Νέα αγωγή: Ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Λίχνου

 

 

«Ανήθικο» και «παντελώς αχρείο»· έτσι αποκαλούσε τελευταία τον εαυτό του. Μα αντί να καταρρέει υπό το βάρος τέτοιων κατηγοριών, έδειχνε να λαμβάνει κάποιου είδους νοσηρή ικανοποίηση απ' τα κοσμητικά αυτά επίθετα, με τα οποία στόλιζε το άτομο του.

 

Τα έβρισκε εξίσου ταιριαστά με το «αλιτήριος» που χρησιμοποιούσε μέχρι προσφάτως, γιατί, καθώς φαίνεται, είχε από καιρό χάσει κάθε ψήγμα εγωισμού κι αυταρέσκειας. Πλέον επέλεγε τους πιο μειωτικούς χαρακτηρισμούς για να αναφέρεται ενδιάθετα στο πρόσωπο του και έβρισκε, είναι η αλήθεια, τόσους πολλούς υβριστικούς προσδιορισμούς για να αυτοχαρακτηρίζεται, που πια ήταν αδύνατον να τους συγκρατεί όλους, ακόμη κι ο ίδιος. Μέχρι και την μνήμη του κατηγορούσε πως ήταν νωθρή λοιπόν, παρόλο που θεωρούνταν νέος κι ακμαιότατος για την εποχή μας. Είχε φτάσει όμως, όπως έδειχνε να πιστεύει, σε μια ηλικία που δεν μπορούσε άλλο να ξεχειλώνει τον εαυτό του και διαρκώς να τον επανασυνθέτει. Δεν ήταν πια παιδί, ώστε να περιμένει να γίνει κάποιος σαν μεγαλώσει, ούτε μπορούσε να φέρει αιωνίως το τίτλο του «φερέλπιδος νέου» που έχει ολάκερη ζωή μπροστά του. Πλέον είχε διαμορφωθεί ως προσωπικότητα και προσδοκούσε να γευτεί μια κάποια εσωτερική σταθερότητα και, αν ήταν εφικτό, να αποκτήσει μια αίσθηση ταυτότητας κι ακεραιότητας του χαρακτήρα.

 

Τώρα που εργαζόταν ως υπάλληλος σε κάποια δημόσια υπηρεσία, έβλεπε τον κόσμο αρκετά διαφορετικά απ' ό,τι παλιότερα. Έκτοτε που δέχτηκε την πρώτη του προαγωγή μάλιστα, απολάμβανε τον σεβασμό των συναδέλφων, μα και του προϊσταμένου του. Το μόνο κακό ήταν πως είχε πέσει όμως στη δυσμένεια του εαυτού του. Βλέπεται, στο χώρο που εργάζεται, δεν προσελήφθη ακριβώς αξιοκρατικά, αλλά αυτό δεν έδειχνε αρχικά να τον επηρεάζει διόλου. Το ίδιο είχε συμβεί και παλιότερα, όταν υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία, μα όλως τυχαίως κατόρθωνε διαρκώς να επισκέπτεται ως αδειούχος το σπίτι του. Και τότε, όπως και τώρα, ειδικής μεταχείρισης έχαιρε, μα δεν ήταν ο μόνος. Γιατί να χολοσκάει λοιπόν; Με το σταυρό στο χέρι, κανένας δεν πρόκοψε.

 

Οι μικρές παρασπονδίες στις οποίες είχε υποπέσει φάνταζαν ασήμαντες, καθώς αποτελούσαν για τους πάντες κοινή πρακτική κι εκείνος δικαιολογούνταν απόλυτα· όντας νέος που προσαρμοζόταν στις συνθήκες και εξερευνούσε στον κόσμο τριγύρω του. Παράλληλα με τον κόσμο, διερευνούσε φυσικά και τον εαυτό του τον ίδιο, μα εκείνον τον έκρινε με εξωφρενική επιείκεια· λογαριάζοντας τον ασχημάτιστο κι εύπλαστο. Αργότερα, σαν τ' αποφάσιζε, θα ήταν ικανός να σταθεροποιηθεί σ΄ όποιο καλούπι επέλεγε και να πορευτεί όπως έκρινε εκείνος σωστά. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, ως μια σειρά πλημμελημάτων μπορούσε να περιγράψει το βίο του· έγκλημα δεν είχε διαπράξει κανένα. Για την ώρα, δεν μπορούσε παρά να συνεχίζει το δρόμο του, να συμπλέει με τις κοινωνικές νόρμες και να συμμορφώνεται με το σύστημα αξιών των γονιών του.

