Η φιλόλογος και πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας Δήμητρα Γεράση φιλοξενείται σήμερα στις Τέχνες για να μας συστήσει τον εαυτό της, αλλά και το πρώτο της πνευματικό παιδί. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Η πρώτη συνάντηση», που κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Περισσότερες λεπτομέρειες στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Κυρία Γεράση, είστε πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας. Το πρώτο σας βιβλίο κυκλοφόρησε αρκετά πρόσφατα και είναι αυτό που σας εισάγει στην ουσία στον μαγικό και πολύ αγαπητό χώρο του βιβλίου. Πείτε μας δυο λόγια για εσάς και τις συγγραφικές σας δραστηριότητες. Ποια είναι η Δήμητρα Γεράση που φιλοξενούμε σήμερα στις Τέχνες, με τι ασχολείται και ποια είναι η συγγραφική της πορεία και εμπειρία μέχρι σήμερα;
Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία. Είμαι η Δήμητρα Γεράση και, όπως αναφέρατε, το πρώτο μου βιβλίο Η πρώτη συνάντηση κυκλοφόρησε πρόσφατα και σηματοδοτεί την πρώτη μου εμφάνιση στον κόσμο του βιβλίου. Η σχέση μου με τη λογοτεχνία όμως ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, μέσα από την ανάγνωση, τη μελέτη και τη συγγραφή μικρών κειμένων. Πριν φτάσω στην έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, έχω ασχοληθεί ενεργά με τη μετάφραση, κάτι που με βοήθησε να γνωρίσω διαφορετικές φωνές και τρόπους γραφής και να εμπλουτίσω τη δική μου γραφή. Παράλληλα, έχω δημοσιεύσει διηγήματα σε ηλεκτρονικά περιοδικά, κάτι που μου έδωσε την ευκαιρία να πειραματιστώ με τις φόρμες, να ακούσω την ανατροφοδότηση των αναγνωστών και να σφυρηλατήσω τη φωνή μου ως συγγραφέας. Σήμερα, με το πρώτο μου βιβλίο, νιώθω ότι εισέρχομαι στον μαγικό χώρο του βιβλίου, αυτόν που πάντα αγαπούσα και που με εμπνέει να συνεχίζω να γράφω. Η συγγραφική μου πορεία μέχρι τώρα ήταν σταδιακή και πειραματική, αλλά κάθε δημοσίευση, κάθε μετάφραση, κάθε διήγημα ήταν ένα βήμα που με οδήγησε εδώ.
Η επαγγελματική σας ενασχόληση ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση και η καθημερινή επαφή σας με έργα σπουδαίων συγγραφέων παλαιότερων και νεώτερων επηρεάζουν κατά κάποιον τρόπο το μέγεθος της αγάπης σας για τη λογοτεχνία; Νιώθετε αυτή την επιρροή κι αν ναι, τη νιώθατε από πάντα;
Η ενασχόλησή μου με τη φιλολογία και η καθημερινή επαφή μου με τη λογοτεχνία μέσα από τη δημόσια εκπαίδευση σίγουρα επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τη βιώνω, όχι όμως με έναν μονοδιάστατο τρόπο. Από τη μία πλευρά, η επαφή με έργα σπουδαίων συγγραφέων, παλαιότερων και νεότερων, λειτουργεί διαρκώς ως υπενθύμιση της δύναμης του λόγου και της πολυμορφίας της λογοτεχνικής έκφρασης. Σε φέρνει καθημερινά αντιμέτωπο με υψηλά μέτρα, με διαφορετικές φωνές και με τρόπους αφήγησης που σε κάνουν να ξανασκέφτεσαι τι σημαίνει να γράφεις. Από την άλλη, αυτή η επαφή μπορεί κάποιες φορές να γίνει και απαιτητική· υπάρχει πάντα η πρόκληση να μη γίνει η λογοτεχνία μόνο αντικείμενο ανάλυσης ή διδασκαλίας. Χρειάστηκε χρόνος για να μάθω να κρατώ ζωντανή τη χαρά της ανάγνωσης και τη συγκίνηση της ιστορίας πέρα από το «μάθημα». Πάντως μπορώ να πω ότι αυτή η διπλή ιδιότητα —της φιλολόγου και της συγγραφέα— λειτουργεί γόνιμα. Η αγάπη μου για τη λογοτεχνία δεν μειώθηκε, αντίθετα ωρίμασε. Έγινε πιο συνειδητή, πιο απαιτητική, αλλά και πιο ουσιαστική. Και ίσως ακριβώς αυτή η συνεχής συνομιλία με τα κείμενα, μέσα και έξω από την τάξη, να είναι αυτό που με ωθεί να συνεχίζω να γράφω.
