Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Παρέα με τον άνεμο" του Βασίλη Λαχανιώτη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Συγγραφέας: Βασίλης Λαχανιώτης
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 212
Εκδόσεις: Ελκυστής


Ο μεγαλύτερος εχθρός της ζωής δεν είναι ο θάνατος, αλλά η μοναξιά. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ζωντανός θάνατος, εικόνα αξιοθρήνητη, τραγική και δύσκολα αναστρέψιμη, αφού, δυστυχώς, τις περισσότερες φορές είναι μη θεραπεύσιμη. Ανίατη η ασθένειά της, καθώς έχει την τάση να παραλύει σταδιακά κάθε προσπάθεια ανάκαμψης του απομονωμένου εαυτού, κάθε προσπάθεια λύτρωσης του πληγωμένου εγώ και κάθε προσπάθεια αναζήτησης ενός νέου δρόμου διαφυγής του με κατεύθυνση την πολυπόθητη ευτυχία.

Ο συγγραφέας Βασίλης Λαχανιώτης, ορμώμενος από αυτήν ακριβώς την καταστροφική φύση της μοναξιάς, που εγκλωβίζει για πάντα το θύμα της στα απροσπέλαστα και μισητά της δίχτυα, κυκλοφόρησε πρόσφατα το πρώτο του μυθιστόρημα από τις εκδόσεις «Ελκυστής» με τίτλο «Παρέα με τον Άνεμο».

Αναλυτικότερα, η υπόθεση του βιβλίου του έχει ως εξής:

Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας Ανδρέας, κατόπιν ενός τροχαίου ατυχήματός του μαθαίνει εντελώς τυχαία από τους γιατρούς που τον παρακολουθούν την τραγικότητα της κατάστασής του: έχει μόνο ένα μήνα ζωής. Ελάχιστος χρόνος για να μπορέσει να τον χορτάσει, αρκετός, ωστόσο, για να καταφέρει να επαναφέρει στη μνήμη του όλες τις αναμνήσεις των παιδικών, εφηβικών και νεανικών του χρόνων, που τόσο τραγικά καθόρισαν τη μοίρα του, φυλάκισαν μια για πάντα τον πόθο του για ευτυχία στο σεντούκι της λήθης και γιγάντωσαν τον πόνο της θλιβερής του μοναξιάς.

Αλήθεια, ποιος μπορεί να τα βάλει με τη μοναξιά και να τη νικήσει; Ποιος μπορεί να αποδεχθεί την παρουσία της όταν έχει γνωρίσει, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, τη χαρά της συντροφικότητας, όταν έχει καρπωθεί κάποτε το ανεκτίμητο δώρο της φιλίας; Κανείς ως φαίνεται. Η κατάρα που συνοδεύει την παρουσία της μόνο εφιάλτες γεννά στη συνείδηση, ενοχές και τύψεις πολλές, θλίψη και μαρασμό για όσα χάθηκαν, για όσα δεν κατάφεραν να ζήσουν για πάντα.

Ο Ανδρέας φέρνει αρκετές φορές στη σκέψη του τους δύο παιδικούς του φίλους, τον Τέλη και τον Λευτέρη, αλλά και την Κλειώ, την κοπέλα του Τέλη, που μετέτρεψε την τριάδα σε τετράδα αχώριστων φίλων. Οι ευχάριστες μνήμες από τις στιγμές τους που έμειναν ανεξίτηλες στο χρόνο είναι μονάχα η μία και μοναδική φωτεινή πλευρά της ζωής του, μιας και σωρεία άλλων στιγμών σκιάζουν από εκεί και πέρα την αύρα του σκοτεινιάζοντάς την τόσο πολύ, ώστε να γίνεται πλέον απωθητική, ανυπόφορη, ανεπιθύμητη. Το θλιβερό οικογενειακό του περιβάλλον και η προσπάθεια απεγκλωβισμού του απ’ αυτό, η τραγική κατάληξη της αγάπης του Τέλη και της Κλειούς, το έγκλημα και η αυτοκτονία που ακολούθησαν, τα συμφέροντα που έφθειραν τη φιλία του με τον Λευτέρη, οι δολοπλοκίες που την κατέστρεψαν ολοκληρωτικά, η αποτυχημένη απόπειρα διεκδίκησης μιας νέας ζωής, η εγκατάλειψη που ακολούθησε, η παραίτηση και ο μαρασμός ως αναπόφευκτη συνέπειά τους, συναίνεσαν όλα στο τραγικό του τέλος.

Ο ήρωας εξομολογείται την πολύπαθη ζωή του στον Άνεμο, τον μόνο σύντροφο που του έχει απομείνει πλέον πιστός για να τον ακούει προσεκτικά, να τον κατανοεί, να χαϊδεύει τα τραύματά του με τρυφερότητα και να σιωπά πλάι του χωρίς να κρίνει. Είναι εκείνος που βρίσκεται μαζί του στο αγαπημένο του μέρος, τον Λόφο της εξομολόγησής του, εκεί όπου, κάθε φορά που τον επισκέπτεται, αφήνεται σε έναν ατελείωτο μονόλογο λύτρωσης και συναισθηματικής απελευθέρωσης.

