί μια ολόκληρη ιστορία για να επιστρέψει μια εποχή, αλλά αρκεί ένα αισθητηριακό ερέθισμα. Με αυτόν τον τρόπο, η όσφρηση γίνεται στην αφήγηση ένας δρόμος προς την παιδική ηλικία και προς τη σχέση μητέρας και κόρης.

Ο τίτλος αποκτά παράλληλα μεταφορική σημασία για ολόκληρη τη συλλογή. Όπως ένα άρωμα αποτελείται από διαφορετικές «νότες» που συνδυάζονται και δημιουργούν μια ενιαία αίσθηση, έτσι και τα διηγήματα διαφέρουν ως προς τους ήρωες, τις εποχές και τις ιστορίες τους, αλλά συνυπάρχουν μέσα σε ένα κοινό αφηγηματικό κλίμα. Η συλλογή δεν χρειάζεται μια ενιαία πλοκή για να αποκτήσει ενότητα. Η ενότητα δημιουργείται μέσα από τις επαναλήψεις μοτίβων, αισθήσεων και ανθρώπινων εμπειριών.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το διήγημα «Η βαλίτσα» (σσ. 9-12), όπου ένα καθημερινό αντικείμενο συνδέεται με μια ολόκληρη βιογραφία. Η ηρωίδα, σε ηλικία εβδομήντα ετών, ταξιδεύει μόνη για πρώτη φορά στο εξωτερικό, πραγματοποιώντας ένα όνειρο που είχε στερηθεί όσο ζούσε ο άντρας της. Η αφήγηση σημειώνει ότι «ο θάνατός του μ’ έναν τρόπο την απελευθέρωσε, σαν να έγιναν ξαφνικά τα σπασμένα της φτερά» και ότι τώρα θα πραγματοποιούσε «τον καθυστερημένο, δικό της γύρο του κόσμου» (σ. 9).

Η λέξη «καθυστερημένο» συμπυκνώνει την ιδιαίτερη σημασία του ταξιδιού. Η ηρωίδα δεν ξεκινά απλώς για έναν καινούργιο προορισμό.  Επιχειρεί να διεκδικήσει, έστω αργά, μια δυνατότητα που είχε μείνει ανεκπλήρωτη. Η βαλίτσα γίνεται έτσι σύμβολο μετάβασης: κουβαλά μαζί της όσα προηγήθηκαν, αλλά ταυτόχρονα σηματοδοτεί το άνοιγμα προς μια διαφορετική φάση ζωής.

Ακόμη πιο έντονα η σχέση ανθρώπου και χώρου αναπτύσσεται στο διήγημα «Αποχαιρετισμός» (σσ. 13-19), όπου αφηγητής είναι το ίδιο το σπίτι. Η επιλογή αυτή αντιστρέφει τη συνηθισμένη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον χώρο: δεν είναι ο άνθρωπος που θυμάται το σπίτι, αλλά το σπίτι που μοιάζει να θυμάται τους ανθρώπους. Η επανάληψη του «Βλέπω» οργανώνει την αφήγηση: «Βλέπω το μεγάλο γραφείο… Βλέπω και τον πατέρα…».

Το σπίτι λειτουργεί σαν ζωντανό αρχείο μιας οικογενειακής ζωής. Τα δωμάτια και τα αντικείμενά του συγκρατούν εικόνες και περιστατικά, ενώ η επικείμενη κατεδάφιση αποκτά ευρύτερη σημασία, καθώς σηματοδοτεί το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου. Ωστόσο, όσα έχουν συνδεθεί με τον χώρο δεν εξαφανίζονται μαζί του· μεταφέρονται στη φωνή της αφήγησης.

Παρόμοια λειτουργία αποκτούν τα ακουστικά στο διήγημα «Άσπρα ακουστικά» (σσ. 90-94). Στην αρχή λειτουργούν ως προστασία απέναντι στον ρατσισμό, στα πειράγματα και στον κοινωνικό αποκλεισμό, ενώ παράλληλα συνδέονται με την απουσία της μητέρας: «η ασπίδα μου αντί για σένα, μητέρα» (σ. 92). Στο τέλος, όμως, η σημασία τους μεταβάλλεται. Ο ήρωας αισθάνεται ότι «το μέσα μου έχει μαλακώσει πια» και τα ακουστικά «παίζουν απαλά μουσική» (σ. 94). Το ίδιο αντικείμενο που αρχικά χρησίμευε ως άμυνα μετατρέπεται σε μέσο ηρεμίας και εσωτερικής συμφιλίωσης.