Τι σημαίνει για εσάς συγγραφή; Πόσο πολύ ή λίγο πρωταγωνιστεί στη ζωή σας και ποιες βαθύτερες ανάγκες σας εξυπηρετεί;
Για μένα η συγγραφή δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα, αλλά ένας τρόπος να κατανοώ τον κόσμο και τον εαυτό μου. Δεν πρωταγωνιστεί διαρκώς με την έννοια της καθημερινής, αδιάκοπης πράξης· υπάρχει όμως πάντα στο βάθος, σαν μια εσωτερική διεργασία που δουλεύει ακόμη κι όταν δεν γράφω. Είναι κάτι που συνοδεύει τη σκέψη μου, την παρατήρηση, τον τρόπο που προσλαμβάνω όσα συμβαίνουν γύρω μου. Η συγγραφή εξυπηρετεί βαθύτερες ανάγκες: την ανάγκη να δώσω μορφή σε συναισθήματα και εμπειρίες που αλλιώς θα έμεναν ακαθόριστα, να φωτίσω μικρές στιγμές που συχνά περνούν απαρατήρητες, να δημιουργήσω έναν χώρο όπου μπορώ να είμαι απολύτως ειλικρινής. Μέσα από τη γραφή, τα πράγματα αποκτούν νόημα, συνοχή, ακόμη κι όταν είναι ατελή ή αντιφατικά. Ταυτόχρονα, είναι και μια πράξη επικοινωνίας. Μια προσπάθεια να συναντηθώ με τον άλλον —τον αναγνώστη— σε ένα κοινό έδαφος εμπειριών και συναισθημάτων. Έτσι, η συγγραφή για μένα δεν είναι ούτε καταφύγιο ούτε επίδειξη· είναι ένας ήσυχος, αλλά επίμονος τρόπος να υπάρχω και να συνομιλώ με τον κόσμο.
Δεδομένου ότι έχετε ασχοληθεί και με τη μετάφραση και έχετε δημοσιεύσει διηγήματά σας σε λογοτεχνικά περιοδικά κατά το παρελθόν, γιατί τώρα πήρατε την απόφαση να προβείτε και στο επόμενο βήμα, το πιο σημαντικό για έναν δημιουργό, να εκδώσετε δηλαδή το πρώτο σας βιβλίο με το οποίο επισημοποιείτε ακόμα περισσότερο την ιδιότητά σας ως συγγραφέας;
Η απόφαση να εκδώσω το πρώτο μου βιβλίο ήταν αποτέλεσμα μιας φυσικής εξέλιξης της πορείας μου στη λογοτεχνία. Μέχρι τώρα, η μετάφραση και η δημοσίευση διηγημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά μου επέτρεπαν να πειραματιστώ με τη γλώσσα, να δοκιμάσω φωνές και φόρμες, και να δω πώς αντιδρούν οι αναγνώστες σε μικρότερες ενότητες γραφής. Ήταν ένας τρόπος να χτίσω σταδιακά τη σχέση μου με τη λογοτεχνία, χωρίς πίεση, αλλά με πολύ προσωπική αφοσίωση. Όμως, έφτασε η στιγμή που ένιωσα πως οι ιστορίες που είχα συγκεντρώσει ζητούσαν έναν δικό τους χώρο, να ζήσουν μαζί σε μια συλλογή που να τους δίνει συνέχεια και συνοχή. Το πρώτο βιβλίο είναι κάτι περισσότερο από μια δημοσίευση· είναι μια επισφράγιση, μια «οριστικοποίηση» της φωνής μου ως συγγραφέας. Η έκδοση αυτή δεν ήρθε από επιθυμία για αναγνώριση ή επίδειξη, αλλά από την ανάγκη να μοιραστώ με τους αναγνώστες έναν κόσμο που ήδη υπήρχε μέσα μου, έναν κόσμο που η μικρή φόρμα των περιοδικών δεν μπορούσε να περιλάβει στο σύνολό του. Με το βιβλίο, οι ιστορίες αποκτούν βαρύτητα και αυτοτέλεια, και εγώ νιώθω πως κάνω το επόμενο φυσικό βήμα στο ταξίδι μου ως δημιουργός.
Ποια ιδιότητά σας υπερτερεί έναντι της άλλης, της συγγραφέα ή της μεταφράστριας; Ποιες οι δυσκολίες της μιας και της άλλης ενασχόλησης και ποιες οι προκλήσεις και τα δώρα τους;
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ποια ιδιότητα υπερτερεί, θα έλεγα πως είναι εκείνη της συγγραφέα. Η συγγραφή είναι ο πιο άμεσος και βαθύς τρόπος έκφρασής μου· είναι το σημείο όπου αισθάνομαι ότι μιλώ με τη δική μου φωνή, χωρίς διαμεσολαβήσεις. Είναι μια διαδικασία απαιτητική και συχνά εύθραυστη, γιατί ξεκινά από το μηδέν και προϋποθέτει έκθεση, ειλικρίνεια και τόλμη. Η δυσκολία της βρίσκεται ακριβώς σε αυτό: ότι καλείσαι να δημιουργήσεις έναν κόσμο από την αρχή και να σταθείς απέναντί του χωρίς προστατευτικά φίλτρα. Το μεγάλο της δώρο, όμως, είναι η αίσθηση της αυθεντικής δημιουργίας και της ελευθερίας.
Η μετάφραση, από την άλλη, παραμένει μια πολύ σημαντική και γόνιμη ενασχόληση. Πρόκειται για μια απαιτητική διαδικασία που χρειάζεται ακρίβεια, βαθιά κατανόηση του πρωτότυπου κειμένου και σεβασμό στη φωνή του άλλου. Η πρόκλησή της είναι να αποδώσεις όχι μόνο το νόημα, αλλά και το ύφος, τη μουσικότητα και τις λεπτές αποχρώσεις της γλώσσας. Το δώρο της είναι ότι σε εκπαιδεύει στη λεπτομέρεια, στη γλωσσική ευαισθησία και στη συνειδητή χρήση των λέξεων. Για μένα, οι δύο ιδιότητες λειτουργούν συμπληρωματικά, αλλά η συγγραφή είναι εκείνη που με εκφράζει περισσότερο σήμερα.
Ποιοι συγγραφείς έχουν επηρεάσει τον τρόπο σκέψης και γραφής σας; Είναι εμφανείς οι επιρροές τους στα δικά σας πονήματα ή φροντίζετε διακριτικά να χτίσετε ένα προσωπικό ύφος γραφής το οποίο σταδιακά θα επιδιώξετε να είναι αναγνωριστικό της δικής σας πένας;
Γενικά διαβάζω πολύ και θεωρώ πως η ανάγνωση είναι καθοριστική όχι μόνο για τον τρόπο που γράφω, αλλά και για τον τρόπο που σκέφτομαι. Μέσα από τα βιβλία έρχομαι σε επαφή με διαφορετικές φωνές, εποχές και αφηγηματικούς τρόπους, και αυτή η συνεχής τριβή λειτουργεί αναπόφευκτα διαμορφωτικά. Ανάμεσα στις επιρροές μου ξεχωρίζει η Τζέην Όστιν, κυρίως για τη λεπτή ειρωνεία της, την παρατηρητικότητα και τον τρόπο με τον οποίο φωτίζει τις ανθρώπινες σχέσεις και τους κοινωνικούς ρόλους μέσα από φαινομενικά απλές ιστορίες και βέβαια με το happy end. Παράλληλα, η λογοτεχνία του φανταστικού με έχει επηρεάσει βαθιά, όχι τόσο ως προς την εξωτερική πλοκή, όσο ως προς τη δυνατότητά της να μιλά συμβολικά για την πραγματικότητα, να δημιουργεί κόσμους. Παρότι αυτές οι επιρροές υπάρχουν, με ενδιαφέρει να χτίζω σταδιακά ένα προσωπικό ύφος γραφής, όπου οι αναγνωστικές μου καταβολές δεν κυριαρχούν εμφανώς, αλλά αφομοιώνονται δημιουργικά.
Ποια είναι η προσδοκία σας ως νέα συγγραφέας; Η αναγνωρισιμότητα, το μοίρασμα, τη επικοινωνία με το αναγνωστικό σας κοινό, ο απεγκλωβισμός βαθύτερων σκέψεων και επιθυμιών, η απελευθέρωση γενικότερα ή και κάτι άλλο;
Ως νέα συγγραφέας, η προσδοκία μου δεν είναι πρωτίστως η αναγνωρισιμότητα. Αν έρθει, θα είναι ευπρόσδεκτη, αλλά δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το μοίρασμα και η επικοινωνία με τον αναγνώστη — η αίσθηση ότι ένα κείμενο βρίσκει τον δρόμο του και συναντά κάποιον την κατάλληλη στιγμή. Η γραφή για μένα λειτουργεί και ως τρόπος απεγκλωβισμού σκέψεων και συναισθημάτων, ως μια διαδικασία κατανόησης όσων με απασχολούν βαθύτερα. Μέσα από τις ιστορίες, πράγματα που μοιάζουν ασαφή ή ανείπωτα αποκτούν μορφή και χώρο. Υπάρχει σίγουρα και το στοιχείο της απελευθέρωσης, όχι με την έννοια της εκτόνωσης, αλλά της ειλικρινούς έκφρασης. Αν έπρεπε να συνοψίσω την προσδοκία μου σε μία φράση, θα έλεγα πως επιθυμώ τα κείμενά μου να λειτουργούν ως γέφυρες: να ενώνουν εμπειρίες, σκέψεις και ανθρώπους, να δημιουργούν μια αθόρυβη, αλλά ουσιαστική συνομιλία.
Πώς αισθανθήκατε όταν για πρώτη φορά πιάσατε το βιβλίο σας στα χέρια σας; Χαρά, συγκίνηση, ευτυχία, ανακούφιση, δικαίωση, πληρότητα; Τι απ’ όλα αυτά και γιατί;
Όταν κράτησα για πρώτη φορά το βιβλίο στα χέρια μου, το συναίσθημα που κυριάρχησε ήταν ένας συνδυασμός χαράς και συγκίνησης, αλλά όχι με τον τρόπο της έκρηξης· περισσότερο σαν μια ήσυχη, βαθιά ανακούφιση. Ήταν η στιγμή που κάτι άυλο, που για καιρό υπήρχε μόνο στο μυαλό και στα αρχεία μου, απέκτησε υλική υπόσταση. Ένιωσα ότι ένας κύκλος έκλεισε όπως έπρεπε, ότι οι ιστορίες βρήκαν τον χώρο τους και τον τρόπο τους. Υπήρχε και χαρά, φυσικά, αλλά μαζί της και μια αίσθηση ευθύνης: από τη στιγμή που το βιβλίο υπάρχει, δεν ανήκει πια μόνο σε μένα. Ίσως τελικά το πιο δυνατό συναίσθημα να ήταν η ευγνωμοσύνη, για τη διαδρομή, για τους ανθρώπους που συνέβαλαν, και για το γεγονός ότι αυτή η πρώτη συνάντηση έγινε πραγματικότητα.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Βακχικόν» το πρώτο σας βιβλίο, συγκεκριμένα η συλλογή διηγημάτων σας που φέρει τον τίτλο «Η πρώτη συνάντηση». Η συλλογή σας αυτή δανείζεται τον τίτλο της από το τελευταίο διήγημά σας που είναι στην ουσία μικροδιήγημα. Από αυτό το τελευταίο έργο σας δικαιολογείται και η επιλογή της εικόνας που φιλοξενείται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Μιλήστε μας γι’ αυτές τις δύο επιλογές σας. Ποια η σημαντικότητά τους και γιατί αυτές συγκεκριμένα;
Ο τίτλος Η πρώτη συνάντηση προέρχεται πράγματι από το τελευταίο κείμενο της συλλογής, ένα μικροδιήγημα που λειτουργεί, με έναν τρόπο, ως επίλογος αλλά και ως κλειδί για την ανάγνωση ολόκληρου του βιβλίου. Η επιλογή του τίτλου δεν ήταν τυχαία· με ενδιέφερε να λειτουργεί όχι μόνο ως αναφορά σε ένα συγκεκριμένο διήγημα, αλλά και ως έννοια που διατρέχει υπόγεια όλα τα κείμενα της συλλογής. Κάθε ιστορία είναι μια μορφή συνάντησης: με έναν άλλον άνθρωπο, με μια μνήμη, με μια εσωτερική αλήθεια ή ακόμη και με το απροσδιόριστο και το φανταστικό. Το γεγονός ότι ο τίτλος προέρχεται από ένα μικροδιήγημα έχει επίσης τη σημασία του. Το συγκεκριμένο κείμενο, παρά τη μικρή του έκταση, συμπυκνώνει την πρόθεση του βιβλίου: τη δύναμη της στιγμής, της πρώτης επαφής, εκείνου του λεπτού όπου κάτι αρχίζει ή αλλάζει ανεπαίσθητα. Με αυτή την έννοια, ένιωσα ότι μπορούσε να εκπροσωπήσει το σύνολο της συλλογής.
Όσον αφορά το εξώφυλλο, η εικόνα που φιλοξενείται σε αυτό συνδέεται άμεσα με το τελευταίο αυτό κείμενο και με την αίσθηση της συνάντησης, της προσμονής και της σιωπηλής επικοινωνίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιλογή της εικόνας ήταν πρόταση του εκδότη, την οποία αγκάλιασα από την πρώτη στιγμή, καθώς αποτύπωνε με ακρίβεια το κλίμα του βιβλίου. Η συνεργασία αυτή λειτούργησε ουσιαστικά και δημιουργικά, γιατί η εικόνα δεν «εξηγεί» το βιβλίο, αλλά το υπονοεί.
Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενο του βιβλίου σας. Πόσα διηγήματα περιέχει η συλλογή σας και τι θέματα πραγματεύονται;
Η Πρώτη συνάντηση είναι μια συλλογή εννέα διηγημάτων που κινείται ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, στο ρεαλιστικό και το φανταστικό. Τα κείμενα της συλλογής είναι αυτόνομα, αλλά συνομιλούν μεταξύ τους μέσα από κοινές θεματικές και μια κοινή αίσθηση. Οι ιστορίες πραγματεύονται ζητήματα της σύγχρονης ζωής, όπως η μοναξιά, η ανάγκη για επικοινωνία, η απώλεια, η μνήμη, αλλά και η ελπίδα και η προσδοκία. Σε όλα τα διηγήματα υπάρχει η παρουσία του φανταστικού ή του παραμυθικού στοιχείου, όχι ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως ένας διαφορετικός τρόπος να φωτιστούν υπαρκτά κοινωνικά και ανθρώπινα προβλήματα.
Τα διηγήματά σας περιβάλλονται από μια δόση χιούμορ και μπόλικη φαντασία. Γιατί επιλέξατε να κινηθείτε προς αυτή την κατεύθυνση αφήνοντας επιτηδευμένα στην άκρη τον ρεαλισμό; Θεωρείτε ευεργετική τη φυγή του ανθρώπου από την πραγματικότητα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης;
Το χιούμορ και η φαντασία δεν αποτέλεσαν για μένα μια συνειδητή φυγή από τον ρεαλισμό, αλλά έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισής του. Συχνά, η πραγματικότητα γίνεται πιο ευανάγνωστη όταν τη δεις από μια μικρή απόσταση — όταν την παραμορφώσεις ελαφρώς, όταν της επιτρέψεις να περάσει μέσα από το φίλτρο του φανταστικού ή του παιχνιδιού. Το χιούμορ, ειδικά, λειτουργεί ως μια μορφή άμυνας αλλά και ως εργαλείο αποκάλυψης· μπορεί να φωτίσει δύσκολες ή σκοτεινές πλευρές της ζωής χωρίς διδακτισμό.
Δεν άφησα τον ρεαλισμό στην άκρη, θα έλεγα μάλλον ότι τον μετατόπισα. Οι ιστορίες ξεκινούν συχνά από απολύτως υπαρκτές καταστάσεις, συναισθήματα και κοινωνικές αγωνίες, αλλά επιλέγουν να τις αφηγηθούν με έναν τρόπο λιγότερο ευθύ. Το φανταστικό και το παραμυθικό στοιχείο μου έδωσαν την ελευθερία να μιλήσω για τη μοναξιά, την απώλεια, την ανάγκη για επικοινωνία ή τη φθορά, χωρίς να εγκλωβιστώ σε μια αυστηρά ρεαλιστική αναπαράσταση.
Όσο για το αν η φυγή είναι ευεργετική, πιστεύω πως ναι — αρκεί να μην είναι φυγή απόδρασης, αλλά επιστροφής. Η ανάγνωση μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ασφαλές διάλειμμα από την καθημερινότητα, μέσα στο οποίο ο αναγνώστης δεν απομακρύνεται από την πραγματικότητα, αλλά επιστρέφει σε αυτήν με μια διαφορετική ματιά. Και αν το χιούμορ και η φαντασία βοηθούν σε αυτό, τότε θεωρώ πως έχουν επιτελέσει τον σκοπό τους.
Οι ιστορίες του βιβλίου σας είναι κατάλληλες προς ανάγνωση από το εφηβικό αναγνωστικό κοινό ή απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο στο ενήλικο; Ποια η γνώμη σας;
Δεν έγραψα τις ιστορίες με αυστηρό ηλικιακό προσδιορισμό στο μυαλό μου, ούτε με την πρόθεση να απευθυνθώ αποκλειστικά σε ένα ενήλικο κοινό. Θα έλεγα πως τα διηγήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν και από εφήβους, ιδίως μεγαλύτερης ηλικίας, καθώς η γλώσσα και η αφήγηση δεν είναι δυσπρόσιτες. Tο βιβλίο απευθύνεται σε αναγνώστες που είναι πρόθυμοι να αφεθούν στην ιστορία, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Μιλήστε μας για την εμπειρία σας μέχρι τώρα από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι, τις εκδόσεις «Βακχικόν».
Η εμπειρία μου μέχρι τώρα από τη συνεργασία με τις εκδόσεις «Βακχικόν» είναι ιδιαίτερα θετική και ουσιαστική. Από την αρχή υπήρξε ανοιχτή επικοινωνία, σεβασμός στο κείμενο και πραγματικό ενδιαφέρον για το βιβλίο, όχι μόνο ως εκδοτικό προϊόν αλλά ως λογοτεχνικό έργο. Ως πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας, ήταν σημαντικό για μένα να νιώθω ότι το βιβλίο μου αντιμετωπίζεται με φροντίδα και σοβαρότητα. Η καθοδήγηση, οι προτάσεις και η συνολική επιμέλεια έγιναν με τρόπο διακριτικό και δημιουργικό, αφήνοντάς μου χώρο να διατηρήσω τη φωνή και την πρόθεσή μου ως συγγραφέα. Πραγματικά οι εκδόσεις «Βακχικόν» στάθηκαν πολύτιμος συνοδοιπόρος σε αυτή την πρώτη συνάντησή μου με τον κόσμο του βιβλίου και τους ευχαριστώ πολύ.
Γράφετε κάτι νέο αυτό το διάστημα; Σχεδιάζετε την έκδοση κάποιου άλλου σας βιβλίου μελλοντικά;
Ναι, ήδη δουλεύω πάνω σε νέο υλικό. Βρίσκομαι σε μια φάση εξερεύνησης, όπου οι ιστορίες ακόμη διαμορφώνονται, αλλά αρχίζουν να αποκτούν τον δικό τους ρυθμό. Δεν βιάζομαι να τις οριστικοποιήσω· θέλω να τους δώσω τον χρόνο να αναπνεύσουν και να δείξουν τι πραγματικά ζητούν. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι και πάλι ασχολούμαι με διηγήματα, αλλά σε ένα ιστορικό πλαίσιο αυτή τη φορά.
Πείτε μας μια ευχή σας για το μέλλον που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε.
Η ευχή μου για το μέλλον είναι να μπορώ να συνεχίσω να γράφω με την ίδια ειλικρίνεια και ανάγκη, χωρίς να χάσω τη χαρά και την περιέργεια που με οδήγησαν στη γραφή εξαρχής. Να υπάρχουν πάντα ιστορίες που ζητούν να ειπωθούν και άνθρωποι πρόθυμοι να τις συναντήσουν. Και, πάνω απ’ όλα, να παραμένει ζωντανή αυτή η αθόρυβη αλλά ουσιαστική συνομιλία ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη.
Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από ένα διήγημα του βιβλίου σας.
“Το να βοηθήσεις λοιπόν έναν άνθρωπο να βρει τον μεγάλο έρωτα ακούγεται ωραίο και ευγενικό, αλλά δεν είναι και εύκολο, ειδικά όταν είσαι ένα βιβλίο, και μάλιστα ένα βιβλίο που δεν το διαβάζει κανείς πια. Εξάλλου το θέμα δεν είναι μόνο να τον βρεις, πρέπει να υπάρξει και ανταπόκριση από την άλλη πλευρά. Σκούρα τα πράγματα. Και είπαμε, δεν με έχει γράψει ούτε ο Ντοστογιέφσκι ούτε ο Αϊνστάιν, ένα απλό ρομάντζο είμαι. Γι’ αυτό όμως ξέρω από αισθηματικά ζητήματα κι έχω και τη συμπαράσταση των φίλων μου. Όλοι μαζί κάτι θα πετύχουμε. Πρέπει να είμαστε όλοι μας σε επαγρύπνηση και μόλις παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, να δράσουμε, όπως λέει πάντα ο άλλος βασικός μου ήρωας, που ήταν κατάσκοπος στον Δεύτερο Παγκόσμιο.” (The library of unborrowed books)
Κύριε Γεράση, σας ευχαριστώ πολύ για την αποδοχή της πρόσκλησής μας. Καλοτάξιδο το πρώτο σας βιβλίο και καλοδιάβαστο. Ας είναι η αρχή για πολλά ακόμα και αξιόλογα βιβλία που θα έρθουν!
Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία!
Βιογραφικό:
Η Δήμητρα Γεράση γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε στο τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ και εργάζεται ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση. Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση, ενώ διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Η πρώτη συνάντηση είναι η πρώτη της συλλογή διηγημάτων.





0 Σχόλια