Βιβλιοκριτική για το βιβλίο "Οι 40 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο μου" της Μαριέττας Αυγερινού Βαμβακά | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Συγγραφέας: Μαριέττα Αυγερινού Βαμβακά
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 58
Εκδόσεις: Βακχικόν


                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Μερικά πράγματα στη ζωή μας τα θεωρούμε δεδομένα, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι. Και, δυστυχώς, το αντιλαμβανόμαστε αργά, όταν αυτά τα δεδομένα σταθούν μετέωρα στα ξαφνικά κι εμείς, αδύναμα όντα ενός κόσμου υποκριτή, δέσμιοι της ασημαντότητάς μας, βρεθούμε μονάχοι κι αβοήθητοι στο χείλος ενός καταναγκαστικού γκρεμού, που, δύσκολα πια, μπορούμε να αποφύγουμε. Υπερβολική αυτοπεποίθηση, θα λέγαμε. Ναι, κάπως έτσι. Κι ο εγωισμός ολοένα κι εθελοτυφλεί, καθώς προβάλει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί το παντοδύναμο εγώ του, μη γνωρίζοντας πως κάπου παρακάτω η δύναμή του κινδυνεύει στο σκοτάδι.
Το κακό δε θα ’ρθει σε μας.
Το κακό δε θα χτυπήσει τη δική μας πόρτα. Ίσως κάπου δίπλα, σε κάποιον άλλον.
Μα τι μας νοιάζει για τους άλλους;
Κι εκεί αρχίζει η συμφορά. Τα δεδομένα κινδυνεύουν. Η πραγματικότητα μεταμορφώνεται σε τραγικότητα. Η σιγουριά αργοπεθαίνει κι ο εγωισμός γίνεται φόβος, εφιάλτης ζωντανός κι ακατανίκητος.
Η ζωή χαρίζεται ως δώρο στους ανθρώπους. Μα πόσοι, αλήθεια, εκτιμούν αυτό το θείο δώρο; Η υγεία μας, λέμε, είναι το παν. Και στέκει πρώτη σε κάθε μας ευχή, σε κάθε προσευχή. Μα πώς παρακαλεί κανείς για την υγεία του, όταν δεν την προσέχει καθόλου; Όταν φέρεται εγωιστικά, όχι μόνο απέναντι στους άλλους, μα και στον ίδιο του τον εαυτό; Προσέχω τον εαυτό μου σημαίνει, προσέχω και τον χώρο μέσα στον οποίο βρίσκομαι, τον χώρο που με περιβάλει, το περιβάλλον μου. Ποιος όμως τον προσέχει; Κανείς. Κι εκείνο εκδικείται. Και στρέφει τα πλοκάμια του ενάντια στον άνθρωπο. Γιατί αυτός ευθύνεται για την κατάντια του, αυτός ευθύνεται για τα παθήματά του και για όλες τις αρρώστιες που γεννιούνται κάθε μέρα τραυματίζοντάς τον ψυχικά και σωματικά. Μα, ως συνήθως, ο υπαίτιος ούτε που το καταλαβαίνει. Στηρίζεται στην επιστήμη που ο ίδιος δημιούργησε και κινείται και πάλι επιθετικά, δίχως να κάνει κάτι για να διορθώσει τα ίδια του τα σφάλματα. Κι έτσι φτάνουμε στα άκρα. Θάνατος είναι η κατάληξη. Επαναλαμβανόμενος θάνατος. Θάνατος που χτυπάει όλες τις πόρτες των σπιτιών, δίχως να κάνει εξαιρέσεις.
Και ξαφνικά φτάνουμε στο σήμερα, σ’ αυτό το εφιαλτικό σήμερα που, ποιος κι αν δεν ευχήθηκε να είχε αποφύγει. Πανδημία η διάγνωση. Και η συνέπεια; Στέρηση ελευθερίας. Ο άνθρωπος καταναγκάζεται να κλειστεί στον εαυτό του. Μα, εκείνο δεν ήθελε εξαρχής; Όχι, κάτι τέτοιο ούτε που μπορούσε να το διανοηθεί. Σαράντα ολόκληρες ημέρες εγκλωβισμένος μέσα σε ένα σπίτι, δίχως να μπορεί να δει τους ανθρώπους του, τους συγγενείς του, τους φίλους του, δίχως υπόνοια για ζωή, μόνο μ’ ελπίδα πως το κακό την Άνοιξη θα φύγει.
Με αφορμή αυτές τις σαράντα ημέρες του καταναγκαστικού εγκλεισμού, τις ημέρες που και η ίδια η γράφουσα εξηγεί πως, όχι, δεν προέκυψαν τυχαία, η Μαριέττα Αυγερινού Βαμβακά μας παρουσιάζει το νέο της βιβλίο με τίτλο «Οι 40 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Φίλντισι».
Φυσικά, η ιστορία της δεν αναφέρεται στο πώς τη βίωσε η ηρωίδα της την περίοδο αυτή. Προς έκπληξη όλων, η ιστορία της μεταφέρεται στα χρόνια του Εμφύλιου πολέμου, τότε που οι Έλληνες, βγαίνοντας νικητές, μα και κουρασμένοι από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κερδίζοντας με αίμα και θυσίες την ελευθερία τους, δεν πρόλαβαν να χαρούν το κατόρθωμά τους και ρίχτηκαν και πάλι στον πόλεμο, πολεμώντας το ίδιο τους το αίμα, τα αδέρφια τους. Οι σαράντα ημέρες του βιβλίου αφορούν μια κρίσιμη περίοδο για την ιστορία της Ελλάδας, τότε που χύθηκε αρκετό ελληνικό αίμα για το τίποτα. Την ιστορία μας την αφηγείται η ίδια η γράφουσα ως πραγματική ηρωίδα αυτής της ιστορίας, που, σημειωτέον, είναι αληθινή. Ο εγκλεισμός, που όλοι μας κάνουμε λόγο τελευταία, υπήρξε και άλλοτε, πιο χυδαίος, πιο ασφυκτικός, πιο απάνθρωπος.
Ο άνθρωπος στο επίκεντρο.

