Η ανάσταση: Ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Λίχνου

 


Τα νέα εξαπλώθηκαν σαν αυγουστιάτικη πυρκαγιά και το σούσουρο που προκλήθηκε ήταν πρωτόγνωρο. Στους δρόμους έβλεπες διαρκώς ανθρώπους να διαδίδουν την είδηση ψιθυρίζοντας συνωμοτικά, ενώ παρίσταναν δήθεν τους αδιάφορους. Στους καφενέδες δεν θιγόταν άλλο θέμα πέραν αυτού και οι πάντες ένιωθαν αρμόδιοι να εκφέρουν μια γνώμη. Ο πάπα Ιερόθεος ανέστη εκ νεκρών! Τούτη ήταν η επικρατούσα υπόθεση και υπήρχαν ήδη, τουλάχιστον δυο, καταμετρημένες θεάσεις να την στηρίζουν· μία στο παλιό νεκροταφείο και μία μέσα στο ιερό της εκκλησίας. Περισσότερες αν συνυπολογίσουμε πως μερικοί, αν και δεν είδαν τον ίδιο τον αναστημένο, παρατήρησαν τα ράσα του να ξεπροβάλουν στιγμιαία μπροστά απ' τον πολυέλεο της εκκλησίας.

 

Οι φήμες οργίαζαν και επηρέαζαν σταδιακά μέχρι και όσους αρχικά παρουσιάστηκαν δύσπιστοι. “Όπου υπάρχει καπνός, δεν μπορεί παρά να υπάρχει και φωτιά”, ψέλλιζαν όσοι δήθεν δεν είχαν κατασταλάξει ακόμη. Κι έτσι, όλο και πιότεροι πείθονταν πως κάτι είχε όντως συμβεί, ενώ οι μαρτυρίες διαρκώς και πλήθαιναν. Κάποιοι υποστήριξαν πως είχαν περάσει χαράματα από το νεκροταφείο και αντίκρισαν το τάφο του παπά ανάστατο, ενώ μέσα στο λυκαυγές και την αυγινή καταχνιά ήσαν σίγουροι πως τους περιτριγύριζε το φάντασμα του. Ένιωθαν μάλιστα τόσο υπερήφανοι καθώς διηγούνταν την ιστορία τους, που έπιανες τον εαυτό σου να παρασύρεται από ενθουσιασμό και να τείνει να τους πιστέψει.

 

Τι να πρωτοπιστέψεις όμως, εδώ που τα λέμε. Αμέτρητες είχαν εμφανιστεί θεωρίες, μα το πιο αξιοπερίεργο ήταν πως δεν λογαριάζονταν σαν απλές εικασίες. Κάθε αφήγηση, όσο κι αν ήταν παράλογη, στηριζόταν σε εμπειρικά δεδομένα και συγκέντρωνε ακολούθους σεβάσμιους· αξιώνοντας έτσι να ξεφύγει απ΄ του μύθου τα όρια. Αποδείχθηκε μάλιστα, τέτοια η παραισθητική επίδραση των εξιστορήσεων αυτών που μοιάζαν οι άνθρωποι άβουλοι, να τραβιούνται ανήμποροι από μια πετονιά αόρατη· που θηλιά θα κατέληγε για να στραγγαλίσει το νου και να οδηγήσει στην πλήρη απόπτωση της διάνοιας. Το υπερπέραν μας έγνεφε μαυλιστικά και 'μείς ανταποκρινόμασταν στο αινιγματικό κάλεσμά του, ελκόμενοι από μια ροπή ανυπέρβλητη προς το πανάρχαιο και ισχυρότατο ετούτο αφιόνι.

