Βιβλιοκριτική: «Αποξηραμένο νερό» της Ελένης Καρασαββίδου | Γράφει η Μεταξούλα Μανικάρου


Αποξηραμένο νερό
Ποιήματα - Πεζολογήματα
Συγγραφέας: Ελένη Καρασαββίδου
Ημερομηνία έκδοσης: 01/2025
Περιοχή: Θεσσαλονίκη
ISBN: 978-960-267-613-4
Σελίδες: 60
Εκδόσεις: Μπαρμπουνάκης

Γράφει η Μεταξούλα Μανικάρου


Ι. Από τη συναδελφική διαδρομή στην αυτόνομη ανάγνωση

Κάποιες φορές η κριτική πράξη και διαδικασία ξεκινούν και θεμελιώνονται πάνω σε μια διπλή συνείδηση και επίγνωση: από τη μια μεριά της προσωπικής εγγύτητας και από την άλλη της αναγνωστικής απόστασης. Με άλλα λόγια, η ανάγνωση και προσέγγιση ενός βιβλίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία και ξεχωριστό βάρος, όταν ο δημιουργός του δεν είναι απλώς ένα όνομα στο εξώφυλλο, αλλά αποτελεί συνοδοιπόρο σε κοινές επιστημονικές, ακαδημαϊκές και πολιτιστικές διαδρομές.

Η Ελένη Καρασαββίδου δεν είναι για μένα μόνο μια ποιητική παρουσία· είναι και συνάδελφος στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ως συνάδελφοι, έχουμε μοιραστεί και συμπορευτεί σε κοινές δράσεις, επιστημονικούς διαλόγους, εκδηλώσεις, δημιουργικές συζητήσεις και πολιτιστικές πρωτοβουλίες, ανταλλάσσοντας σκέψεις και ανησυχίες που διαμόρφωσαν έναν κοινό πνευματικό τόπο.

Ωστόσο, η ποιητική συλλογή «Αποξηραμένο νερό» επιβάλλει μια μετατόπιση από τη συναδελφική οικειότητα προς την κριτική αυτονομία. Το έργο ζητά να διαβαστεί αυτόνομα ως αυτάρκης ποιητική κατάθεση, βαθιά υπαρξιακή ποιητική πρόταση με ιδιαίτερη αισθητική συγκρότηση και φιλοσοφική βαρύτητα. Ένα έργο που αρθρώνει μια συμβολική πρόταση, συνομιλώντας με τη γλώσσα, τη μνήμη, τη σύγχρονη ανθρώπινη συνθήκη και, υπερβαίνοντας το προσωπικό πλαίσιο, διεκδικεί μια καθολική αναγνωστική ανταπόκριση.


ΙΙ. Βιβλιογραφική ταυτότητα

Η ποιητική συλλογή «Αποξηραμένο νερό» της Ελένης Καρασαββίδου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκης το 2024 και εκτείνεται σε 60 σελίδες, συνιστά ένα έργο όπου η ποίηση συνυπάρχει δημιουργικά με στοιχεία πεζολογικής γραφής. Η εσωτερική οργάνωση ακολουθεί μια σαφώς διαμορφωμένη δομή: Προλογικά, Κύριο σώμα, Επιλογικά, γεγονός που προσδίδει στη συλλογή μια συγκροτημένη αρχιτεκτονική. Η συγκεκριμένη διάταξη παραπέμπει σε μια περισσότερο δοκιμιακή πρόσληψη του ποιητικού λόγου, καθώς το ποίημα δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως λυρική έκφραση, αλλά και ως επεξεργασμένη, στοχαστική μονάδα με δομική και εννοιολογική συνοχή.

Η συλλογή δεν περιορίζεται ούτε εξαντλείται σε προσωπικές εμπειρίες και ατομικές εξομολογήσεις. Αντίθετα, επιδιώκει να συνομιλήσει με αρχαία ή μυθικά πρόσωπα, φιλοσοφικά ρεύματα, συμβολικά αρχέτυπα, καλλιτεχνικά έργα, πολιτισμικά πρότυπα και όψεις του σύγχρονου κόσμου. Αυτή η έντονη διακειμενική διάσταση μαρτυρεί ότι η συγγραφέας προσπαθεί να φέρει τον αναγνώστη σε επαφή με ένα ευρύτερο συλλογικό πνευματικό και πολιτισμικό παρελθόν, για να το διαπραγματευτεί μέσα από το πρίσμα των σύγχρονων αναγνώσεων και ερμηνειών.

Θεματικά, το έργο οργανώνεται γύρω από κεντρικούς άξονες που αγγίζουν την καρδιά της ανθρώπινης συνθήκης: τον άνθρωπο, τη μνήμη, την εμπειρία της απώλειας, το γυναικείο σώμα, τη γλώσσα, τις σύγχρονες κοινωνικές και ηθικές εντάσεις και αδικίες. Ο λόγος της ποιήτριας κινείται συχνά σε έναν τόνο αιχμηρό, ακόμη και καταγγελτικό, χωρίς όμως να απωλέσει τη λυρική του ποιότητα. Δίπλα στη διαμαρτυρία και την αγωνία, αναδύεται μια διακριτική τρυφερότητα, ένας ανθρώπινος λυγμός που εξισορροπεί την ένταση και προσδίδει στο έργο συγκινησιακό βάθος.


ΙΙΙ. «Αποξηραμένο νερό»: Η οξύμωρη φύση του τίτλου που γεννά ένα τεράστιο νοηματικό σύμπαν

Ο τίτλος «Αποξηραμένο νερό» είναι ένα απολύτως ιδιοφυές, ένα κεντρικό εύρημα της συλλογής και ένας εντυπωσιακός οξύμωρος σχηματισμός, που αμέσως προκαλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί. Να σκεφτεί, σπάζοντας τη λογική και γεννώντας μια νέα βαθύτερη αλήθεια. Το ποιητικό αυτό παράδοξο δεν «στολίζει» απλώς το βιβλίο, αλλά το ερμηνεύει, το προοικονομεί και το σχολιάζει ταυτόχρονα.

Το νερό, από τη φύση του, είναι ζωή, καθαρότητα, κίνηση, ροή, αντίσταση, γονιμότητα. Είναι ρευστό, ζωντανό, ανανεώσιμο στοιχείο. Απεναντίας, η «αποξήρανση» παραπέμπει στη φθορά, στη στασιμότητα, στη στέρηση, στην έλλειψη ζωτικότητας, στον θάνατο. Το νερό, όμως, ως υγρό στοιχείο δεν μπορεί να αποξηρανθεί. Αν «στεγνώσει», παύει να είναι νερό. Τελικά, κάτι που είναι νεκρό (αποξηραμένο), πώς παραμένει νερό, πώς εξακολουθεί να ορίζεται από αυτό που ήταν (νερό). Είναι η  δύναμη του νερού, που παρόλο αποξηραμένο, κυλάει αντιπαλεύοντας τον χρόνο σε ζωή ζώσα. Είναι μια εσωτερική δύναμη που επιμένει και ρέει παρά τις αντιξοότητες. Το αποξηραμένο νερό, αν και φαινομενικά νεκρό, μπορεί να κρύβει ζωή, όπως η ποίηση σε εποχές «ξηρασίας». Είναι σαν να ακούμε τη φωνή της Καρασαββίδου: «Ο κόσμος μπορεί να έχει στερέψει από νόημα, εγώ, όμως, θα πάρω αυτή την ξηρασία και θα την κάνω τέχνη».

Το «Αποξηραμένο νερό», ως μια ποιητική πράξη αντίστασης, μπορεί να ιδωθεί ως μια αλληγορία της απώλειας εκείνων των ζωτικών στοιχείων που συντηρούν την ανθρώπινη ύπαρξη. Μια προειδοποίηση και μια καταγγελία για:

·      μια κοινωνία που αφυδατώνει τον άνθρωπο, τον στεγνώνει από τρυφερότητα, αμβλύνοντας την ευαισθησία του και εγκλωβίζοντάς τον σε απρόσωπες λειτουργίες.

·      μια εποχή που αποκόπτει το παρόν από το παρελθόν, που χάνει τη συλλογική μνήμη την ιστορική αυτογνωσία. 

