Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Το βουνό της σιωπής" του Βαγγέλη Κούτα | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς



Συγγραφέας: Βαγγέλης Κούτας
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 416
Εκδόσεις: Κέδρος


«Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο/ήλιος να διαλυθεί./Κι ο θάνατος δεν θα ΄χει πια/ εξουσία…» Ντίλαν Τόμας

Ένας νέος, ο Ζώης, από ένα χωριό της Ηπείρου, ένα ψαθοχώρι στους βάλτους του Αμβρακικού, φεύγει το 1968, για την Αθήνα, αφήνοντας πίσω του τη μιζέρια, δυο σκυθρωπούς γονείς, ρυτιδιασμένα και γέρικα πρόσωπα, των κατοίκων του γκρίζου χωριού, από τα τριάντα τους χρόνια,  που η επιβίωσή τους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον καιρό. Φεύγει δεκαπέντε χρονών, αφού τελείωσε τα τρία γυμνασιακά του χρόνια στην πρωτεύουσα του νομού και μεταγράφηκε στο νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας, κάνοντας το πρώτο βήμα για να ζήσει όσα σχεδίαζε και να πάρει τη ζωή του στα χέρια.

Η ζωή όμως άλλα σχεδίαζε…

Ποια όμως ήταν η αρχή των δεινών του; Η υγρή ατμόσφαιρα και ο σάπιος αέρας με τις αναθυμιάσεις που εκτόξευαν οι βουρκότρυπες γύρω από το χωριό με τους βάλτους και τα δυσώδη έλη;  Ή, μήπως, ήταν οι παρδαλές μύγες που ρουφούσαν το αίμα από τη μέρα της γέννησής του και τα μυριάδες θανατηφόρα κουνούπια που αρρώσταιναν τους ντόπιους κατοίκους;

Οι πρώτες μέρες δεν ήταν ανώδυνες. Το πρωί κακοπληρωμένες δουλειές, το βράδυ από τις επτά έως τις έντεκα στο νυχτερινό γυμνάσιο.  Έπρεπε να αντισταθεί στην εντατική εντεκάωρη καταπόνηση, στη σωματική και ψυχική κατάρρευση, στα υγρά , μουχλιασμένα και ανήλιαγα υπόγεια  δωμάτια, που νοίκιαζε και να υπερνικήσει την πείνα, γιατί τα οικονομικά του ήταν πενιχρά. Όταν τελείωναν τα λεφτά τις τελευταίες μέρες του μήνα, έτρωγε λεμόνια με… ψωμί, να ξεγελάσει την πείνα του. Έπρεπε να πολεμήσει την ηττοπάθεια και το αίσθημα αποτυχίας. Είχε υποχρέωση να πετύχει.

Ήταν ένας κακός εργάτης, μέτριος μαθητής, ανίκανος να αποκτήσει ένα κορίτσι. Η ζωή της ονειρικής πόλης ήταν μονάχα στη φαντασία του και ο πλούτος ήταν το ανέφικτο και εξωπραγματικό όνειρο ενός χαζοεπαρχιώτη εφήβου. Έπρεπε μα μετριάσει την περηφάνια του  να μην είναι αιθεροβάμων και οι βλέψεις τους να μην είναι ουτοπικές.

Εκείνος ο χειμώνας ήταν βαρύς. Γκρίζα σύννεφα σκέπαζαν την πόλη και τα βουνά γύρω ήταν χιονισμένα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ήταν κοντά στο τέλος. Έξι μήνες του έμεναν για να πάρει το απολυτήριο από το νυχτερινό γυμνάσιο, για να δώσει εξετάσεις στη Γυμναστική Ακαδημία. Όταν άρχισαν αδυναμία, πυρετός και επίμονος βήχας και σε μια κρίση βήχα άρχισε να βγάζει από το στόμα του αίμα. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, αλλά όταν τα συμπτώματα επιδεινώθηκαν κατέληξε μια παγωμένη μέρα  στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, στα Βριλήσσια. Το βουνό του θάμπωσε τα μάτια, χαμένο σε ένα σάβανο χιονιού. Το χιόνι στροβιλίζεται εκεί έξω, αχανής η έκταση του ατσαλόγκριζου ουρανού. Η ομορφιά του φυσικού τοπίου: οι χιονοσκέπαστες κορυφές, το δάσος με τα κάτασπρα έλατα. Η παγερή αίσθηση του νοσοκομείου πλάι πλάι με την ομορφιά… Μια αφύσική σιωπή απλωνόταν παντού.Τις μέρες που θα ακολουθούσαν ο Ζώης  θα ανακάλυπτε την ιδιομορφία  του δάσους κοντά στις κορφές και την σοβαρότητα της κατάστασής του. Όταν τον έπιανε ο βήχας άρχιζε να ξερνά αίμα πλημμυρίζοντας τα ρούχα του, τα σεντόνια, το πάτωμα.

 Άρχιζε ένας γολγοθάς. Άρχισε η δική του δύσκολη  διαδρομή που είχε να διανύσει, θα περνούσε τα σύνορα μπαίνοντας στον υποχθόνιο κόσμο μιας αβέβαιης πορείας, όπως ακριβώς το ταξίδι του Χανς Κάστροπστον ξαδελφό του ΓιόχιμΤσίμσεν στο σανατόριο Μπέργκοχοφ της Ελβετίας, στο «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν…

Όλες οι ενδείξεις παρέπεμπαν σε φυματίωση. Μια αρρώστια επικίνδυνη και που έπρεπε να κρύψει από το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον. Είχε μια μεταδιδόμενη ασθένεια, κατεστραμμένο πνεύμονα και έφτυνε συνέχεια αίμα. Θα ήταν στιγματισμένος, φυματικός για πάντα. Θα ζούσε; Ο χτικιάρης τότε ήταν λίγο -πολύ ξεγραμμένος.Το μόνο που μπορούσε να περιμένει και ο ίδιος και οι δικοί του ήταν τον θάνατο. Φθισικός, χτικιάρης, μίασμα. Καταραμένη αρρώστια. Ύπουλη  αρρώστια. Απρόβλεπτη αρρώστια. Επάρατη νόσος. Λιώνανεοι φυματικοί από τον πυρετό και τους ανάγκαζε ο βήχας να ξερνούν αίμα.  Όνειρα, σπίτι, ρίζες, δουλειά, σχολείο, αγάπη, όλα τα έχανε ο Ζώης. Βίωνε το παγωμένο άγγιγμα του θανάτου. Θα σταματούσε αυτό το χτικιό να ροκανίζει τα σπλάχνα του;

Έτσι ο δεκαοχτάχρονος Ζώης βρέθηκε στην πτέρυγα των κολασμένων , στον μικρόκοσμο του σανατορίου μαζί με τον Στέλιο, τον χιώτη καπετάνιο, την Ασημίνα, τον Νικόλα τον Βουτσίνο, την Ευδοκία, τον διευθυντή Πολυχρονίου, τον γιατρό Γκατζόγια, τον Ανδρέα, την Αρετή, την Μαρία, την Νίκη, την Βασιλική, πάνω στο χιονισμένο βουνό, στο βουνό της σιωπής, στο Σανατόριο του Οίκου Ναύτου, ψηλά στην Πεντέλη. Αυτό εδώ ήταν το μέρος όπου άνθρωποι είχαν παλέψει με μια τρομερή ασθένεια, βήχοντας και φτύνοντας αίμα, όπου άνθρωποι είχαν πεθάνει.

«Αφήστε κάθε ελπίδα εσείς που περνάτε …» γράφει η επιγραφή στην πύλη της Κόλασης, στη «Θεία Κωμωδία» του ΝτάντεΑλιγκέρι. Έτσι ένιωσε ο δεκαοχτάχρονος Ζώης περνώντας την πύλη του Σανατορίου στην Πεντέλη.

Πόσους φυματικούς  καταγράφει η ιστορία: Γιώργος Καραϊσκάκης (ο ανδρισμός που επιδείκνυε συνεχώς και η αθυροστομία του, ήταν απόδειξη ότι ζει, ο φθισικός Καραϊσκάκης), Μαρία Πολυδούρη, Κώστας Κρυστάλλης, Γιάννης Ρίτσος, Μίκης Θεοδωράκης, κ.α.

Λευκή πανούκλα, την έλεγαν. Η αρρώστια αυτή χρειάζεται καθαρό αέρα ,μακριά από την ατμοσφαιρική ρύπανση της πόλης, ξηρό κλίμα, ηλιοθεραπεία, ξεκούραση, καλό φαγητό, ανέσεις και φάρμακα. Παλιότερα δεν υπήρχε φάρμακο για την φυματίωση. Εδώ στο σανατόριο δεν έρχεται σε επαφή μαζί τους ο υπόλοιπος πληθυσμός. Μάνες δεν έρχονταν να δουν τα παιδιά τους, αδέλφια τα αδέλφια τους , γυναίκες τους άντρες τους.

Το γράμμα που ήρθε από τη μάνα του Ζώη, ήταν μια σκληρή απαγόρευση. Σιωπή! Δεν είχε πάθει ποτέ τίποτα. Ήταν υγιής ,αλλιώς πώς θα έβγαινε από το σπίτι αν το μάθαιναν στο χωριό; Δεν είχε συμβεί σε αυτόν. Θα αναγκαζόταν να ζει απομονωμένος. Δεν είχε καμία λέξη οίκτου και αγάπης. Επιβαλλόταν επιβεβλημένη σιωπή. Δεν υπήρχε συμπόνια για την επονείδιστη ασθένειά του. Ο θάνατος δεν ήταν τίποτα γι΄ αυτήν μπροστά στην ντροπή και ο Θεός οπωσδήποτε ήταν απών. Είχε απομείνει μόνος.

Πώς νιώθει άραγε ένας άνθρωπος σαν είναι άρρωστος και αποδιωγμένος όχι μόνο από την κοινωνία, αλλά και από την ίδια του την οικογένεια; Πώς διαχειρίζεται τον πόνο, τη μοναξιά , την κατάθλιψη, τον φόβο του θανάτου;

Χέρι χέρι με τον θάνατο πορεύεται εκεί πάνω στο σανατόριο η ζωή. Η ζωή τους μετριέται με τις ανάσες…

Είχανε και αυτοί οι φυματικοί ανάγκη να γελάσουνε, να χαρούνε ή να βρίσουνε, να κουτσομπολέψουνε, να αστειευτούνε, να ρίξουνε τα μάτια τους πάνω σε μια γυναίκα, να της πετάξουνε κανένα πείραγμα και να ερωτευτούνε ακόμα .Όταν ζεις την κάθε σου μέρα απλώνοντας το ένα χέρι στη ζωή και το άλλο το κρύβεις μην το γραπώσει ο θάνατος, λαχταράς να εκμεταλλευτείς το κάθε λεπτό, να πάρεις άλλη μια ανάσα ζωής, γιατί ξέρεις καλά ότι μπορεί να είναι η τελευταία…

Στο σανατόριο ήταν πολύ εύκολο να εξελιχθεί μια ερωτική σχέση όπως και να τελειώσει γρήγορα. Ερωτικές προσεγγίσεις και σταδιακή φούντωση και φλόγα του πάθους. Ακόρεστη απόλαυση. Οφείλονται στο μικρό προσδόκιμο της ζωής των ασθενών. Αυτό ίσως χαλάρωνε ήθη, με αποτέλεσμα να αποχαλινώνονται οι άρρωστοι. Η ασθένεια τους ανάγκαζε να προσπαθούν να προλάβουν να τα γευτούνε όλα και η ηθική περνούσε σε δεύτερη μοίρα. Ή μπορεί, και όλα μαζί.

Είδε ο Ζώης αρρώστους να ορμούν να ρουφήξουν τη ζωή. Είδε αρρώστους να πεθαίνουν κάθε μέρα. Είδε εκεί μέσα υπέροχους και ριψοκίνδυνους ανθρώπους. Είδε πόσο μάταιη ήταν η ζωή. Είδε δαίμονες, που γεννούσε μέσα τους, η αρρώστια. Τα μικρά διαλείμματα και η διακωμώδηση των καθημερινών ευτράπελων έδιναν ένα υποφερτό χρώμα στην καταχνιά του σανατορίου. Ένιωσε φόβο, μοναξιά, τον λευκό τοίχο απέναντι. Του καρφώθηκε ο έρωτας στην καρδιά και είχε αρκετές τρυφερές ερωτικές σχέσεις μέσα στο σανατόριο. Ξεπέρασε τον φόβο του θανάτου, διότι κατάλαβε ότι ο φόβος μπορεί να τον σκοτώσει γρηγορότερα από την αρρώστια. Μια γαλήνη απλώθηκε στο σώμα του και πίστεψε ότι θα έφευγε από εκεί γιατρεμένος και μεγαλώνοντας θα κυριαρχούσε πάνω στις ανασφάλειες και στους φόβους του. Θα κυνηγούσε  το όνειρο. Σχεδίαζε το μέλλον του .Θα έβρισκε λύσεις εναλλακτικές για όλα.

Ο Ζώης θα πολεμούσε και θα έβγαινε νικητής, δεν θα εγκατέλειπε τη ζωή. Είναι αισιόδοξος με την επιστήμη, τους γιατρούς, τα φάρμακα, την διάγνωση  και παθιασμένος με τη ζωή. Πέρασε δύσκολες μέρες στο τέλος όμως είναι βέβαιο ότι θα βγει στο φως…

Ο συμπατριώτης μας Βαγγέλης Κούτας είχε πολλούς του κάτω κόσμου δικούς του. Αλλά δεν ήθελε να πάει εκεί .Ο Βαγγέλης Κούτας είναι με τον Σολωμό της ζωής, εκεί που φυτρώνει ένα λουλούδι ακόμα και στην πιο μικρή χαραμάδα…

Χαρισματικός αφηγητήςο Βαγγέλης Κούτας, κατέχει το δώρο της αφήγησης, που με πολλή δουλειά για πολλά χρόνια μπόρεσε να το εξελίξει. Γιατί διηγείται αριστοτεχνικά ένα θέμα που γνωρίζει καλά και που αφορούν πολλούς από εμάς τους λίγο μεγαλύτερους και λίγο νεότερους. Γιατί τολμά να μιλήσει για αυτά που κανείς ντρέπεται να μιλήσει και που είναι τόσο σημαντικά στη ζωή μας. Να ένας συγγραφέας που λέει την αλήθεια.

 

Ένα μυθιστόρημα σκληρής  ενηλικίωσης. Μια ενηλικίωση που αργεί , μια χειραφέτηση που αναβάλλεται. Μια βίαιη διακοπή της εφηβικής ζωής. Μια περιδιάβαση σε ένα κόσμο ερωτικής μαθητείας.

Ένα απολαυστικό και βαθιά προσωπικό μυθιστόρημα, γραμμένο με σβελτάδα και πάθος.

Ένα μυθιστόρημα ρηξικέλευθο, εκφραστικό, καθηλωτικό.

Ένα άρτιο δείγμα μυθοπλαστικής αυτοβιογραφίας, ένα από τα καλύτερα του είδους.

 

Ο Βαγγέλης Κούτας γεννήθηκε στη Βίγλα Άρτας του Αμβρακικού Κόλπου και ζει στη Νέα Ιωνία Αττικής. «Το βουνό της σιωπής» είναι το ένατο βιβλίο του.