 

Κάποιοι, δεδηλωμένοι σκεπτικιστές, διατείνονταν ότι επρόκειτο για περίπτωση νεκροφάνειας και πως ο παπάς δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ τον μάταιο τούτο κόσμο. Συνιστούσαν μάλιστα, να παραφυλάξει κάποιος στο σπίτι του γιατί πιθανότατα θα κατευθυνόταν εκεί, μόλις ανακτούσε τις δυνάμεις του κι ερχόταν στα συγκαλά του, ο παρ' ὀλίγον νεκρός. Άλλοι, περισσότερο εύπιστοι, υποστήριζαν διακαώς την εκδοχή του γνήσιου θαύματος και μιλούσαν για κανονική νεκρανάσταση, σαν του Λαζάρου. Τεκμηρίωναν, μάλιστα, την υπόθεση αυτή με χειροπιαστές αποδείξεις. Ισχυρίζονταν δηλαδή, πως ο τάφος μοσχοβόλαγε μύρο ενώ στο χώμα τριγύρω είχαν, εν μια νυκτί, φυτρώσει ζουμπούλια και κρίνα. Κι εγώ πάσχιζα να αναχαιτίσω το βουητό των ακατάστατων σκέψεων και να συμφιλιωθώ με το φύσει αδύνατον· καθώς ακόμη και μιαν νεκρανάσταση κατέληγε να είναι θεωρητικά εφικτή.  

 

Κυκλοφορούσε φυσικά και η γελοιωδέστερη των θεωριών, αυτή του βρικολακιάσματος. Η υπόθεσης ήταν, πως ο αποθανών διαβολίστηκε, διέκοψε το μακάριο ύπνο του και άρον άρον σηκώθηκε απ’ το τάφο μαινόμενος. Οι θιασώτες ετούτης της άποψης δεν ήσαν σίγουροι για το πως θα έπρεπε να λογαριαστούν με τον απέθαντο κληρικό. Αν θα έπρεπε δηλαδή, να πλήξουν το φυσικό σώμα του, να ξορκίσουν το ανήσυχο πνεύμα του ή να εξαγνίσουν στην πυρά τα στοιχειωμένα του υπάρχοντα· που φαινόταν να μετακινούνται κατ' ιδίαν βούληση. Καθώς ανέπτυσσαν τις θεωρίες τους, μάλιστα, ανασηκώναν κάθε τόσο τους ώμους τους κι όλο ανατριχίλα φτύναν στο κόρφο τους· νιώθοντας λες και κάτι ανόσιο κρυφανάσαινε πίσω απ' τον σβέρκο τους. Παρά τον φόβο τους όμως, αποδεικνύονταν εξαιρετικά ενθουσιώδεις μόλις δεχόταν έστω και την ελάχιστη ενθάρρυνση. Ίσως επειδή με την παράσταση τους κατόρθωναν να μεταγγίσουν τον τρόμο και στις καρδιές των ακροατών τους, κατά κύριο λόγο μερικές θεόπληκτες και καθηλωμένες γριές.

 

Υπήρχαν ασφαλώς και κάποιοι με σύνεση, που αφουγκραζόταν καχύποπτα όλες τις θεωρίες δίχως να πιστεύουνε τίποτα. Πιότερο γούστο είχανε όμως οι χωρατατζήδες, αυτοί ποτέ τους δεν έμπαιναν σε σκέψεις μεγάλες. Τώρα, ως συνήθως πιωμένοι, διασκεδάζαν εις βάρος των μωρόπιστων, ενώ πάσης ευκαιρίας δοθείσης χλευάζαν τον νεωκόρο· τον πρώτο και μόνο μάρτυρα αυτόπτη. Φαντασμένο καντηλανάφτη τον ανέβαζαν, ξεδιάντροπο μπαγαπόντη τον κατέβαζαν και γελούσαν με την ψυχή τους. Το πράμα δεν ήταν για γέλια όμως, τουναντίον η κατάστασης ήταν ιδιαζόντως σοβαρή. Το χωριό όλο ήταν ανάστατο, οι πάντες διατελούσαν σε κατάσταση μέθης κι έφτανες σε σημείο να νιώθεις πως κάπως έπρεπε να τους επαναφέρεις στα λογικά τους, μα σε συγκρατούσε η σκέψη πως δεν θα τ’ αντέξουν. Άμα τους ταράξεις τον ύπνο θα βλέπουν εφιάλτες στον ξύπνιο τους μερικοί από δαύτους. Άμα τους κλονίσεις τις πλάνες, θα μαραθούν σαν λουλούδια που ξεριζώθηκαν άγαρμπα απ΄ το οικείο και οριοθετημένο παρτέρι τους.