 

Είχε μείνει, προτού διοριστεί, άνεργος για κάμποσους μήνες και συνειδητοποίησε το διάστημα εκείνο πως, εφόσον οι προσφερόμενες θέσεις απασχόλησης είναι λιγοστές, θα έπρεπε να αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία που θα του δινόταν.  Αμέτρητες φορές είχε πιάσει τότε τον εαυτό του να τριγυρνά μάταια έξω απ' τα γραφεία εύρεσης εργασίας ή να ξεφυλλίζει άπελπις τις μικρές αγγελίες. Πριν προλάβει να τον διεκδικήσει η απογοήτευση όμως, μεσολάβησαν οι γνωριμιές των δικών του για να τον βγάλουν από τη δύσκολη θέση. Το σκέφτηκε σοβαρά, βέβαια, αν θα έπρεπε να δεχτεί την ευεργεσία αυτή που του προσφερόταν ανέξοδα, καθώς κι αν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει τυχόν κατηγορίες που θα εξαπολύονταν εναντίον του απ' το φιλικό και συγγενικό του περιβάλλον. Το να παρέμενε άνεργος όμως, ενώ συνάμα θα είχε εξαγριώσει τους γονείς του, φάνταζε αποτυχία πολύ μεγαλύτερη από τη χρήση αθέμιτων μέσων για την απόκτηση μιας ταπεινής θέσεως εργασίας.

 

Την κατακραυγή ένιωθε βέβαιος πως θα μπορούσε να την αντέξει. Η μικρή κοινωνία, στην οποία ζει, μπορεί να ενοχλείται με το παραμικρό, αλλά τελικά αποδέχεται και χωνεύει τα πάντα. Κι όσοι θα σπεύσουν να τον επικρίνουν, εάν βρισκόταν στη θέση του, το ίδιο με εκείνον δεν θα έπρατταν άλλωστε; Κανείς δεν είναι αμέμπτου ηθικής σήμερα κι αυτή η διαπίστωση είναι από μόνη της ικανή να απενοχοποιήσει κάθε έκνομη συμπεριφορά και ατασθαλία. Καιρό ήταν λοιπόν, να το πάρει απόφαση. Θα γινόταν κι εκείνος, ένας από αυτούς που καθημερινά τους κατακρίνουνε ανενδοίαστα όλοι, μα ενδόμυχα τους ζηλεύουν και τους επαινούν. «Ένας ακόμη αμοραλιστής αριβίστας»!

 

Αυτός θα ήταν ένας τίτλος που θα μπορούσε να τον αποδώσει στον εαυτό του δικαιωματικά. Κι εφόσον θα τον έφερε επάξια, θα αποτελούσε αντικείμενο παραδειγματισμού για τους υπόλοιπους και θα πρόσφερε, με τη στάση ζωής του, επαρκή δικαιολογία για αναρίθμητες μελλοντικές ανομίες. Κάπως έτσι δημιουργούνται τα πρότυπα άλλωστε. Χέρι με χέρι περνάει στους επόμενους η σκυτάλη της παράδοσης, μέσω της μίμησης. Και οι νέες γενιές, για να καλύψουν τις πομπές τους, δεν θα χρειάζονται τίποτα πιότερο, απ' το να στρέψουν το δάχτυλο στους προγενέστερους.

 

Στην τελική, κι εκείνος το ίδιο δεν έκανε; Περπάτησε ένα δρόμο, που τον είχαν στρώσει άλλοι, πριν απ' αυτόν. Κι όσο θα ακολουθούν όλοι, την αγία τούτη πεπατημένη, τόσο η φαυλότητα θα σκεδάζετε προς κάθε κατεύθυνση και θα εμποτίζει τις συνειδήσεις. Oποιοδήποτε διαφορετικό μονοπάτι είναι δύσβατο, σε κάθε στροφή του καραδοκούν Λαιστρυγόνες και η τόλμη που απαιτείται για να το περπατήσει κανείς, δεν γίνεται να βρεθεί σ' εμάς τους συνηθισμένους ανθρώπους. Ίσως ακόμη και ο πολύτροπος Οδυσσέας, ο πιο περιβόητος των πλανήτων, να λιποψυχούσε εάν γνώριζε εκ των προτέρων τα προσκόμματα που θα συναντούσε μέχρι να προσαράξει στη πολυπόθητη Ιθάκη του. Το σώφρων άλλωστε, δεν είναι να περιπλανιόμαστε σε μονοπάτια επίφοβα, αλλά το να πορευτεί ο καθένας μας όσο το δυνατόν πιο ασφαλώς και ακόπιαστα. Πολυμήχανος σήμερα, είναι αυτός που επιδεικνύει επινοητικότητα στην εξεύρεση ατομικών λύσεων και διαπρέπει στην αποποίηση κάθε περιττής υποχρέωσης και κάθε είδους ευθύνης.

