Βιβλιοκριτική για τη νουβέλα "Η γη τρέχει πιο γρήγορα" του Παναγιώτη Τσίτου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Συγγραφέας: Παναγιώτης Τσίτος
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 130
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Αμέτρητες ώρες φιλοσοφικών αναζητήσεων έχουν καταγραφεί στην ιστορία του ανθρώπου περί του βαθύτερου νοήματος της ύπαρξής του. Το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας την ουσία της έχει να κάνει με το πόσο διεξοδικά έχει μελετήσει ο ίδιος τον εαυτό του, πόσο χρόνο έχει αφιερώσει σ’ αυτόν, πόσο τον έχει γνωρίσει πραγματικά μέσω της επίπονης μεθόδου της ενδοσκόπησης, πόσο τον έχει συγχωρήσει για τα όποια λάθη του και πόσο τον έχει αποδεχθεί και αγαπήσει όπως ακριβώς είναι.

Δυστυχώς, η εποχή των εφήμερων απολαύσεων και του εύκολου κέρδους απαγορεύσει τέτοιου είδους «επικίνδυνες» εσωτερικές απόπειρες. Ο άνθρωπος εγκλωβίζεται από τα δεσμά της ανασφάλειάς του, κυριεύεται από την παντελή άγνοια της αλήθειας του και καθοδηγείται από τα υποκριτικά βλέμματα των προδιαγεγραμμένων του ονείρων. Απατηλά μονοπάτια στριμώχνουν τη σκέψη του για χάρη της ματαιοδοξίας και του συμφέροντος εμποδίζοντας το ελεύθερο πνεύμα του να αναπνεύσει ζωή και να διεκδικήσει την ευτυχία που του αξίζει. Μαζική αποχαύνωση η συνέπεια, δουλεία, απραγία, όλεθρος.

Ο συγγραφέας Παναγιώτης Τσίτος επιχειρεί να προσδιορίσει από τη δική του πλευρά την ουσία των πραγμάτων. Στη νουβέλα του, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Βακχικόν» με τίτλο «Η γη τρέχει πιο γρήγορα», τολμά να ανακατέψει εκ νέου και σχολαστικά την πολυπρόσωπη τράπουλα της ζωής και να στήσει στο τραπέζι της διεκδίκησης μια νέα παρτίδα παιχνιδιού με καθαρούς κανόνες, θεμιτές τεχνικές και ενθαρρυντικές νέες βλέψεις διεκδίκησης της νίκης.

Συγκεκριμένα η ιστορία του έχει ως εξής:

Ο κεντρικός του ήρωας, ο Μ., ζει μια συμβατική και μίζερη από κάθε άποψη ζωή, όπως ακριβώς την αντιλαμβάνεται ο ίδιος στην καθημερινότητά του. Ώσπου ξαφνικά το όνειρο μιας νύχτας έρχεται να ανακατέψει τα σωθικά του, να εισχωρήσει βίαια στη σκέψη του, να κυριεύσει το σώμα του και να σκοτεινιάσει μονομιάς την ψυχή του. Τίποτα από την ώρα εκείνη δε μοιάζει πλέον ενδιαφέρον για τον ίδιο. Για το λόγο αυτό και ο Μ. αποφασίζει να κάνει την προσωπική του επανάσταση. Απαλλάσσει τον εαυτό του από τη ρουτίνα της καθημερινότητάς του και ξεκινά ένα τολμηρό ταξίδι για τη διεκδίκηση της αλήθειας. Στόχος του να ανακαλύψει την ευτυχία, να εντοπίσει την ουσία των πραγμάτων που τον αφορούν και να απελευθερώσει τον εαυτό του από τα σάπια δεσμά της επίγειας ζωής, που τον υπονομεύει, τον φθείρει και δίχως έλεος τον διαλύει σωματικά και ψυχικά.

Χιλιάδες αναπάντητα ερωτήματα κατακλύζουν τη σκέψη του και το κυνήγι των απαντήσεων ξεκινά. Νέες επαφές, νέες γνωριμίες, νέα μέρη, νέες δραστηριότητες σκιαγραφούν από την αρχή το σκηνικό της έρευνας, αυτό που θα συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας νέας προσωπικότητας, περισσότερο ολοκληρωμένης, περισσότερο διεκδικητικής και περισσότερο αδέσμευτης. Η τελική απελευθέρωση του εαυτού έρχεται μόνο όταν ο πρωταγωνιστής του αντιληφθεί πως η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας επιβίωσης, μια διαρκής πάλη αντικρουόμενων συναισθημάτων, των οποίων η ισορροπία και μόνο αυτή εξασφαλίζει την ψυχική ηρεμία. Γιατί, όπως θα τονίσει αρκετές φορές ο συγγραφέας στο τέλος της αφήγησης, μόνο όταν αδειάσει κανείς από το μέσα του και αντικρύσει το απόλυτο κενό απέναντί του, είναι σε θέση να χτίσει από το μηδέν την προσωπικότητά του, όπως ακριβώς την επιθυμεί και την ονειρεύεται, απαλλαγμένη από το φόβο των τύψεων που προκαλείται από εξωγενείς, μη θεμιτούς παράγοντες.