 

                                                             *

 

Σαν μεσημέριασε, ο θεοσεβούμενος συρφετός, με πρωτοπόρες τις μαυροφορούσες γριές, κίνησε κατά το νεκροταφείο. Έπρεπε δίχως αναβολή να διερευνήσουν το ζήτημα και να δουν με τα ίδια τα ματιά τους, οι άπιστοι θωμάδες. Καθώς τραβούσαν το δρόμο, μάζευαν άνθη για να τ' αποθέσουν δίπλα στο μνήμα του παπά και δίχως υπερβολή, το αγιόκλημα στον κήπο του γιατρού έμοιαζε μαδημένο από αποχαλινωμένους καλικάντζαρους. Κι όσο βαδίζαν κατά την αποκάλυψη τόσο εξυμνούσαν το μεγαλείο του θεού και σταυροκοπιόντανε. “Ζωντανή θρησκεία η δική μας. Κάθε μέρα κι απ΄ ένα θάμα γίνεται!”, αναφωνούσαν αλλόφρονες. Μα το πιο παράδοξο από όλα τα θάματα, έβρισκα πως ήταν το να πιστεύει ο κοσμάκης ακόμη στα θαύματα. Ποιος θα τολμούσε όμως, να εναντιωθεί στην ειλικρινή τους προσπάθεια να ανακαλύψουν το τι στ΄ αλήθεια συνέβηκε. Ποιος θα κατέκρινε την τυφλή εμπιστοσύνη που εναποθέταν στο παράλογο, αγνοώντας περιφρονητικά κάθε δισταγμό της διάνοιας; Πλέον η φαντασία τους κάλπαζε, λες και υποδαυλίζονταν από την αφόρητη αυγουστιάτικη ζέστη, ενώ το αδιάλειπτο μουρμουρητό τους ερχόταν να προστεθεί στο μονότονο τιτίβισμα των τζιτζικιών για να προκαλέσει ένα σάλαγο που πλανιόταν παντού σαστίζοντας τις αισθήσεις.

 

Όταν επέστρεψε στο χωριό η νεκροπομπή, μαζεύτηκε πλήθος γύρω από τις προπορευόμενες γριές και τις κοιτούσε με γουρλωμένα τα μάτια. Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχηδόν, “τον είδατε; Σας μίλησε; Έδωσε καμιά παραγγελιά, καμιά ορμήνια;”, μα απαντήσεις δεν δίνονταν. Ο κόσμος αδημονούσε να ακούσει τα νέα μα οι γριές δεν έλεγαν τίποτα, παρά μόνο σταυροκοπιόταν εκστασιασμένες και γνέφαν καταφατικά προς κάθε κατεύθυνση. Είτε δεν είδαν τίποτα, σκέφτηκαν κάποιοι, είτε είδαν κάτι τόσο μυστήριο που δεν μπορούν να το περιγράψουν με λόγια.

 

Καθώς περνούσε η ώρα, όλο και κάποιος από 'κείνους που είχαν επιθεωρήσει το μνήμα άρχιζε να συνέρχεται απ΄ την παραζάλη και απευθυνόταν στους διπλανούς του τρεμάμενος: ”Τελικά τι είδαμε στ' αλήθεια;”, ρωτούσε ντροπιασμένος που δεν είχε μπορέσει να καταλήξει από μόνος του. “Ποιος ξέρει; Μυστήριο ο θεός, που να τον χωρέσει το λογικό του ανθρώπου”, απαντούσε κάποιος άλλος κοιτάζοντας επικριτικά τον απορημένο για να αποδοκιμάσει τις αμφιβολίες του. Κι όσο δεν αποκαλύπτονταν οι λεπτομέρειες της επίσκεψης των πιστών στον άγιο τάφο, τόσο ο κόσμος φούντωνε από περιέργεια κι ύστερα από λίγο κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει το τι θα έβαζε με το νου του.

 

Για τους περισσότερους δεν χρειαζόταν και πολλή σκέψη. Το πράγμα μιλούσε από μόνο του και όποιος απλά συλογάται, συλλογάται σωστά. «Άγιος άνθρωπος ήτανε ο μέχρι πρότινος μακαρίτης. Ολημερίς προσευχόταν και βοηθούσε όσους το είχαν ανάγκη. Αν δεν άξιζε να αναστηθεί αυτός, δεν το αξίζει κανένας!», δήλωνε σύσσωμη η κοινή γνώμη που πλέον είχε αποφανθεί τελεσίδικα πως πρόκειται περί θαύματος. Άγιος άνθρωπος ήτανε πράγματι, μόνο του σφάλμα που αφόρισε τα πανηγύρια ως παγανιστικά και είμαστε το μόνο χωριό στην περιοχή δίχως δικό του παζάρι, αναφώνησαν κάποιοι κακοπροαίρετοι. Από αυτούς που αφιερώνουν την ζωή τους στα βαγγέλια και ξεχνάνε τον άνθρωπο, μου έφυγε και μένα ο λόγος· μα ευθύς ντράπηκα κι αναρωτήθηκα ποιοι είμαστε ‘μείς που θα κρίνουμε ελαφρά τη καρδία τους άλλους. Μπερδεμένο κουβάρι καταλήγουν τα πράματα και σ' αυτή τη ζωή δεν ξέρει κανείς ποιον να μεμφθεί και ποιον να παινέψει. Αναμφίβολα όμως, ο παπά Ιερόθεος ήταν άνθρωπος άγιος και δεξιοτέχνης στο να καλλιεργεί την παθητική προσμονή της μεταθανάτιας ζωής, ώστε να διατηρεί το ποίμνιο πράο· καταπώς οφείλει να πράττει καθένας του θεού απεσταλμένος.

 

Στα τελευταία του, μπουχτισμένος απ' τις πολλές συναναστροφές, απομονώνονταν στην άγια σκήτη του κι έκανε μέρες ολάκερες να ξεμυτίσει. Παραδομένος στην καθαρτική μοναξιά και την προσευχή την ανώφελη, δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Κι αν είχε καμιά υποχρέωση ξεπόρτιζε αξημέρωτα, αποφεύγοντας έτσι τις ενοχλητικές χαιρετούρες. Τα χέρια του είχαν ζαρώσει και γιομίσει με ρόζους, μα ήταν σκληρά σαν κυπαρισσόξυλο κι αφού τον υπάκουαν μέχρι το τέλος τα ζόριζε όσο τον έπαιρνε. Ώρες ολάκερες περνούσε μονάχος στην αποθήκη του, μ’ ένα στενό παραθύρι πάνω από το κεφάλι του που με τα βιας επέτρεπε στο φως να διαχυθεί στο δωμάτιο. Καθισμένος σ’ ένα χαμόσκαμνο, παρέα μ’ ένα εικόνισμα του Αϊ-Γιώργη που ήταν χωμένο σε μια κόγχη στο τοίχο, κρατούσε σφυρί και καλέμι μα ανάθεμα αν ήξερε ακόμη κι ο ίδιος τι σκάλιζε στο μισοσκόταδο. Έτσι πορεύτηκε στο τέλος, ήσυχα και ταπεινά μέχρι που άγιασε κι αναστάτωσε το χωριό μας ολόκληρο.

 

                                                                  *

 

Τ’ απόγεμα κι ενώ καθόμουν στο καφενέ, πετάχτηκε αίφνης ορθός ένας μεγαλόσωμος τύπος και συμπεριφερόταν λες και είχε δεχτεί την θεία επιφοίτηση. Μεταξύ άλλων, πρότεινε να ενημερώσουμε και τις κεφαλές της εκκλησίας γιατί τέτοιο θάμα δεν έπρεπε να παραμείνει αφανέρωτο. Θα ήταν από μεριά μας, μέγιστο σφάλμα να μην εκμεταλλευτούμε την καλή μας την τύχη. "Φανταστείτε τι θα σήμαινε για το χωριό μας άμα ανακηρύξουν τον Ιερόθεο άγιο!", είπε κι ένα θεόσταλτο φως περίχυσε το μελαμψό πρόσωπο του. Οι υπόλοιποι εκ πρώτης ξαφνιάστηκαν από το ενδεχόμενο τούτο, μα ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά γύρω τους, έσπευσαν ευθύς να συγκατανεύσουν. Ένας ανομολόγητος φόβος έμοιασε τότε να τους καταλαμβάνει και μολονότι είχαν κατορθώσει να δώσουν εξήγηση σε όσα συνέβαιναν, έδειχναν τελικά να μην έχουν πειστεί ούτε και οι ίδιοι. Μήπως βιάζονταν να χαρούν και να αποκαλέσουν ευλογία αυτό που συνέβη; Μήπως δεν είχε αγιάσει ο αναστημένος τελικά; Μήπως, ανίκανος να αναπαυτεί, σηκώθηκε απ' το τάφο για να εξαπολύσει κατάρες κι ανάθεμα; Το αναρωτηθήκαν αυτό για κάμποση ώρα, μα το μόνο τους πόρισμα ήταν πως είτε άγιος, είτε τρίβολος, ο εκλιπών ιερέας είχε όντως αναστηθεί και κάποιον έπρεπε να συμβουλευτούνε γι' αυτό.

 

Η απόφαση είχε παρθεί, θα ενημέρωναν την εκκλησία το γρηγορότερο κι αύριο το πρωί θα τελούσαν παρακλητική λιτανεία στο νεκροταφείο. Έπρεπε να προσκαλέσουν, βλέπετε, το πνεύμα του αγίου, ώστε να καταδεχτεί να παρουσιαστεί μπροστά τους και να υπάρχουν πλέον μαρτυρίες αδιάψευστες. Τους πέρασε από το μυαλό να φυλάξουν και σκοπιά διπλά στον τάφο, αλλά δεν βρέθηκε κανείς αθεόφοβος αρκετά ώστε να σταθεί βραδιάτικα δίπλα στο μνήμα του αγίου. Τι είχαν να φοβηθούν όμως, μήτε και εκείνοι το γνώριζαν. Άγιος άνθρωπος ήταν ο μακαρίτης, πράος και ήσυχος, ούτε κουνούπι δεν πείραζε. Όσο ζούσε βέβαια, του σούρναν τα εξ αμάξης γιατί ήταν σχολαστικός και άκαμπτος σε θέματα ηθικής, μα σαν πέθανε δεν τον κακολογούσε κανείς. Μόνο μελανό σημείο στο βίο του, ήταν πως τον ξέκανε η παλιαρρώστια, πράγμα που για μερικούς είναι αδιανόητο να τυχαίνει σε έναν διαλεχτό του θεού. Η άποψη αυτή όμως, πηγάζει από μια προκατάληψη που την κοροϊδεύουνε σήμερα ως και εκείνοι που ουσιαστικά δεν απαλλαχτήκαν ακόμη απ' την ισχνή της επίδρασή.

 

Το επόμενο πρωινό, σηκώθηκα να ακολουθήσω κι εγώ τα στίφη των ευσεβών που κατευθυνόταν στον πανάγιο τάφο. Ούτε ένα χιλιόμετρο δρόμος δεν ήτανε αλλά μας φάνηκε σωστός γολγοθάς. Πριν το ησυχαστήριο, ήταν ένας χαμόλοφος με αραιοφυτεμένες λεύκες και το θερμό αυγουστιάτικο ανεμοχάδι που τις επισκέπτονταν έκανε τα φύλλα τους να θροούν. Τα κλαδιά τους έγερναν σεβαστικά από την πίεση του αέρα κι ύστερα ανασηκώνονταν ξανά με τόλμη και τίναζαν το φύλλωμα τους για να αποδιώξουν το λιοπύρι που είχε εγκαταλείψει τ' αγέρι επάνω τους. Το γρασίδι σειόταν κι αυτό απ' τον άνεμο και πάσχιζε να ξεκλέψει καμιά πνιχτή ανάσα, ενώ απ’ το τρικύμισμα των αγριόχορτων αναδύονταν τύρφη, οσμές και κάθε λογής ζωύφια. Μέσα στο κάμα, οι φλέβες των φύλλων φουσκώναν όλο λαχτάρα για να τραβήξουνε λίγη υγρασία, σαν τις καρδίες των ανθρώπων που χτυπούσαν σαν μανιασμένες απ' τον πόθο να αντικρίσουν το θάμα. 

 

Οι μπροστάρηδες προχωρούσαν με αργά σερνάμενα βήματα και βλέμμα χαμένο, σαν του περιπλανώμενου που κινείται σε μέρη ανοίκεια κι αφού δεν αναγνωρίζει τίποτα προσπερνάει τα πάντα. Δεν υπήρχε στάλα βιασύνη στους τρόπου τους, είχε κυριαρχήσει σε όλους η καθησυχαστική βεβαιότητα που προανήγγειλε ότι σύντομα το θάμα θα εκδηλωθεί και εμπρός τους. Κάθε δρασκελιά και μιαν υπέρβαση, κάθε ζύγωμα και μια ανατριχίλα. Γέροι, αρρώστοι και κουτσοί βαδίζαν  ατάραχα και μοναχά τα σκυλιά που παραξενεμένα τους είχαν πάρει κατόπι γαβγίζανε μιά στο τόσο, για να διαταράξουν την κατανυκτική ησυχία. "Με το θέλημα του θεού θα λυθεί κι αυτό το μυστήριο", σκεφτόταν κι αντλούσαν κουράγιο από εκείνους που συνεχίζαν ακάθεκτοι· μα κανείς δεν νοιαζόταν για τον διπλανό του που βαρυγκωμούσε απ' το ηλιόκαμα και τη ζέστη. Με έπιασε σύγκρυο, μου στένευε τη ψυχή η θέαση του αποχαυνωμένου ετούτου όχλου και ίσως μονάχα επειδή κοντοστάθηκα να παρατήρησα το γέρο που λιγοθυμούσε ξοπίσω μου.

 

Έτρεξα να τον συνεφέρω, βρέχοντας ελαφρώς το μαντίλι μου κι ακουμπώντας το στο ρυτιδιασμένο του κούτελο. Έτοιμος ήμουν ν' αφήσω το παράπονο μου για τα καλά να ξεδώσει, μα συγκρατήθηκα. Σκέφτηκα να βγάλω φωνή, να καλέσω βοήθεια μα το ένιωσα μάταιο. Που να γνοιαστούνε για τους ζωντανούς αυτοί, όταν ολόγυρα τους περπατούν οι πεθαμένοι; Πως να αφανίσει κανείς το ιερό ετούτο εμπόδιο, ώστε να τους αποσπάσει από την παραίσθηση και να τους στρέψει στα γήινα πράγματα; Ο πατέρας αδέκαστος κριτής, ο γιος συνοδοιπόρος ακούραστος και το Άγιο πνέμα αθέατος φύλακας. Γιατί να γνοιαστείς για τους άλλους ανθρώπους όταν σε καλοδέχεται τέτοια θεία ομήγυρη; Δόξα Σοι τω Θεώ, υπάρχει θεός και δεν είμαστε μόνοι. Δόξα το θεό, είμαστε περαστικοί από αυτή τη ζωή που τυραγνάει τον άνθρωπο. Δόξα το θεό, που σπλαχνίστηκε πάλι τους δούλους τους και τα φέραμε βόλτα και φέτος.