 

«Στυγνός πρακτικιστής» το λοιπόν· κι αυτός θα μπορούσε να ήταν ένας τίτλος ταιριαστός για εκείνον. Είχε άλλωστε, από καιρό διακόψει κάθε σχέση με τα νεανικά του οράματα, το ομολογούσε με κάθε ευκαιρία κι ο ίδιος. Μπορούσε να δηλώνει με αυθάδεια δύσπιστος απέναντι σ' όλες τις θεωρίες και να ισχυρίζεται περήφανος, πως κόρεσε στο έπακρο τις φιλοσοφικές του ανησυχίες. Είχε ήδη αντιληφθεί με σαφήνεια το τρόπο που λειτουργούσε ο κόσμος και δεν υπήρχε περίπτωση να πιαστεί απονήρευτος. Μπορούσε πλέον να ελίσσεται επιδέξια σε κάθε κατάσταση, αλλά και να επινοεί δικαιολογίες για να επαναπαύει διαρκώς τη συνείδησή του. Το σημαντικότερο ήταν, ότι κατείχε την δεξιότητα να διατυπώνει σιβυλλικά τις απόψεις του και όταν το απαιτούσε η περίσταση να αλλάζει τεχνηέντως δέρμα σαν φίδι. Κι αυτά όλα είναι προσόντα πολύτιμα στις μέρες που ζούμε, δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί κανένας αυτό.

 

Τι τα θες, τι τα γυρεύεις... Μπερδεμένο κουβάρι καταλήγουν τα πράγματα σ' αυτή τη ζωή. Το ίδιο γεγονός, αλλιώς το βλέπει ο ένας κι αλλιώς το κρίνει ο άλλος. Το μόνο σίγουρο είναι, πως δεν πρέπει να προκαλούμε το κοινό αίσθημα, ώστε να μας βλέπει με καλό μάτι η κοινωνία. Λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να ερμηνεύσουν μονάχοι τα όσα συμβαίνουνε γύρω τους, ειδικά αν δεν έχουν πρωτύτερα αξιολογηθεί δημοσίως, αν δηλαδή δεν έχει αποφανθεί γι' αυτά η παντοκράτειρα κοινή γνώμη. Ακόμη κι αυτοί όμως, ποιοι είναι τάχα που θα υποδείξουν τι είναι σωστό και τι λάθος; Στην τελική, είναι ο καθένας μας αποκλειστικά υπεύθυνος για τις πράξεις του ή μήπως για όλα ευθύνονται οι περιστάσεις και οι συλλογικές παθογένειες; Ας τον ξεφορτωθούνε, λοιπόν· ας τον αφήσουνε ήσυχο να πορεύεται όπως καταλαβαίνει εκείνος.

 

Όχι πως δεν έχει ανάγκη κανέναν βέβαια ή ότι έχει καταφέρει τάχα στη ζωή του κατιτίς το σπουδαίο. Για μια επίπλαστη αίσθηση ασφάλειας και την δυνατότητα να εξασφαλίζει τα απαραίτητα έκανε τα όσα έκανε. Ασχέτως που το κυνήγι των απαραίτητων, για τη συντήρηση της ζωής αγαθών, έχει μετατραπεί σήμερα σε ένα ατέρμον ταντάλιο μαρτύριο. Και είναι να αναρωτιέσαι, τι μας είναι πραγματικά απαραίτητο και σε τι ενέργειες οφείλει να καταφεύγει κανείς για να το αποκτήσει. Ερώτηση, θα μου πείτε, κάπως αόριστη, καθώς ουδεμία συνθήκη παραμένει αμετάβλητη στου χρόνου το ακλόνητο πέρασμα. Πάντως, για να επιβιώσεις σ' αυτή τη ζωή, έπρεπε ανέκαθεν να πράττεις τα δέοντα. Τα αναγκαία και πρέποντα δηλαδή, ή τα ανθρωπίνως εφικτά και επιτρεπόμενα, αν θέλουμε αλλιώς να το θέσουμε. Όσες ενέργειες δεν επιτρέπονται, αποτελούν, αν διαπραχθούν, ηθικής ολισθήματα· μα χρησιμοθηρικά, καθαρά πιο ωφέλιμα αποδεικνύονται πάντα τα νομικά ανεπίτρεπτα. Γιατί όσο η ηθική υπνώττει εφημερεύει η διαφθορά και εδραιώνεται έρποντας στων βολεμένων τις ράχες.

 

Κάθε δημόσια πράξη γίνεται πρόπλασμα μελλοντικών συμπεριφορών. Έτσι αναπαράγεται το κυρίαρχο ήθος και διαμορφώνεται η κοινή λογική, αυτό το συνονθύλευμα συλλογικής αφροσύνης. Μέσω του παραδειγματισμού πλάθονται τα πρότυπα της κάθε εποχής, στα οποία προσαρμόζονται των ανθρώπων τ' ατελείωτα στίφη. Κι όταν κάτι χαράζεται εντός μας μέσω της μίμησης, καμιά διδαχή δεν μπορεί να το σβήσει. Καμιά νουθεσία δεν είναι ικανή να αποσείσει την πρόληψη, που επιβεβαιώνεται τάχα απ' τα ίδια τα μάτια μας και θάλλει επάνω στην εύφορη και παχυλή μας αμάθεια.

 

Κάπως έτσι, διαμορφώθηκε η «Νέα αγωγή» που ανάγει σε αξία υπέρτερη την θήρευση της επιτυχίας και της οικονομικής πλησμονής. Μα όλα αυτά δεν είναι παρά θεωρητικολογίες αβάσιμες, κι εκείνος, σαν «γνήσιος ρεαλιστής», δεν τις λαμβάνει υπόψη του. Άλλωστε, τα έχει καταφέρει περίφημα έως τώρα και επ’ ουδενί λόγω θα διακινδύνευε την τωρινή του κατάσταση. Στο κάτω κάτω, το κόστος για να πετύχει όσα πέτυχε, δεν ήταν δα και τόσο υψηλό. Μονάχα την ψήφο του έταξε, ως ανταπόδοση για την ευεργεσία που δέχτηκε και απώλεσε έτσι μέχρι κι αυτό, το κατά πολλούς ιερό, δικαίωμα του εκλέγειν.

 

Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Άλλοι έχουν θυσιάσει πολλά περισσότερα για να κερδίσουν μια θέση στον ήλιο. Κανείς δεν μπορεί να παραμείνει ακέραιος εν μέσω αχρείων, εκεί που δεν εκτιμάται η αρετή και η φαυλότητα δρα ανεμπόδιστα. Γιατί καταλήγει τόσο πολύκλωνος της διαφθοράς ο κορμός, που περιτυλίγει τους πάντες και ο «πραγματιστής» φίλος μας το είχε αποδεχτεί πλήρως αυτό. Κι αν βίωνε ποτέ του ευνομίας εκλάμψεις και βρισκόταν εμπρός σε διλήμματα, ήξερε πως όλα αυτά θα εκλείψουν, όταν θα το έπαιρνε απόφαση να θεραπευτεί μια και καλή απ' τη νόσο που καλείται «συνείδηση». Μέχρι τότε, θα αναμετριέται με την αυτοεπίκριση και την ενοχή, αυτούς τους δυο ανθρωποφάγους υφάλους. Πασχίζοντας να τους αποφύγει με ημίμετρα, δεν θα μπορούσε παρά να αισθάνεται χαμένος κι ανίσχυρος, έτσι όπως νιώθει ο καθένας μας όταν χάνει των καταστάσεων τον έλεγχο.