Στο διήγημα «Η έκθεση» (σσ. 23-34), η σύνδεση διαφορετικών χρονικών στιγμών πραγματοποιείται μέσα από ένα παλιό σχολικό κείμενο. Ο ήρωας βρίσκει μια έκθεση γραμμένη από ένα δωδεκάχρονο κορίτσι και, μέσα στο βασικό αφήγημα, εισάγεται η φωνή του παιδιού: «Εδώ θ’ αφήσουμε ένα κομμάτι της ψυχής μας…» και «Σε χαιρετώ, λοιπόν, σαν μια χαρούμενη εποχή που πέρασε» (σ. 25).

Ο εγκιβωτισμός της έκθεσης μέσα στο διήγημα δεν αποτελεί μόνο αφηγηματική τεχνική. Επιτρέπει σε μια παιδική φωνή να επανέλθει χρόνια αργότερα και να συναντήσει έναν ενήλικο αναγνώστη. Ο ήρωας αναζητά το πρόσωπο που έγραψε το κείμενο και ανακαλύπτει ότι το κορίτσι της έκθεσης είναι πλέον η καθηγήτριά του στο νυχτερινό σχολείο: «Το κορίτσι της έκθεσης ήταν εδώ, καθηγήτριά του στο νυχτερινό σχολείο…» (σ. 32).

Έτσι δημιουργείται ένας ιδιότυπος κύκλος. Το παιδί που κάποτε έγραφε για το σχολείο γίνεται αργότερα εκείνο που βοηθά έναν άλλον άνθρωπο να επιστρέψει στη μάθηση. Η γραφή λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικές ηλικίες και ζωές, αποδεικνύοντας ότι ένα κείμενο μπορεί να συνεχίσει να δρα πολύ μετά τη στιγμή που γράφτηκε.

Από τα παραπάνω προκύπτει ένας κυκλικός τρόπος οργάνωσης της συλλογής. Οι ιστορίες συχνά ξεκινούν από ένα γεγονός του παρόντος και οδηγούνται σε μια προηγούμενη εμπειρία, για να επιστρέψουν τελικά στο παρόν με διαφορετικό νόημα. Ο κύκλος αυτός μπορεί να αποδοθεί σχηματικά ως: ζωή – απώλεια – ανάκληση – αφήγηση – νέα εμπειρία.

Η ίδια λογική εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές στα διηγήματα:  «Η έκθεση» χρησιμοποιεί το γραπτό κείμενο, το «Άρωμα φουζέρ» την όσφρηση, ο «Αποχαιρετισμός» τον χώρο και τα «Άσπρα ακουστικά» τον ήχο. Έτσι, οι ιστορίες επικοινωνούν μεταξύ τους χωρίς να χάνουν την αυτοτέλειά τους.

Η χρήση διακειμένων ενισχύει αυτή την αίσθηση. Αναφορές στη μουσική, στη λογοτεχνία, στην ιστορία και στη μυθολογία διευρύνουν τον ορίζοντα των ιστοριών και συνδέουν την προσωπική εμπειρία με ένα ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο.

Ανάλογη λειτουργία έχει και η γλώσσα. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, οι εικόνες, τα χρώματα και οι γεύσεις προσδίδουν στις αφηγήσεις έντονη αισθητηριακή διάσταση. Οι επαναλήψεις και οι απαριθμήσεις δημιουργούν μια ροή που συχνά θυμίζει τον συνειρμικό τρόπο με τον οποίο επανέρχονται οι αναμνήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το επαναλαμβανόμενο «Βλέπω» στον «Αποχαιρετισμό», μέσα από το οποίο η αφήγηση μετακινείται από τον έναν χώρο στον άλλον και από τη μία εικόνα στην επόμενη.

