Δημήτρης Πέτρου Γρίβας
- Ο φιλόλογος
- Ο ιστορικός
- Ο λαογράφος
- Ο συγγραφέας
- Ο δημοσιογράφος
- Ο επιχειρηματίας
- Ο παναργιθεάτης
Τόπος και έτος έκδοσης: Αθήνα 2025
Σελίδες: 502
ISBN: 978-960-89909-1-3
ISBN: 978-618-86726-1-1
και Πολιτιστικός Σύλλογος Λεοντίτου «Ο πλάτανος»
«Λεοντίτο, χωριό της
Αργιθέας του νομού Καρδίτσας, χτισμένο στα 1000 μ., ψηλά στ΄ Αγραφιώτικα βουνά.
Παλιότερα, γεωργοκτηνοτρόφοι οι κάτοικοί του, άλλοι ξεχειμώνιαζαν
εκεί κι άλλοι με τα «ζωντανά» τους ροβόλαγαν κατά τα χειμαδιά. Πέτρινα αυτά
τα χρόνια. Δεν είναι και λίγο να ξεχερσώνεις ριζιμιά με τον κασμά, να σπέρνεις
στα ξερ(ι)κά, να σου πληγιάζει τον ώμο η τριχιά στο ζαλίκωμα, να μετράς τη μέρα
με το έβγα του ήλιου και τα απόσκια, και τη νύχτα με την Πούλια, τον Αυγερινό
και τη χάση του φεγγαριού.
Οι πρόγονοί μας ρίζωσαν σε κείνες τις πλαγιές με
στεριωμένη μέσα τους την πίστη πως δεν περισσεύει καιρός για απογοήτευση. Τα
όνειρα καρπίζουν και στην ανέχεια και στην απόγνωση…»
Έτσι περιέγραφε την ιδιαίτερη πατρίδα του ο παναργιθεάτης
Δημήτρης Π. Γρίβας.
Το βιβλίο αυτό περιέχει πολυσέλιδα αφιερωματικά
ημερολόγια - λευκώματα, έργο του Δημήτρη Γρίβα. Τα Ημερολόγια αυτά αποτελούν
τον καθρέφτη της Αργιθέας, ιστορικά, πολιτιστικά, ηθογραφικά. Σε αυτά ο
Δημήτρης ήταν δημοσιογράφος, συντάκτης, διορθωτής κειμένων, φωτογράφος, ταμίας,
διανομέας κ.α. Σε αυτά κατέγραψε τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα
μνημεία, τα επαγγέλματα, τα σχολεία, τους δασκάλους που υπηρέτησαν στα χωριά
της Αργιθέας, τους επιστήμονες της Αργιθέας, τους ιερείς, την πέτρα και το ξύλο
της Αργιθέας, τους καρπούς της χέρσας γης, τις πηγές και τις βρύσες, τα
πετρογέφυρα και τα πετρόκτιστα σπίτια, τα μοναστήρια, την Αργιθέα των
λουλουδιών και των χρωμάτων, τους ξωμάχους της ζωής. Τα αφιερώματα αυτά
αποτελούν ένα ιστορικό θησαυρό και μια πολύτιμη και αξιόπιστη μαρτυρία για την
ταυτότητα της Αργιθέας.
Πέρασαν
πέντε χρόνια. Ο
Δημήτρης βρίσκεται στις γειτονιές των ουρανών. Δεν μπορούμε να
ξεχάσουμε αυτόν τον ΑΝΘΡΩΠΟ, ΦΙΛΟ, ΣΥΓΓΕΝΗ. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ένα
διανοούμενο και άνθρωπο μέσα στον κόσμο. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε έναν ακέραιο, ευγενή, προσηνή και εξαιρετικό άνθρωπο, πάντα χαμογελαστό, με ανιδιοτελή
προσφορά. Εξαιρετικά καλλιεργημένο και πάντα ενημερωμένο. Πρότυπο ανήσυχου
σκεπτόμενου ανθρώπου, πρότυπο πολίτη που έδρασε για το κοινωνικό συμφέρον με
σθένος, πλουτίζοντας τον κόσμο μας με τον όμορφο λόγο του, τα έργα του και την
αγωνιστική πρακτική του. Ανήκει σε αυτούς που τους οφείλουμε το ότι σήμερα
ζούμε σε δημοκρατία, αλλά αυτό δεν του αρκούσε: πάντα προσπαθούσε να την κάνει
καλύτερη, πιο δίκαιη, πιο ίση - και τη ζωή
μας πιο όμορφη. Συμπαραστάτης στους νεότερους, υποστηρικτικός, που έδινε σε
πολλούς βήμα, υλικό, οδηγίες. Ενεργός διανοούμενος, οξυδερκής παρατηρητής του
κοινωνικού βίου, παρεμβατικός αρθρογράφος, στιλίστας της γλώσσας. Μας
συνέπαιρνε με τη διαύγεια, τη συνεκτικότητα ,τη σαφήνεια σκέψης του, τη σπάνια
ευαισθησία, τη λεπτότητα και την κριτική στάση μιας σπάνιας σοφίας, ικανής να
χαρίζει βάθος και διορατικότητα στον λόγο του. Μας αφήνει έκθαμβους από την
ομορφιά της γλώσσας του και την όλη πλοκή της αφήγησής του. Αριστουργήματα τα έργα
του, που η τέχνη του λόγου πιάνει το χέρι της ιστορίας, της επιστήμης και της
λαογραφίας και πορεύονται μαζί στα βάθη του τούνελ των πραγμάτων, για να βρουν
επιτέλους το φως. Ο Δημήτρης ήταν μπροστά στα μικρά και στα μεγάλα. Παντού
μπροστά, για όλα πρόθυμος. Προσωπικότητα φτιαγμένη από σπάνια υλικά,
ευαισθησία, παρρησία, ευθύβολη σκέψη.
Μας υπενθύμιζε πως το μεγαλείο του ανθρώπου είναι η σκέψη
του.
Ήταν ο ωραίος
«δάσκαλος ποιητής» κατά τον Παλαμά.
Στο σήμερα που βουλιάζουμε ολοένα και περισσότερο στην
άβυσσο της ασχήμιας, της ομοιογένειας και του φόβου, η οντότητά του ως
δημιουργού, ως αρθρογράφου, ως δασκάλου
και ως βαθιά κοινωνικού ανθρώπου αναδύεται μέσα από το σκοτάδι πιο
φωτεινή από ποτέ.
Βάθυνε τους ρηχούς μας καιρούς. Δεν φόρεσε ποτέ μάσκα, είχε πάντα μπροστά του την οικουμενική εικόνα του κόσμου και όχι την μικρή, την ατομική, την προσωπική. Ήταν από τους σπουδαίους διανοούμενους που
παίρνουν στις πλάτες τους τον αμήχανο κόσμο. Που δίνουν στους απλούς πολίτες
μπόι και πίστη στο μέλλον. Δεν διανοήθηκε ποτέ να απογοητευθεί.
Νυν και αεί το πάθος του Δημήτρη για το χωριό του Λεοντίτο
καίει τα μικρόψυχα και τα ασήμαντα για να πιάσει ουρανό. Και ο Δημήτρης
είναι ο ίδιος ουρανός και είναι ουρανός γιατί κατάφερε να καταστήσει διαυγή
την καταγωγική μας λάσπη, δεν ήταν ένας ρομαντικός. Και πάνω από όλα είναι η
διαρκής παρακίνηση στο να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, αυτό επιδίωκε και ο
ίδιος για τον εαυτό του.
Ήταν παρών και πρωταγωνιστής πάνω από μισό αιώνα στην
πολιτισμική και κοινωνική ζωή του Λεοντίτου Αργιθέας του νομού Καρδίτσας,
αφήνοντας στιβαρό δημιουργικό αποτύπωμα. Είκοσι δύο χρόνια μας πρόσφερε ο
Δημήτρης μέσα από τα κείμενά του στην εφημερίδα «Φωνή του Λεοντίτου-ο
Πλάτανος», ποιότητα στον γραπτό λόγο, στα θέματα, στα πρόσωπα. Απαράμιλλος
τεχνίτης του προφορικού και γραπτού λόγου. Δεν κατακτώνται έτσι εύκολα οι
βουνοκορφές… Ίσως γιατί κατάφερε μια εσωτερική γαλήνη ο ίδιος.
Λεοντίτο Αργιθέας. Ναι αυτός είναι ο τόπος του
Δημήτρη. Ο τόπος που πλανώνταν τα όνειρά του και δημιουργούνταν οι μύθοι,
ο τόπος, δηλαδή που τον αποπλανούσε, τον παραπλανούσε και τον περιπλανούσε.
Αγαπούσε τον τόπο του και αναπτύσσει ένα
συνεχή διάλογο με τη φύση και το περιβάλλον του. Παρακολουθούσε τον αέναο κύκλο
της ζωής, των ανθρώπων, των καρπών της ζωής, των δημιουργημάτων των απλών
ανθρώπων, στοχαζόταν δημιουργικά και πρόβαλλε με εξαιρετικό τρόπο τα ξεχωριστά
στοιχεία του τόπου του. Πολλά κείμενά του είναι ύμνος στα χωριά και τους
ανθρώπους της Αργιθέας. Ο Δημήτρης ήταν τόσο ριζωμένος στη γη του που νόμιζες
ότι οι μήνες και οι εποχές χάραζαν περιοδικά το σώμα του, αναδύονταν μέσα από
τον ψυχισμό του. Η ματιά του και η σκέψη του δεν απομονώνονταν, δεν
περιχαρακώνονταν. Κάνει ένα είδος ψυχανάλυσης του τοπίου όπου ο χρόνος
φλερτάρει με το άχρονο, όπου το διαχρονικό παύει να είναι άλλος ένας
ψευδεπίγραφος τίτλος συμποσίου και γίνεται η λάσπη, τα βουνά, τα κοτρόνια, το
χώμα, ο έλατος, ο πλάτανος, ο αμάραντος.
Στο Λεοντίτο: η τραχύτητα και η γλυκύτητα, η θλίψη
του δειλινού, οι φλέβες που διακρίνονται στα κουρασμένα χέρια, οι μικρές
συμμαχίες με τον άνεμο, την βροχή και το χιόνι, οι μυρωδιές από τη ρίγανη, το
τσάι, τον αμάραντο, το περδικάκι, το δακράκι, τα μανουσάκια, το περμασόχορτο, τους
αχάρακτους αλλά γεμάτους ρυτίδες δρόμους, τα κακοτράχαλα βουνά, το βουνίσιο
φως, τα απότομα φαράγγια, τα ρυάκια και τα ποτάμια, τις σκιές των πλατάνων και
των παλιών ανθρώπων, τη σιωπή της πέτρας, τις λιτές συνήθειες, τις γλωσσικές
ιδιαιτερότητες, τις πέτρινες μνήμες…Στρώματα διαδοχικά ευτυχίας και δυστυχίας.
Το χρυσάφι της ψυχής του Δημήτρη Γρίβα δεν έλαμψε και δεν
λάμπει μόνο μέσα από το έργο του. Έλαμπε στα μάτια του που ήξεραν να
μεταβολίζουν την ασχήμια σε φως, γιατί ο Δημήτρης παρέμεινε στο σκληρό κι
αλλοτριωτικό πέρασμα της ζωής, ένα αληθινό παιδί, ένας αληθινός άνθρωπος. Έλαμπε
στην εξωστρέφειά του, στην ευθύτητά του και στο χαμόγελό του, έλαμπε στη
γενναιοδωρία του λόγου του, γιατί ο Δημήτρης δεν είχε σφιγμένα χείλη, κι είχε
τη δύναμη ακόμη και στον γκρίζο ετούτο κόσμο, να χαρίζει το βαθύ κι απαλό
καθημερινό συγγραφικό του χάδι.
Χαλκέντερος μέχρι τέλος. Μεγάλη θλίψη, μεγάλη απώλεια.
Το κενό που άφησε δυσαναπλήρωτο. Η θλίψη είναι πολύ βαθιά για λόγια πολλά και
μεγάλα…
Ο θάνατος είναι παντοδύναμος και αναπότρεπτος, δεν φαίνεται
να κάνει καμία διάκριση, δεν υπολογίζει την κοινωνική θέση, τη δύναμη και τον
πλούτο των θυμάτων του. Θυμηθείτε την παλαιότερη μακρά παράδοση, την παράδοση του
memento mori
(να θυμάσαι ότι θα πεθάνεις).
Ο θάνατος δεν είναι τέλος, αλλά αρχή. Το τέλος της ζωής δεν
είναι θάνατος, είναι ζωή. Για τους αρχαίους φιλοσόφους ο θάνατος δεν υπάρχει
για τους ζωντανούς, δεν υπάρχει ούτε για τους πεθαμένους. Η ζωή αλλά και η
αιωνιότητα του θανάτου και η αιωνιότητα του νεκρού στη ζωή μετά τον θάνατό του
- όλα αυτά εξαρτώνται από τους ζωντανούς. Έχουμε χρέος να κατανοήσουμε και να
αποδεχθούμε τον θάνατο, ώστε να διεκδικήσουμε και τη ζωή μας και το τέλος της,
για μας και για τους συνανθρώπους μας. Το χειρότερο δεν είναι ο θάνατος για τον
άνθρωπο -είναι ο φόβος του θανάτου. Αυτόν τον φόβο εργαλειοποιούν οι διάφορες
εξουσίες ώστε να μας κρατάνε υπόδουλους.
Οι νεκροί μιλάνε, πολύ απλά, γιατί η παρουσία μας είναι
ένα ταξίδι που δεν σταματά με τον θάνατο,
αλλά υπάρχει μέσα από τις πράξεις μας που συνθέτουν το μεγαλύτερο παζλ
της κοινωνικής ζωής μέσα στην οποία ανήκουμε. Το βιβλίο αυτό μας θυμίζει ότι
ζούμε μέχρις ότου ξεχαστούμε και όχι όταν πεθάνουμε.
Με το πολύπλευρο
έργο που άφησε ο Δημήτρης Π. Γρίβας θυμόμαστε ότι το Λεοντίτο, όπως κάθε
χωριό, είναι ένα και μοναδικό και επίσης ότι ένα Λεοντίτο μας περιμένει σε κάθε
γωνιά του δρόμου…
Όταν μένει ο γραπτός λόγος των ανθρώπων που φεύγουν,
μένει και η αίσθηση ότι δεν φεύγει η ψυχή τους ,αλλά βρίσκεται πάντοτε ανάμεσά
μας.
Παραθέτουμε δείγματα γραφής του Δημήτρη μέσα από τους
προλόγους και τις λεζάντες φωτογραφιών των ετήσιων Ημερολογίων:
«Το σύμβολο του χωριού και του Συλλόγου μας, Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ.
Περίμετρος κορμού 10μ. ακτίνα 20 μ., διάμετρος 40 μ. Καλύπτει συνολική έκταση
1.265 τ.μ. Υπάρχει άραγε αλλού μεγαλύτερη σκιά; Σωστό μνημείο της φύσης. Και
με την Ολύμπια θωριά του στέλνει το μήνυμα πως «μπόρες δεν τον σκιάζουνε μήτε
βοριά ινάτια».
«Το έλατο είναι το δέντρο -σύμβολο της Αργιθέας. Ευλογία γενικότερη, αισθητική πανδαισία τα πλούσια ελατοδάση, πολλαπλά χρήσιμο
στην τραχιά ζωή των κατοίκων. «Όρθιος σαν έλατος» η παρομοίωση για την αγέρωχη
στάση του Αργιθεάτη.»
«Ανακαινισμένη η «Αγία Παρασκευή». Πλάι της ο
πλάτανος - σύντροφος του χειμώνα. Και πίσω η περήφανη ΚΑΡΑΒΑ. Όμορφη σύνθεση.
Φανταστείτε την ντυμένη στα «λευκά» του χειμώνα.»
«Τα βουνά της Αργιθέας, όταν τα παρατήσουν οι ξενιτεμένοι
του χειμώνα, περνούν στη φάση της σιωπής. Η συγνεφιά και η μουντάδα δίνουν τη
θέση τους στο χιονιά. Περήφανα στέκουν τα διάσελα ανάμεσα στον ουρανό και τις
αντάρες και καρτεράνε να μας τρελάνουν με το πολύχρωμο χαλί στις πλαγιές τους
άνοιξη και καλοκαίρι.»
«Φορτωμένο καρπό τα έλατα («ξος» στα Αργιθεάτικα, «γκυ» στα
κοσμοπολίτικα) στέκουν αγέρωχα στα ινάτια του βοριά και στολίζουν τις
βουνοπλαγιές.»
«Τα χιόνια στο Λεοντίτο πέφτουν κι ανοιξιάτικα.
Λουλουδιασμένα μπαΐρια και χιονισμένες βουνοκορφές, να πως συνθέτονται αρμονικά
οι αντιθέσεις!»
«Διαχρονική η αλήθεια ότι «προς τα πίσω δε γυρίζουμε
ποτέ το βήμα μας, μόνο το βλέμμα μας». Όμως, αλίμονο σ΄ αυτούς που κάνουν
το «ντορό» τους στο ιστορικό διάβα τους. Το φετινό ημερολόγιό μας είναι
θεματικό. Μια μικρή προσφορά στην Αργιθεάτικη παράδοση, σ΄ ό,τι κράτησε ο φακός
της μηχανής απ΄ τη σκληρή ζωή του Αργιθεάτη να επιβιώσει.
Τη χρειαζόμαστε αυτή τη μνήμη:
-Για να μετρήσουμε τα γούστα μας, τις μύχιες ευαισθησίες και
τα πνευματικά μας μέτρα ως τα σήμερα
-Για να προεκτείνουμε το παρόν στο μέλλον, αντιδρώντας
λυτρωτικά στις αλλοτρικές προκλήσεις των καιρών μας.
Τη χρωστάμε αυτή την αναφορά στο χτες και την παράδοση:
-Σε όλους που έκαμαν την πλαγιά χωράφι και, αντέχοντας τους
χειμώνες και τα δρολάπια, ζούσαν τη φαμελιά.
-Σε όσους μαστορικά δούλεψαν το ξύλο και την πέτρα κι έστησαν
κατοικιά, εκκλησίες, σχολεία.
-Σε κείνους που έδωσαν μάχη να ζήσουν λεύτεροι, μακριά από
τουρκοπροσκυνήματα και κατοπινούς κατακτητές, εκεί ψηλά στ΄ Αγραφιώτικα βουνά.»
«ΠΛΥΣΙΜΟ: Με την αλισίβα και το πράσινο σαπούνι, πάνω στην
πέτρα ή τη σκάφη, η νοικοκυρά ξεγάριαζε τα ρούχα. Και σε κείνες τις παγερές
νύχτες του χειμώνα, όταν κοίμιζε τη φαμελιά, πεταγόταν στη βρύση για το
ξέβγαλμα. Να πώς ο ηρωισμός γίνεται αγιοσύνη, που όμως ακόμα μένει αστέγαστη.»
«ΑΛΕΤΡΙ: Πρώτα με τους κασμάδες ξελάκκωναν στ΄ άγονα πλάγια.
Θέλει περίσσια υπομονή να ξεριζώσεις τα κέδρα και τα πουρνάρια, να βγάλεις τα
ριζιμιά λιθάρια, για να γενεί ο λόγγος και το πετρωτό σπαρτό χωράφι. Ύστερα
σειρά είχε τ΄ αλεύρι με τ΄ άλογα ή τα βόδια να το σέρνουν. Το υνί αυλάκωνε το
έδαφος κι ο ιδρώτας γινόταν αγίασμα, για να καρπίσει η Αργιθεάτικη γης.»
«ΖΑΛΙΚΙ: Με την τριχιά ν΄ αυλακώνει τους ώμους, το φόρτωμα
στην πλάτη ήταν καθημερινό βίωμα. Έτσι κουβάλαγαν τις πέτρες - αγκωνάρια για να
χτιστεί το σπίτι, το γάλα και το τυρί απ΄ τα μαντριά, το καλαμπόκι απ΄ τα
χωράφια, το κλαρί για τα ζωντανά, τις αγορές απ΄ το παζάρι. Η μεταφορική
κουβέντα «βάζω πλάτη» κάπου από εδώ έχει την καταγωγή της.»
«Οι Αργιθεάτες καβαλάρηδες στ΄ αγριοβούνια των Θεσσαλικών
Αγράφων, έζησαν τη δική τους εποχή του λίθου. Απλόχερα τους δόθηκε μόνο η
δυσκολία. Όμως αυτοί βάλθηκαν αυτόν τον κακοτράχαλο τόπο να τον ημερέψουν να
τον κάμουν στάνη, χωράφι, κατοικιά... κοινωνία. Με γρανιτένια θέληση πέρα απ΄ το ξύλο, όλη τους τη ζωή με το σκληρό
υλικό τις πέτρες καταπιάστηκαν, για να περάσουν, πέτρες, αναμέριζαν, για να
σκάψουν, λιθάρια έβγαζαν πρώτα, για να χτίσουν με την πέτρα πολέμαγαν, στις
πλαγιές χαλιάδα αγνάντευαν, τ΄ αγριολίθαρα απ΄ τα μαντέμια, νταμάρια με το καλέμι τα΄
καναν αγκωνάρια, το μεράκι της ομορφιάς στην πέτρα το σκάλιζαν. Η πέτρα
πελεκήθηκε, σμιλεύτηκε, εξημερώθηκε, έγινε τοίχος, σπίτι, βρύση, σχολείο,
τάφος. Κοντολογίς, κάλυψε όλο το φάσμα της Αργιθεάτικης ζωής…»
«Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτα
ομολογούνε…»
«Το Αργιθεάτικο γεφύρι, που συναγωνίζεται σε θρύλους και
παραδόσεις ακόμα και αυτό της Άρτας, είναι η γέφυρα Κοράκου, αυτή που ένωνε τη
Θεσσαλία με την Ήπειρο, που έδινε στον ταξιδιώτη - διαβάτη το δικαίωμα να γράψει
στο βιογραφικό του πως πέρασε απ΄ το μεγαλύτερο μονότοξο των Βαλκανίων, αυτή
που αντιστεκόταν για 4 αιώνες στα βίτσια και τις επικίνδυνες ιδιοτροπίες του
Απολλώνιου ποταμού.»
«Και στα εγκαίνια η γέφυρα γκρεμίστηκε - «ο διάβολος έκανε τη
δουλειά του, για να μας κουράσει περισσότερο» μονολόγησε ο Βησσαρίων. Με τέτοια
πίστη στήνονταν τα γεφύρια!»
«Στάση ζωής η Αργιθεάτικη βρύση και να διηγείται για φονικά, για αδικεμούς, για κλάματα, για λάμιες κι όνειρα και ξανθόχρυσες αυγούλες με
δροσούλα…»
«Η θρησκευτική παράδοση ήταν βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση
των Αργιθεατών. Κάθε χωριό είχε τον άγιό του, κάθε μαχαλάς την εκκλησία του. Γύρω
τα ξωκκλήσια .Κι εκεί στα σταυροδρόμια και τα ξάγναντα και τα εικονίσματα
- προσκυνητάρια. Γύρω απ΄ αυτά τα «δημιουργήματα» χτίζονταν μια κοινωνία με βάση
την πίστη. Ο Αργιθεάτης είχε το εικόνισμα στον Οντά, με το καντήλι που
έκαιγε - το λάδι λιγοστό για τη φαμελιά, μα για τον άγιο περίσσευε. Σαν άρχιζε κάτι, πάντα ο παπάς το βλόγαγε - το
χτίσμα του σπιτιού, η σοδειά… και στην αρρώστια αποζήταγε την ευλογία και ευχή
του. Έτσι στις πιο περίοπτες θέσεις, στα ξάγναντα, στα προσήλια ή τα ζερβά,
αδιάφορο, έχτιζαν από ταπεινά εκκλησάκια ως τα μεγαλόπρεπα μοναστήρια. Και σαν
τ΄ αγνάντευε από μακριά έκανε σεβαστικά το σταυρό του ή από κοντά άναβε
ευλαβικά το κεράκι του…»
«…Ο δάσκαλος σ΄ αυτά τα κακοτράχαλα βουνά «έχτιζε γέφυρες
πνευματικές, για να περ-νούν οι μαθητές στην όχθη των γραμμάτων» αυτός που
έδινε στα παιδιά του να καταλάβουν ότι «το βιβλίο ήταν γι΄ αυτά ένα παράθυρο
στον κόσμο, ώστε να ανοίξουν τας φτερά τους και να πετάξουν ψηλότερα απ΄ τις
κορφές των Αγράφων…»
«Όταν ρώτησα το δάσκαλό μου το Λευτέρη «γιατί ένας χαζός να
γίνει βασιλιάς» μου απάντησε: «σαν διαβάσεις ιστορία, θα δεις πολλοί άχρηστοι
μας κυβέρνησαν». Δάσκαλε, πόσο δίκιο είχες! Και σήμερα συνεχίζουν το ίδιο! Σαν
τώρα δα θυμάμαι την προτροπής σου: «στη ζωή μην τα παρατάς πολέμα!».
Αργότερα διάβασα στους Αφορισμούς του Γκόρκι «στη ζωή μη σκέφτεσαι αν θα
νικήσεις ή θα νικηθείς, πολέμα». Δάσκαλε σ΄ ευχαριστώ, που μου το ΄μαθες
νωρίς!»
«Βασικό αξίωμα - υποχρέωση για κάθε νεότερο πρέπει να είναι η
ρήση του Κ. Παλαμά «χρωστάμε σ΄ όσους πέρασαν», τους αφανείς και
τους επώνυμους. Επειδή όμως η ιστορία ναι μεν «γράφεται» απ΄ όλους αλλά αυτή
καταγράφει κυρίως τους επώνυμους, η ευθύνη των επίγονων είναι να αναφέρονται
οπωσδήποτε στους δεύτερους και μέσα απ΄ αυτούς να καταξιώσουν και τους
«αμνημόνευτους». Κι αυτό, γιατί το κοινωνικό σώμα, ως πρωτογενής μήτρα, παράγει
διαθέσεις, κυοφορεί προσδοκίες, στέλνει μηνύματα, εκεί στο πνευματικό
υπογάστριό της φουντώνει, σαν τα δέντρα την άνοιξη, αυτό που θέλει να κάμει…»
«Ο εκάστοτε Πρόεδρος, μαζί με το Κοιν. Συμβούλιο, έπρεπε να
φροντίζει για τη συντήρηση των μονοπατιών, πλατειών, σχολείων, εκκλησιών και
όλων των δημόσιων χώρων, χωρίς χρήματα και χωρίς μηχανήματα. Όλα αυτά μέχρι
τότε στηρίζονταν μόνο στην προσωπική εργασία. Αυτό έκανε ξεχωριστούς τους
ανθρώπους που είχαν στα χέρια τους τα ηνία του κάθε χωριού, προσδίδοντας τους αρκετές φορές όχι άδικα ηρωικές
διστάσεις.»
«…Σ΄ αυτόν τον ορεινό Αγραφιώτικο όγκο κατέφευγαν απ΄ την
Τουρκοκρατία ακόμα όλα εκείνα τα ατίθασα και ζωντανά πνεύματα, για να ζήσουν
τον αέρα της λεύτερης ζωής, μακριά απ΄ τον εξευτελισμό των Τούρκων και του
ραγιά την ταπείνωση.
-Εκεί πάνω σκέφτονταν λεύτερα
-Αποφάσιζαν λεύτερα
-Δημιουργούσαν λεύτερα
-Σε κείνες τις σφηκοφωλιές της Αργιθέας και των Αγράφων το
μάτι αγνάντευε μακριά και το πνεύμα αφηνόταν λεύτερο να συλλάβει, να ελέγξει,
να παράγει έργο.
-Γιατί εκεί πάνω ο άνθρωπος λειτουργεί χωρίς το φόβο του
σκλάβου, άρα η ψυχή αφήνει λεύτερο το μυαλό να δημιουργήσει. Εδώ πάνω ο νους
διαφεντεύει, δεν διαφεντεύεται…
Ύστερα έρχεται κι αυτό το Αργιθεάτικο τοπίο. Οι δύσκολες
συνθήκες ζωής ενεργοποιούν τον άνθρωπο. Ό,τι δε μας δίνεται εύκολα μας
αναγκάζει να ψάξουμε, να επινοήσουμε, να ανακαλύψουμε, να εφεύρουμε. Έτσι σιγά
σιγά στα πλοκάμια της σκέψης καταλαγιάζει η επινοητική λειτουργία, γίνεται
μόνιμο δεδομένο. Το πνεύμα πλέον γίνεται πιο γόνιμο. Ευκαιρίες θέλει. Κι αυτές
σαν δεν τις εύρισκε ο Αργιθεάτης σε
κείνα τα κακοτράχαλα β΄να, δρασκέλιζε τα διάσελα, πάγαινε σ΄ άλλα μέρη,
γκιζέραγε σ΄ άλλες πολιτείες, σ΄ άλλους κόσμους. Εκεί που έφτανε έπρεπε να
φκιάσει νέο κατοικιό, να επιβιώσει. Και τότε να η μόνιμη προίκα που
κουβάλαγαν μαζί τους οι Αργιθεάτες, το ΠΝΕΥΜΑ τους!!»
….
….
Λένε πως όταν χάνεις έναν άνθρωπο που σε έκανε να γελάς, να
εμπνέεσαι, να ελπίζεις, να θαυμάζεις, να αισθάνεσαι σιγουριά. Που σε έκανε να
πιστεύεις πως κάθε μέρα μπορεί μια μικρή κίνηση να επηρεάσει τη ζωή πολλών και
πως αυτός είναι ο μόνος ρόλος του διανοούμενου. Τότε το κενό είναι
δυσαναπλήρωτο. Η αλήθεια είναι πως παρά τα χρόνια που περνούν, το πιο
δύσκολο είναι να χάνεις έναν συγγενή, φίλο, πατριώτη. Όταν δεν μπορείς πια να
τον κοιτάξεις στα δύσκολα και όταν δεν μπορείς πια να μοιραστείς τη χαρά σου. Όταν σου λείπει όχι
μόνο ο ίσκιος του, αλλά η πίστη στα σημαντικά και τα μεγάλα, που θα σε έβγαζε
, ακόμα μια φορά, στο ξέφωτο, μακριά από τα μικρά, τα κοντόφθαλμα και τα
ημέτερα.
Λίγους μήνες πριν
πεθάνει ανέφερε στον γιο του Πέτρο τον παρακάτω στίχο:
«και να περάσω δίχως να πεθάνω»…
Εμείς αφιερώνουμε στον αείμνηστο Δημήτρη ένα ποίημα του
μεγάλου Ρώσου ποιητή Σεργκέι Γεσένιν:
«Φεύγουμε σιγά σιγά για πέρα/όπου απλώνεται η μακάρια
σιωπή./ Ίσως και για μένα φτάνει η μέρα/να ΄τοιμάσω τα μπαγάζια μου για κει./
Οι χαρούμενες σημύδες, το ρουμάνι,/ οι κοιλάδες, τα χωράφια,
η αμμουδιά…/ σάμπως όνειρα μακραίνουνε και πάνε/πλημμυρώντας νοσταλγία την
καρδιά./
Γιατί λάτρεψα όλα
κείνα που τυλίγουν/ την ψυχή μας με της σάρκας τα φτερά./Βλογημένες οι
νερόλευκες που σκύβουν/ καθρεφτίζοντας τα κλώνια στα νερά.
…
Ξέρω πως εκεί δεν έχει δάση/ και το στάχυ σαν τον κύκνο δεν
σκιρτά…/ Την ψυχή που τόσα θαύματα θα χάσει/ ένα ρίγος την παγώνει δυνατά./
Ξέρω πως εκεί δε θ΄ αντικρίζω/ της ιτιάς τη βραδινή
μαρμαρυγή./ Και γι΄ αυτό τόσο πολύ για μένα αξίζουν/ όσοι ζούνε και αναπνέουν σ΄
αυτή τη γη».
Ο Δημήτρης θα είναι πάντα ένα φωτεινό αστέρι στον ουρανό
της Αργιθέας.
«Ο Δημήτρης δεν ξέρω αν θέρισε, σίγουρα έσπειρε για να
μοσχοβολάει αυτός ο τόπος» γράφει μια μαθήτριά του.
Αγαπημένε Δημήτρη, σεβαστέ φιλόλογε, άξιε δημοσιογράφε, η
οικογένειά σου, οι συγγενείς σου, οι πατριώτες σου του Λεοντίτου, οι φίλοι σου,
όλοι οι Αργιθεάτες σε ευγνωμονούν.
Ο Δημήτρης
Πέτρου Γρίβας γεννήθηκε το 1946 στο Λεοντίτο της Αργιθέας και
απεβίωσε στην Αθήνα στις 6-1-2021. Ο πατέρας του Πέτρος Γρίβας ήταν κτηνοτρόφος
και ξεχείμαζε την κτηνοτροφία του στο Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας. Ο Δημήτρης
τελείωσε το Δημοτικό σχολείο στο Λεοντίτο, με δάσκαλο το Λευτέρη
Παπακωνσταντίνου (Κορλό).Το 1958 έδωσε εξετάσεις για να εισαχθεί στο Γυμνάσιο
Μουζακίου και εισήχθη, συνέχισε τις γυμνασιακές σπουδές στο γυμνάσιο Αγρινίου.
Μετά το πέρας των Γυμνασιακών του σπουδών στο γυμνάσιο Αγρινίου, εισήχθη στη
Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δεν αποδέχτηκε το διορισμό του
στο Δημόσιο και δίδασκε τις πρωινές ώρες σε ιδιωτικά σχολεία όπως Ζηρίδη, Ιταλική
Σχολή και άλλα και τις απογευματινές σε
ιδιόκτητα φροντιστήρια τα οποία ίδρυσε. Το 1978 παντρεύεται με την Αντιόπη
Χριστοπούλου με την οποία απέκτησε τον γιο του Πέτρο, ο οποίος σήμερα είναι
διευθυντής Ουρογεννητικής Ογκολογίας στο πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον, Σηάτλ,
Η.Π.Α..
Διετέλεσε για είκοσι
δύο ολόκληρα χρόνια Πρόεδρος του Συλλόγου Λεοντίτου. Έργο του ήταν η έκδοση
της εφημερίδας ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΙΤΟΥ η οποία στην ουσία ήταν Παναργιθεάτικη. Από το 2001
μέχρι το 2016 εξέδιδε τα πολυσέλιδα αφιερωματικά ημερολόγια - λευκώματα.
Δημιούργησε θεατρικό τμήμα νεολαίας Λεοντίτου, οργάνωσε τη βιβλιοθήκη του
σχολείου Λεοντίτου και συνάμα στέγασε πιγκ-πογκ, πραγματοποίησε εκθέσεις
(αργιθεάτικου εντύπου και φωτογραφίας), συμμετείχε σε πολιτιστικές ημερίδες και
συνέδρια, άφησε αρκετό συγγραφικό έργο κ.α.
Την έκδοση αυτή χρηματοδότησαν τα αδέλφια του Δημήτρη,
Γιώργος, Μαρία, Αθανασία και Σταθούλα.
Διάθεση του βιβλίου: Σύλλογος Αργιθεατών Θεσσαλών Η
ΕΣΤΙΑ, Πολιτιστικός Σύλλογος Λεοντίτου Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ, Πρόεδρος Παναγιώτα Γρηγορίου, τηλ. 6974498157, Γιώργος Γρίβας, τηλ. 6944288052 και Σταθούλα Γρίβα, τηλ.
6946782786 .

0 Σχόλια