Η εμβληματική μορφή «Φαίδρα» του Γιάννη Ρίτσου γίνεται
παράσταση υπό τη σκηνοθετική ματιά του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου με τη Βανέσσα
Βαΐτση και τον Κωνσταντίνο Ντάτη στο θέατρο Αλκμήνη. Πρόκειται για μια
παθιασμένη και φλογερή Φαίδρα, τρελή από τον πόθο για τον γιο του συζύγου της,
τον Ιππόλυτο. Τα κύρια θέματα με τα οποία καταπιάνεται το έργο είναι: ο
ανήθικος κι ανομολόγητος, μέχρι στιγμής έρωτας, τα άγρια πάθη που αναδύονται
από αυτόν, η μοναξιά, η ηθική ενάντια στην επιθυμία. Η Φαίδρα, μην αντέχοντας
άλλο να κρύβει τα συναισθήματά της προς τον γιο του άντρα της, προχωρά σε μία,
μέχρι στιγμής, ανομολόγητη ερωτική εξομολόγηση.
Η Βανέσσα Βαΐτση στον ρόλο της Φαίδρας παρουσιάζεται άκρως
ερωτική και χαμένη από τα συναισθήματά της για τον Ιππόλυτο. Μην αντέχοντας
άλλο να κρύβει τον πόθο που την καίει του τον φανερώνει σε κατάσταση αλλοφροσύνης.
Ερμηνευτικά η ερμηνεύτρια την προσεγγίζει και μέσα από τον μονόλογό της μάς
μεταδίδει τη Φαίδρα της, την κάνει κτήμα δικό της και μας μεταδίδει όλον τον
εσωτερικό της κόσμο, ο οποίος φαίνεται κατακερματισμένος. Με λαχανιασμένη φωνή,
ανάσες, άλλοτε κοφτές άλλοτε βαθιές, βλέμμα χαμένο και μεθυσμένο από τη φλόγα
που την καίει άλλοτε χαμογελάει δείχνοντας ειρωνεία στα ίδια της τα λεγόμενα κι
άλλοτε μανιασμένα εκφράζοντας τον θυμό για τους γύρω και για τον άντρα που έχει
γίνει αντικείμενο του ασίγαστου πόθου της. Η Βανέσσα Βαΐτση καταφέρνει να μας
κρατήσει υπνωτισμένους με την παθιασμένη ερμηνεία της αλλά και περίεργους για
την έκβαση αυτού του έρωτα. Ο Γιάννης Ρίτσος στην προσπάθειά του να την κάνει
πιο σύγχρονη την περιγράφει με τσιγάρο, ένα στοιχείο που σκηνοθετικά κρατάει
και ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος για να δείξει τη διαχρονικότητα του
απαγορευμένου. Σε αντίθεση με τη Φαίδρα βλέπουμε έναν Ιππόλυτο ακίνητο χωρίς να
μιλά και απλά να την κοιτάζει, ίσως με ένα βλέμμα περιέργειας κι αμηχανίας. Η
δική του στάση μπορεί να ερμηνευτεί είτε ως ψυχρή είτε ως αμυντική, σε κάθε
περίπτωση δεν ενδίδει στον έρωτα της μητριάς του. Η στάση σώματός του στο
μεγαλύτερο μέρος της παράστασης μένει άκαμπτη κάποια στιγμή καθώς η Φαίδρα
προχωρά σε περισσότερες λεπτομέρειες για το πάθος, που καίει την ψυχή της, εκείνος
λυγίζει και πέφτει στο πάτωμα σε στάση εμβρύου και κλείνει τα αφτιά του, σαν να
μην θέλει να την ακούει. Το τέλος της παράστασης, για όσους δεν γνωρίζουν από
το έργο του Γιάννη Ρίτσου, είναι απρόσμενο και απότομο. Η ανατροπή συμβαίνει
στο τέλος της ερωτικής εξομολόγησης κι όταν ο Ιππόλυτος θα φύγει από το σπίτι
και η Φαίδρα θα μείνει πάλι μόνη στη σκηνή και τα φώτα θα έχουν σβήσει.
Το σκηνικό είναι το σαλόνι του σπιτιού τους με ακριβά και
ξύλινα έπιπλα και διακοσμητικά αλλά και με βαριά και κόκκινα υφάσματα, όπως και
ο φωτισμός στην αρχή και το τέλος της παράστασης. Όπως άλλωστε και η ίδια η
Φαίδρα που έχει κόκκινα μαλλιά. Όλο το έργο θα μπορούσε να θυμίζει είτε τον
έρωτα είτε μια ανοιχτή πληγή, όπως παρουσιάζεται άλλωστε και στο κείμενο του
Ρίτσου ο έρωτας της Φαίδρας. Η ενδυμασία της Φαίδρας και του Ιππόλυτου είναι
ανάλογη της εποχής, η Φαίδρα ακόμα και στο κομμάτι της ενδυμασίας εμφανίζεται
άκρως ερωτική. Εκείνη με ξέπλεκα και μπερδεμένα, κόκκινα μαλλιά και μαύρο μακρύ
φόρεμα με ανοιχτό ντεκολτέ.
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση και κρατήσεις θέσεων: εδώ
.jpg)



0 Σχόλια