Η ερμηνεία της συλλογής συμπληρώνεται από το εξώφυλλο. Το έντονο πορτοκαλί φόντο και το μεγάλο μαύρο μπουκάλι δημιουργούν μια ισχυρή οπτική αντίθεση, ενώ ο τίτλος βρίσκεται επάνω στο ίδιο το αντικείμενο. Έτσι, το μπουκάλι γίνεται ταυτόχρονα εικόνα του τίτλου και σύμβολο του βιβλίου.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι δεν απεικονίζεται το ίδιο το άρωμα, αλλά το δοχείο που το περιέχει. Το αόρατο αποκτά υλική μορφή μέσω του δοχείου του. Αντίστοιχα, στα διηγήματα αντικείμενα και χώροι συγκρατούν ιστορίες: η βαλίτσα, το σπίτι, τα ακουστικά, η φωτογραφία, το χαρτί και η σχολική έκθεση λειτουργούν ως φορείς εμπειριών που διαφορετικά θα έμεναν άπιαστες. Με αυτή την έννοια, το ίδιο το βιβλίο γίνεται το τελικό «δοχείο» όλων αυτών των ιστοριών.

Το Άρωμα φουζέρ είναι μια συλλογή στην οποία διαφορετικές ζωές συναντώνται μέσα από αντικείμενα, χώρους, αισθήσεις και αφηγηματικές φωνές. Η βαλίτσα συνδέεται με μια ζωή που αναζητά την ελευθερία της, το σπίτι κρατά μέσα του μια οικογενειακή ιστορία, τα ακουστικά μετατρέπονται από άμυνα σε ηρεμία και μια σχολική έκθεση ταξιδεύει από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Με διαφορετικούς τρόπους, όλα αυτά δείχνουν ότι το παρελθόν δεν αποτελεί απλώς κάτι που έχει τελειώσει, αλλά μπορεί να επανέλθει μέσα από μια εικόνα, έναν ήχο, ένα αντικείμενο ή μια λέξη.

Η συλλογή αποκτά έτσι την ενότητά της όχι επειδή οι ιστορίες διηγούνται την ίδια ιστορία, αλλά επειδή συνομιλούν μεταξύ τους. Κάθε διήγημα προσθέτει μια διαφορετική «νότα» στο σύνολο, ενώ οι επαναλαμβανόμενες αισθήσεις και εικόνες δημιουργούν μια κοινή ατμόσφαιρα. Η λογοτεχνία λειτουργεί εδώ ως χώρος όπου όσα έχουν απομακρυνθεί μπορούν να επιστρέψουν, όχι απαραίτητα για να αλλάξουν, αλλά για να αποκτήσουν ξανά φωνή.

Ίσως γι’ αυτό η πιο χαρακτηριστική εικόνα για ολόκληρη τη συλλογή βρίσκεται στο τέλος του ομώνυμου διηγήματος, όταν το άρωμα απλώνεται «πάνω της, μέσα της, γύρω της» και η αφήγηση καταλήγει στη φράση «Άρωμα στους αιώνες» (σ. 70). Η φράση αυτή λειτουργεί σαν το τελευταίο άνοιγμα του βιβλίου προς τον χρόνο. Δεν περιγράφει μόνο μια στιγμή· αφήνει την αίσθηση ότι κάτι από όσα προηγήθηκαν εξακολουθεί να υπάρχει, πέρα από τα όρια της συγκεκριμένης ιστορίας.

Και ίσως αυτή να είναι τελικά η βαθύτερη λειτουργία της συλλογής: να δείξει πως οι άνθρωποι, οι χώροι και οι στιγμές δεν τελειώνουν πάντοτε εκεί όπου τελειώνει η παρουσία τους. Μπορούν να συνεχίσουν μέσα σε ένα αντικείμενο, σε μια φράση, σε μια εικόνα ή σε μια μυρωδιά. Όταν η ιστορία τελειώνει, μένει ακόμη κάτι από αυτήν − σαν ένα άρωμα που δεν βλέπουμε, αλλά εξακολουθούμε να αισθανόμαστε.


 Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο θα βρείτε εδώ. 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια