Χρήστος Ντικμπασάνης: Δύο αντιπολεμικά ποιήματα

 


ΑΔΕΙΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

      

Ξυπνάει η ζωή τρομαγμένη

απ’ τις κραυγές της Άνοιξης

Ανθίζει τριγύρω της ο άνεμος του θανάτου

Σκάει η καρδιά της

απ’ τη νέκρωση των ονείρων μας

Ανατριχιαστικοί ήχοι

πεισμώνουν την σιωπή της πόλης μας

Εκρήξεις, οιμωγές

Ύστερα σιγή φόβου

Σκοτεινοί θεοί ανάβουν

φωτιές στους ορίζοντες

Τα χέρια μας ανάπηρα

δεν αγκαλιάζουν πια τίποτε

Το φως του ήλιου φυλακίζεται στην άβυσσο

Δε φθάνει στη ψυχή μας

Μόνο οι λάμψεις της πληγωμένης σελήνης

κρύβουν την ανήμπορη αλήθεια

Η παράνοια του πολέμου

απογυμνώνει την ελπίδα,

αδειάζει τον ουρανό απ’ τα αστέρια

και τους δρόμους απ’ τα χαμόγελα των παιδιών

 

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

         

Φωτιά καίει το σώμα

της ελπίδας και των ονείρων μας

Ο θάνατος καιροφυλακτεί

τις ξεμοναχιασμένες στιγμές της ζωής μας

Δεν τον υποψιάζεται όμως κανείς ζωντανός

Όλοι είναι απασχολημένοι

με τον αφανισμό των αλλοτρίων

Οι νεκροί που τον αντιλαμβάνονται

δεν είναι πια σε θέση

να τον πιάσουν απ’ το χέρι

και να τον οδηγήσουν πίσω στην άβυσσο

απ’ όπου ήρθε μεγαλειώδης και αδυσώπητος

 

Φωτιά επάνω απ’ την πόλη

και τους αδέσποτους πόθους μας

που ανέμελοι παίζουν κρυφτό μαζί μας

χωρίς να βλέπουν την κρυψώνα του χάρου,

παρ’ όλο που αυτός τους παρατηρεί χρόνια τώρα

 

Κάποιες φορές, όπως σήμερα,

ξεμυτάει μεγαλοπρεπής και κυρίαρχος

μα είναι αργά πολύ αργά

να του ξεφύγουμε με χέρια δεμένα στο ζυγό

της απληστίας, του συμφέροντος, της ματαιοδοξίας

 

Φωτιά επάνω απ’ την ερημωμένη πόλη

Ο θάνατος ξεπροβάλλει από μέσα της αγέρωχος,

κρατώντας στην αγκαλιά του την Ειρήνη,

ένα λευκό περιστέρι

με ματωμένες και τις δυο του φτερούγες