Η προθεσμία του ενός μήνα ζωής ξυπνά από τον λήθαργο το συναίσθημα, ενώνοντας τους ανθρώπους μπρος στον πόνο και την οδύνη. Πλέον, όμως, είναι αργά. Η αγάπη θέλει χρόνο για ν’ ανθίσει. Και πώς να ζήσει κάτω από πίεση, όταν ο χρόνος πια έχει λήξει; Στα δύσκολα και στα εύκολα οφείλει ν’ αφεθεί, στη χαρά και στη λύπη να δοκιμαστεί. Ο Ανδρέας φεύγει από τη ζωή ευχόμενος να συναντήσει τη ζωή που στερήθηκε ζωντανός μετά τον θάνατό του.

Ο συγγραφέας Βασίλης Λαχανιώτης μας χαρίζει ένα έργο κοινωνικού προβληματισμού, καθώς περνάει σωρεία μηνυμάτων στον αναγνώστη. Τα θέματα που θίγει σ’ αυτό είναι πολλά, τα οποία εύκολα συναντά κανείς στην καθημερινότητά του και γι’ αυτό, άλλωστε, διεγείρουν έντονα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η ενδοοικογενειακή βία, η κοινωνική ανισότητα, η οικονομική εκμετάλλευση, η φθορά που επιφέρει το χρήμα και η κοινωνική άνοδος, η αξία της φιλίας και της αγάπης, η υποκρισία, η εγκατάλειψη και η μοναξιά, όλα αυτά θίγονται σ’ αυτό το πρωτόλειο έργο του συγγραφέα, το οποίο παρόλ’ αυτά διαθέτει μεστή και καλοδουλεμένη γραφή, που πλημμυρίζει από εικόνες και προκαλεί πληθώρα συναισθημάτων στον αναγνώστη.

Πολυπρόσωπη και πολυθεματική ρεαλιστική αφήγηση με διδακτική διάθεση και αρκετές ανατροπές, αφήνει μια μικρή νότα αισιοδοξίας στο τέλος της, πως όλα μπορούν να διορθωθούν στη ζωή του ανθρώπου αν εκείνος αφήσει  ανοιχτές τις πύλες της εισόδου της για να εισέλθει και να καρποφορήσει η αγάπη, εκείνη η ανιδιοτελής δύναμη που όλα τα αντέχει, όλα τα νικά και όλα τα υπομένει.

Αναμφισβήτητα ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Μιας αλλοτινής εποχής, πιο αγνής και αληθινής σε σχέση με το σήμερα, χωρίς μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά με περισσότερες ανθρώπινες επαφές και με πολύ πιο έντονα συναισθήματα, απέναντι σε οτιδήποτε πρωτόγνωρο μπορεί να συμβεί. Ο Ανδρέας, ο ένας από τους τρεις φίλους της ιστορίας, εξιστορεί τη σύντομη διαδρομή τους, από την παιδική ηλικία, μέχρι την εφηβεία και την ενηλικίωσή τους. Μέσα από εναλλασσόμενα φλας-μπακ, στο παρόν και στο παρελθόν ξεδιπλώνονται με λόγο, άλλοτε γλαφυρό και άλλοτε γλυκόπικρο, οι έρωτες, οι παρεξηγήσεις και οι τραγικές ζωές των τριών φίλων. Και ενώ μια ζωή φαίνεται να απειλείται ξαφνικά από ένα πρόωρο και άδοξο τέλος, ο Ανδρέας είναι αυτός που θαρραλέα αποφασίζει να τα βάλει με τον χρόνο, ζητώντας πίσω ό,τι, εκείνος, τους έχει κλέψει. Τις ζωές τους και τις αναμνήσεις τους… 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα Βασίλη Λαχανιώτη:

Ο Βασίλης Λαχανιώτης γεννήθηκε στη Δράμα το 1974. Από μικρό παιδί ακόμα, του άρεσε να παρατηρεί τα πρόσωπα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω του και να τους δίνει διάφορους ρόλους σε φανταστικές ιστορίες που έπλαθε με μαεστρία στο μυαλό του. Η ευκαιρία που του δόθηκε, από νεαρή ηλικία, να εργαστεί σε ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα βιβλιοπωλεία της Δράμας και τα οχτώ χρόνια της παραμονής του στη δουλειά αυτή, έκαναν αναπόφευκτη τη γνωριμία του με τον μαγικό κόσμο του βιβλίου. Σύντομα, η σχέση του με το λογοτεχνικό είδος έγινε τόσο δυνατή, ώστε να τον ωθήσει να μεταφέρει τις δικές του συγγραφικές ανησυχίες, ιδέες και ιστορίες στο χαρτί. Έτσι γεννήθηκε το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο «Παρέα με τον άνεμο» τη χρονιά του 1998 το οποίο είναι και η πρώτη του συγγραφική απόπειρα. Από το 2003 ασχολείται επαγγελματικά με τον χώρο της ανδρικής ένδυσης, ενώ η ενασχόλησή του με τη συγγραφή διαφόρων ειδών διηγήσεως συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό έως σήμερα. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει ενεργά σε διαγωνισμούς διηγημάτων με αξιοσημείωτη επιτυχία. Διηγήματά του έχουν αναρτηθεί σε λογοτεχνικούς ιστότοπους, ενώ το 2020 το διήγημά του με τίτλο «Γύρω από την φωτιά» κέρδισε τον πέμπτο έπαινο στον 2ο Πανελλήνιο, αλλά και Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό, διαγωνισμό πεζογραφίας «Κέφαλος».