«Εγωιστής, άπληστος, υπερκαταναλωτής» (Σελ. 7),

Ο άνθρωπος υπερκατακτητής. Πόλεμος.

«και πάλι πόνος, αίμα, δάκρυα, φόβος, πείνα, θάνατος» (Σελ. 11)

Κυνηγητό. Συλλήψεις. Βασανιστήρια. Ομαδικές εκτελέσεις. Θυσίες. Αντίσταση. Και πάλι νίκη. Μα ποιος πρόλαβε να χαρεί τη νίκη; Ένας διχασμός ήρθε κι απλώθηκε ανάμεσα στ’ αδέρφια, σ’ έναν λαό που υπέφερε, μα δεν έμαθε.

«ένας λαός νικητών χωρίζεται στα δυο. Όλεθρος» (Σελ. 11)

«Υπάρχει μεγαλύτερο κακό από τον πόλεμο; Ο εμφύλιος πόλεμος» (Σελ. 12)

Σ’ ένα τριώροφο σπίτι διαδραματίζεται η δική της ιστορία. Είναι το σπίτι της νόνας της, δηλαδή της γιαγιάς της. Πρόκειται για το σπίτι που έμελε να φιλοξενήσει το Δεκέμβριο του 1945 τριάντα τέσσερα άτομα. Τριάντα τέσσερα άτομα, λοιπόν, κλεισμένα  σε ένα σπίτι για σαράντα ημέρες, λόγω εμφυλίου πολέμου. Πόσο λυπηρό να χωρίζεται ένα κράτος που άντεξε τόσους πολέμους για μια ιδεολογία;
Σ’ αυτές τις σαράντα ημέρες, τις οποίες περιγράφει με απόλυτη λεπτομέρεια η γράφουσα, που απαγορευόταν η κυκλοφορία στους δρόμους λόγω πολέμου, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί το πόσο μεγάλη ευθύνη φέρει ο ίδιος άνθρωπος για την κατάντια του, πόσες τραυματικές εμπειρίες προκαλούν οι φιλοδοξίες του και σε πόσο μεγάλη παρακμή οδηγεί η ανευθυνότητά του το περιβάλλον. Οι επιπτώσεις, φυσικά, βαραίνουν το σύνολο του πληθυσμού και περισσότερο τους απλούς κι αδύναμους ανθρώπους, οι οποίοι, δέσμιοι των μερικών, γεύονται πρώτοι απ’ όλους τις επιπτώσεις της απόλυτης αποτυχίας.
Η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της με απλό διηγηματικό τρόπο, σαν να επρόκειτο για παραμύθι. Άλλωστε, μας καθιστά γνωστό εξαρχής, πως ο βασικός αναγνώστης αυτής της ιστορίας είναι η δεκάχρονη εγγονή της και η αφορμή που ξεκίνησε να της τη διηγείται είναι για να της επισημάνει πως ο τωρινός εγκλεισμός δεν είναι ο μοναδικός που έχει βιώσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Υπήρξε και χειρότερος απ’ αυτόν στο παρελθόν.
Η ιστορία της επαναφέρει τις άσχημες μνήμες του πολέμου, τότε που πρωταγωνιστούσε η πείνα, τότε που κυριαρχούσε ο φόβος, τότε που η κοινωνική εξαθλίωση ήταν μια συνήθης πραγματικότητα. Το ηθικό της δίδαγμα είναι εμφανές. Ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει περισσότερα δεινά απ’ όσα φαντάζεται στοχεύοντας πάντα σε ένα καλύτερο μέλλον. Ο εγκλεισμός του 2020 δε θυμίζει σε τίποτα τον εγκλεισμό του 1945. Όμως και οι δυο τους είχαν τον ίδιο παρονομαστή, την απειλή του θανάτου.
Ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, ευκολοανάγνωστο, με αρκετή δόση συγκίνησης, γεμάτο ρεαλιστικές εικόνες του παρελθόντος, για μικρούς και μεγάλους.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Όσο καιρό μείναμε κλεισμένοι στα σπίτια μας, λόγω κορωνοϊού επικοινωνούσα με την αγαπημένη μου εγγονή, τη Δάφνη, μέσω skype.