Φυσικά, όπως θα γίνει αντιληπτό, δεν υπάρχει απόλυτη ευτυχία. Ο αναγνώστης, άλλωστε, το γνωρίζει πολύ καλά. Το πώς αντιλαμβάνεται κανείς την έννοια αυτή είναι άξιο μελέτης και προσοχής. Η επιλογή να τη βιώσει στο έπακρο ανήκει στη διάθεση του καθενός και εξαρτάται από τη δύναμη της θέλησής του να την διεκδικήσει, όπως και από τα όρια της αντοχής του. Αναμφισβήτητα είναι αυτή που δίνει νόημα και ουσία στη ζωή. Γιατί η ζωή από μόνη της δεν έχει ουσία. Η ουσία της έγκειται στο ότι δεν υπάρχει ουσία στο απόλυτο μηδέν. Ο πρωταγωνιστής της τη διαμορφώνει όπως ο ίδιος επιθυμεί, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, εφόσον είναι απαλλαγμένος από το φόβο της ήττας του, της ανασφάλειάς του και της διαρκούς αμφιβολίας του. Εκείνος που είναι πραγματικά απαλλαγμένος από τα σκοτάδια που του δημιουργεί η σκέψη του, ο κενός άνθρωπος, όπως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιτυχώς, είναι ο πραγματικά ελεύθερος, ο αδέσμευτος, ο ολοκληρωτικά ευτυχισμένος.

Ένα βιβλίο με ιδιαίτερο περιεχόμενο, με συμβολικό χαρακτήρα, που εστιάζει σε υπαρξιακά ζητήματα βαθιάς φιλοσοφικής ανάλυσης. Με ύφος που αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού στόχο έχει να προβληματίσει τον αναγνώστη και να τον προτρέψει να εισχωρήσει στα άδυτα της δικής του ψυχής, με σκοπό τη δική του ενδοσκόπηση, για την ανακάλυψη της μοναδικής αλήθειας, εκείνης που θα τον οδηγήσει στην πολυπόθητη ελευθερία, άρα και ευτυχία.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο Μ. ξυπνά από ένα όνειρο που τον ταράζει χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το πώς. Σιγά σιγά τα πάντα γύρω του χάνουν το νόημά τους και καταρρέουν ανεξήγητα μπροστά στα μάτια του. Ο θυμός, το κενό και η ακατανίκητη ανάγκη να ξεφύγει από όλους και από όλα γιγαντώνονται μέσα του· η φυγή είναι πια αναπόφευκτη. Το ταξίδι, με σκοπό να ανακαλύψει τι έχει συμβεί στη ζωή του, ξεκινά, ενώ η επαφή του με ανθρώπους, πόλεις και νέες εμπειρίες προσφέρουν το νόημα που τόσο του έλειπε. Ωστόσο, προσωρινά. Μια σειρά από γεγονότα τον κάνουν να τρέξει και πάλι μακριά από έναν κόσμο ο οποίος απορρυθμίζεται. Όταν η τελική αναμέτρηση του Μ. με το κενό που επιμένει να τον κυνηγά συντελείται, ανακαλύπτει ότι ο μόνος τον οποίον πρέπει να αντιμετωπίσει είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Με επιρροές από τα έργα των Καμύ, Κάφκα, Κέρουακ, καθώς και από τη φιλμογραφία του Ντέιβιντ Λιντς, το Η γη τρέχει πιο γρήγορα ξεδιπλώνεται ως μια νουβέλα που ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το σουρεαλιστικό. Ταυτόχρονα, η τριμερής διαίρεση του βιβλίου ακολουθεί το βασικό θέμα που διατρέχει όλη την πλοκή: το υπαρξιακό κενό, όπως αυτό βιώνεται από τον κεντρικό ήρωα.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα, Παναγιώτη Τσίτο:

Ο Παναγιώτης Τσίτος είναι 27 ετών, γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Ίλιον Αττικής. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του τμήματος, με κατεύθυνση την Κοινωνική και Πολιτική Θεωρία. Η επαφή του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε από σχετικά νεαρή ηλικία, κυρίως με έργα κλασικών συγγραφέων, όπως ο Ντίκενς, ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι. Στα φοιτητικά του χρόνια, ήρθε σε επαφή με τους Μπουκόφσκι, Καμύ και Ουισμάνς, καθώς και με τους «καταραμένους ποιητές» και την μπιτ γενιά. Οι παραπάνω τον ενέπνευσαν να ασχοληθεί με την υπαρξιστική λογοτεχνία, τα ανθρώπινα πάθη και τη λογοτεχνία του περιθωρίου. Παράλληλα, σημαντική επιρροή αποτελεί η ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία - η νιτσεϊκή και μετανιτσεϊκή σκέψη, τα έργα των Μαρξ, Χάιντεγκερ, Σαρτρ και Μαρκούζε. Ακόμη, παραστάσεις αντλεί τόσο από τη μουσική - κλασική τζαζ, μπίμποπ, ροκ, ραπ -, όσο και από τον κινηματογράφο. Συμμετείχε με το δοκίμιο «Προς μια φιλοσοφική επαναδιαπραγμάτευση της έννοιας του ανθρώπου. Η περίπτωση του Peter Sloterdijk» στο συλλογικό έργο Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα, Άννα Λυδάκη (επιμ.), Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2019.