 

Βλέπετε, ακόμη κι αν έχει για τα πάντα προνοήσει, αισθάνεται ανέτοιμος και παρόλο που έχει προ πολλού τους λογαριασμούς του φροντίσει, συνεχώς νιώθει οφειλέτης σε όλους. Μπορεί γι' αυτό να πασχίζει διακαώς να ευχαριστήσει τους πάντες και να είναι αρεστός. Μα αυτό τον κάνει να αισθάνεται «γελοίος» στο τέλος της μέρας και ίσως αυτός να είναι ο επόμενος τίτλος που θα διεκδικήσει επάξια. Όπως και να 'χει, θα έπρεπε να ξεμπερδέψει με την αυτοανάλυση και να περιορίσει τη διάθεσή του για αυτοκριτική, προτού μπει σε μπελάδες. Κυρίως, να διακόψει τους μελαγχολικούς του νυχτερινούς συλλογισμούς, γιατί τον κρατάνε άγρυπνο σχεδόν κάθε βραδύ. Ξεκίνησε με την αυταπάτη πως τους ελέγχει, αλλά κάθε τόσο χιμάνε επάνω του σαν αφηνιασμένα κύματα που τον παρασύρουν στην απελπισία. Η χειρότερη πλάνη του όμως, δεν ήταν αυτή. Ήταν πεποίθηση, πως διαμορφώνει ορθολογικά τις επιλογές του. Γιατί μόνο την τελευταία στιγμή, όταν έχουν πια δρομολογηθεί όλα και βρίσκεται μια ανάσα προτού επιλέξει, μονάχα τότε εμφανίζεται η σκέψη, για να επικυρώσει μια απόφαση προ πολλού ειλημμένη και να παρουσιαστεί ψευδεπίγραφα - παραγκωνίζοντας δήθεν το θυμικό - ως ηνίοχος της συμπεριφοράς του.

 

Όσο κι αν αποφεύγει την ενδοσκόπηση όμως, κάθε τόσο έρχεται το είδωλο του και στέκεται προκλητικά ανάμεσα στο βλέμμα του και στον κόσμο. Κι αφού αποστρέφεται εκείνο που βλέπει, αναζητά απεγνωσμένα τρόπους να μεταπλάσει τον εαυτό του. Ανίκανος να αποδεχτεί το ποιος είναι εξαϋλώνεται, ξεχειλώνει στον χρόνο μέχρι να αφανιστεί ολότελα το τωρινό του περίβλημα. Αναβιώνει περασμένες στιγμές για να τις αναβαπτίσει, ανοικοδομώντας την αυτοεικόνα του και εδραιώνοντας ένα εναλλακτικό παρελθόν. Τα πάντα εντός του καταλήγουν ρευστά κι ανυπόστατα, καθώς καταργεί των γεγονότων την αλληλοδιαδοχή κι αναπλάθει τις μνήμες του. Μέχρις ότου να διακοπεί η ονειρική περιπλάνηση τούτη, να αποκτήσει και πάλι συνείδηση του ξεπεσμού του και να αναδυθεί απ' της ψυχής του μύχια ξανά κραταιή η αυτοπεριφρόνηση.

 

Κι αν τώρα βολοδέρνει μονάχος, επιτρέποντας να τον τρώει το σαράκι των χθεσινών ενοχών, δεν παύει να ελπίζει κρυφά πως ο βασανισμός του ετούτος κάποια στιγμή θα τελειώσει. Σύντομα, θα σκληρύνει την πέτσα του πιότερο κι απρόσβλητος θα καταστεί σε κάθε κρίση συνείδησης. Θα το επιδιώξει αυτό, ισχυριζόμενος πως πράττει κατά τον δαίμονα εαυτού και πως μεριμνά πρωτίστως για το προσωπικό του συμφέρον. Δύσκολα πείθεται κάποιος όμως, όταν δεν επιθυμεί να πεισθεί και ίσως η αποτυχία του να διαμορφωθεί άτρωτος απέναντι στην αυτοκριτική, να είναι το έσχατο ίχνος ευσυνειδησίας που του 'χει απομείνει. Θα το αφανίσει όμως κι αυτό, όταν πραγματικά το θελήσει, γιατί πιότερο απ' όλα λαχταρά το να νιώθει ανάλαφρος. Έχει αποδείξει άλλωστε πως μπορεί να γίνει τα πάντα, γιατί πάνω απ' όλα ποθεί την ανεμελιά της απολύτρωσης. Μπορεί - και το ξέρει - να αδιαφορήσει εντελώς για την υστεροφημία του, να προσαρμόσει στην ανημποριά του πάσαν αξίαν και να περιγελάσει κάθε επίκριση. Το μόνο που δυσκολεύεται ακόμη να οραματιστεί, είναι τον εαυτό του ως γονέα, γιατί τέτοιος όπως έχει καταντήσει, δεν θα μπορούσε παρά να αναθρέψει απογόνους ανήθικους.

 

Φωτογραφία εξωφύλλου: Matthew Henry