 

Πήρα τον γέρο και τον έγειρα κάτω από τον ίσκιο μιας μουριάς, ενώ παραμιλούσε καλώντας με άγιο. Στερνή και μοναδική του αποθυμιά, να τον βλογήσω για να μπει στον παράδεισο. Έμεινα μαζί του εκεί, μέχρι που επέστρεψε η θεοπομπή και περνούσαν από μπροστά μας όλοι απογοητευμένοι και ξέπνοοι. Ούτε θάμα, ούτε άγιο, ούτε τάφο ολάνθιστο είδανε. Στα μάτια τους ένα περίσσεμα φόβου, απελπισιάς κι αλαβάστρινο της αμάθειας φάος. Περπάταγαν ράθυμα λες και οδηγούνταν στη κανονικότητα απρόθυμα και επιστρέφαν σε μια άλλη, πιο ήπια και οικία, παραίσθηση· ενώ είχαν ακόμη μια κάποια συναίσθηση του κόσμου τριγύρω τους. Προπαντός αντιλαμβανόταν την μουδιασμένη καχυποψία και τις ιοβόλες ματιές που εξαπέλυαν ο ένας στον άλλο. Σαν τα ερεθισμένα φύλλα της μουριάς, που νιώθαν μέχρι και το πιο ανεπαίσθητο του ανέμου ρίπισμα, αισθανόταν και τούτοι τα γεμάτα ντροπή χαιρέκακα βλέμματα. Σταδιακά όμως, η πίστη τους στο απόκοσμο ανέκαμπτε, αντιπαρέρχονταν την μικρή αυτή αναποδιά και σμίγαν ξανά με το θείο μυστήριο.

 

Ο γέρος ξεψύχησε στα χέρια μου αθόρυβα κι εγώ λίγο έλειψε να φωνάξω “τετέλεσται”, μπας και το πάρουν είδηση ακόμη και οι θαυματοπλάστες που παρελαύναν εμπρός μου. Σώπασα όμως, ξεράθηκε η γλώσσα μου και παρέμεινα άπραγος να τους κοιτώ μ' απορία. Που να εισακουστείς, πως να αρθρώσεις λόγο νηφάλιο μέσα σε τόση θρησκευτική παραζάλη; Κοιτούσα άναυδος τις γυρισμένες τους πλάτες καθώς συνεχίζαν να προχωρούν ως την επόμενη στροφή, ως εκεί που ο δρόμος έπαιρνε να γίνει κατήφορος και τότε χάθηκε για πάντα απ’ τα μάτια μου ετούτο το θλιβερό καραβάνι. Μετά από λίγο, φαινόταν μονάχα ο κονιορτός που είχε ανασηκωθεί και υψωνόταν πάνω απ' τα κεφάλια τους σαν θαμπή άλως· στέφοντάς τους με σταχτή φωτοστέφανο. Έκλεισα τότε τα μάτια του γέρου, σταύρωσα τα χέρια του και κίνησα για να ειδοποιήσω το σόι του. Ποιος ξέρει όμως, μέχρι να φτάσω στο χωριό μπορεί να έχει και τούτος αναστηθεί. Άγιος άνθρωπος φαινόταν και δαύτος.

 

 

( Βασισμένο σε αληθινή ιστορία )

 

Φωτογραφία: Tobias Tullius