-Γεια σου, Νόνα, τι κάνεις;
-Καλά είμαι, ομορφιά μου, εσύ πώς τα πας;
-Δεν τα… πάω, αφού από αύριο δεν πάμε πουθενά, μένουμε σπίτι.
-Ελπίζω να μην είναι για πολύ. Έλεγα το Σάββατο, να σου μαγειρέψω πίτα και μαριδάκια.
-Μμμμ… ο μπαμπάς άλλα λέει για τον κορωνοϊό που είναι αρρώστια και κολλάνε οι άνθρωποι. Και στην τηλεόραση το λένε. Άκου τώρα! Θα κλειστούμε μέσα; Τι; Φυλακή θα είμαστε δηλαδή; Α’ στο καλό.
-Όχι φυλακή, κοριτσάκι μου. Στα σπίτια μας θα κλειστούμε, αφού αυτός είναι ο τρόπος, λένε οι επιστήμονες, να νικήσουμε τον κορωνοϊό. Να μην κολλάμε ο ένας τον άλλον.
-Ναι, καλά, βρε Νόνα, για να σου λέγανε εσένα, όταν ήσουνα δέκα χρονών, να κλειστείς μέσα, εσύ που όλο μας λες ότι δε ζεις χωρίς το «έξω», χωρίς τις βολτάντζες σου;
-Στάσου! Στάσου! Τώρα που το λες, κι εγώ στην ηλικία σου, είχα κλειστεί στο σπίτι, στο σπίτι της Νόνας μου, σαράντα μέρες, στον Εμφύλιο.
-Α, Νόνα! Αλήθεια; Αχ, θέλει ο μπαμπάς το skype, έχει μάθημα με τους φοιτητές του. Θα μου την πεις όμως αυτή την ιστορία, ναι;
Και της την έγραψα.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα, Μαριέττα Αυγερινού Βαμβακά:


Η Μαριέττα Αυγερινού γεννήθηκε στην Αθήνα.
Εργάσθηκε εφτά χρόνια στην εφημερίδα «Η Βραδυνή», στη γυναικεία στήλη γενικού ενδιαφέροντος της «Κας ΑΛΦΑ».Τον ίδιο καιρό, δημοσιεύονταν διηγήματά της στη Φιλολογική Βραδυνή.
Από το 1986 και το 1989, στη Βραδυνή και στη Βραδυνή της Κυριακής, στα πλαίσια του Ελεύθερου Ρεπορτάζ, δημοσιεύονται άρθρα της κοινωνικού ενδιαφέροντος:Φεμινισμός-Κακοποιημένη γυναίκα-Οικολογία-Παιδί-εφηβεία.
Την ίδια περίοδο κρατά τη στήλη «Ελλάδα είναι κι αυτά» απ’ την οποία προβάλλονται κυρίως προβλήματα της επαρχίας.
Παράλληλα και μέχρι το 1980, συνεργάζεται στο ραδιόφωνο (Ε.Ι.Ρ.) και γράφει τις εκπομπές: «Η ώρα της Αγρότισσας» (1957-1960), «Νοσταλγίες-Αναμνήσεις» (1957-1960).
Από το 1963 έως το 1980 γράφει τις παιδικές εκπομπές: «Κοντά στη μανούλα», παραμύθια για παιδιά προσχολικής ηλικίας, «Κόκκινη Κλωστή δεμένη...», θεατροποιημένα δικά της παραμύθια, «Θεατρικά έργα για μεγάλα παιδιά».

Στο χώρο του παιδικού βιβλίου, εμφανίζεται με την «Τιμωρία της σφήκας» (εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979). Ακολουθούν: «Η Κατερίνα η αντισταχτοπούτα» (εκδόσεις ΑΙΧΜΗ 1980), «Ο φυλακισμένος που... κλαίει» (εκδόσεις Α.Σ.Ε. 1982) και «Τα τούβλα ξυπνήσανε», το 2007, από τις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ. Το 2007, επανεκδόθηκε «Ο φυλακισμένος που κλαίει», επίσης από τις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ.