Χρήστος Ντικμπασάνης: Δύο ποιήματα


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 1/10
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ξενύχτησα ελπίζοντας να συναντήσω
τον αργοπορημένο Ιησού
Τη λευκή του οπτασία αναζητούσα αιώνες
μέσα στις σταγόνες της βροχής, στους σταυρούς της ομίχλης,
στη ματωμένη γη, στο αδηφάγο σκοτάδι,
στ’ ασπρόρουχα της προδομένης ευτυχίας,
μέσα στα δάση της στραγγαλισμένης ανεξαρτησίας,
στις ξαναμμένες ανάσες των προγόνων μου,
στη διχοτομημένη μου πατρίδα
Κυνήγησα τη φωτεινή σκιά τους
ανάμεσα στα πεύκα, τα έλατα, τις μυρτιές
Δεκαετίες επιζητούσα το άγγιγμα του άσπιλου προσώπου τους
Σήμερα επιτέλους θα συναντήσω το Χριστό
μέσα στα ναυαγισμένα όνειρά μου,
στις παραλίες της υπόδουλης πλευράς της Κύπρου
με τα φύκια και τ’ αγκάθια, στο τρελό πέταγμα των πουλιών,
στα διάφανα κύματα της τρικυμισμένης θάλασσας,
στην ολόφωτη σιωπή των άστρων
Μια ολόκληρη ζωή πρόσμενα τον Κύριο
να μου αφηγηθεί με βουρκωμένα μάτια
τις ηρωικές ιστορίες της χώρας μου


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 1/10
ΟΙ ΦΩΝΕΣ


Γέρος πολύ και ακούω φωνές απ’ τα βάθη της αιώνιας νύχτας
Όχι του εξώκοσμου δάσους και των αποτρόπαιων δέντρων, 
ούτε του κέρβερου που αλυχτά στ’ απόκοσμα βουνά τα δρακοβάδιστα,
αλλά οι κραυγές εκείνων που ψυχορραγούν
κάτω απ’ τις ανομολόγητες ματιές του ανελέητο χρόνου

Όχι που αργούν στον άνεμο των τεράτων οι φρικτοί βρηχυθμοί
Όχι που πέφτει ο θάνατος σα δυνατή βροχή 
 και τρίζουν με βουλιμία τα μυτερά του δόντια
Όχι του ζώου που σπαρταράει κάτω απ’ του μαχαιριού την κόψη 
 τα πνιχτά και ασυλλάβιστα σκουξίματα
μα τις ιαχές ακούω της απόγνωσής μου
για τα όνειρα και τους πόθους μου που ξεψυχούν 
 πριν καν πολεμήσουν για τη ζωή τους που χάνεται