·      την κρίση νοήματος, όταν οι λέξεις χάνουν τη βαρύτητά τους και οι αξίες την ουσία τους.

·      την πνευματική στέρηση, την απώλεια της πίστης στον άνθρωπο, τη συρρίκνωση της ελπίδας για τη δυνατότητα αλλαγής και προοπτικής.

·      τη διακοπή, τη ρήξη της συνέχειας μιας γενιάς που δεν επικοινωνεί με την προηγούμενη και την ιστορία που ξεχνιέται.

·      την οικολογική απειλή και απορρύθμιση, την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, που μπορεί να διαβαστεί, παράλληλα, με την εξάντληση και τη στέρηση του ουσιώδους, των ψυχικών μας αποθεμάτων.


ΙV. Η απουσία του άρθρου «το» που απογειώνει τον τίτλο

Μια λεπτή αλλά θεμελιώδης διαφορά στην ποιητική δεινότητα είναι η έλλειψη του άρθρου (το) στον τίτλο: «Αποξηραμένο νερό» και όχι «Το αποξηραμένο νερό». Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή και όχι μια γραμματική ιδιαιτερότητα  που δίνει άλλη αίσθηση στο περιεχόμενο και στη φιλοσοφία του τίτλου. Μια ενδεχόμενη χρήση  του άρθρου θα παρέπεμπε σε κάτι συγκεκριμένο, σε μια κλειστή, περιχαρακωμένη και αυστηρά οριοθετημένη έννοια.

Η ποιήτρια, όμως, στοχεύει σε μια έννοια καθολική, οντολογική, σε μια ανοιχτή, πανανθρώπινη κατάσταση. Σε μια υπαρκτή συνθήκη που μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Η ποίηση δημιουργεί μια νέα γλώσσα, αφαιρεί από τη φράση την καθημερινότητα, που χρησιμοποιεί το άρθρο, για να οργανώσει την πραγματικότητα, σπάζει τη συνήθη επικοινωνία και γίνεται μια υπαρξιακή διαπίστωση. Η αφαίρεση του άρθρου απογειώνει τον τίτλο και μας ετοιμάζει όχι για ένα συγκεκριμένο πράγμα που συζητάμε, για ένα αναγνωρίσιμο αντικείμενο ή φαινόμενο, αλλά για μια κατάσταση, μια ανοιχτή πληγή, μια πανανθρώπινη συνθήκη, μια φιλοσοφική θέση, που βιώνουμε ή που στοχαζόμαστε.

Συνεπώς, ο τίτλος, ως μη κλειστό σύμβολο, αφαιρεί την κυριολεξία, αφήνει τη φράση να αιωρείται, συμπυκνώνει τον ρυθμό, κάνει το παράδοξο πιο έντονο, ανοίγει έναν χώρο νοήματος, ενισχύοντας τη συμβολικότητα και  προσκαλεί τον αναγνώστη να τον αποκρυπτογραφήσει.


V. Η εικαστική μεταφορά ως πύλη στοχασμού ενός οξύμωρου τίτλου

Το εξώφυλλο της ποιητική συλλογής «Αποξηραμένο νερό» λιτό, έντονα υπαρξιακό,  μοιάζει να αποτελεί εικαστική προέκταση του ίδιου του τίτλου.

Η κεντρική μορφή: Στο εξώφυλλο απεικονίζεται μια ανθρώπινη μαύρη φιγούρα, μέσα στην οποία αναπτύσσεται ένα λευκό δέντρο. Ο κορμός της μορφής ξεκινά από το κεφάλι και διατρέχει κατακόρυφα το σώμα έως τη λεκάνη  με τελική κατάληξη τις ρίζες που μοιάζουν να αγγίζουν τη γη. Η ανθρώπινη φιγούρα στέκεται όρθια, συμμετρική, χωρίς σαφή χαρακτηριστικά προσώπου, φύλου, ηλικίας, ταυτότητας. Αυτό την καθιστά φορέα συλλογικής εμπειρίας και καθολικό σύμβολο του ανθρώπου, ενισχύοντας τον στοχαστικό και αφαιρετικό χαρακτήρα της εικόνας. Το γεγονός ότι το σώμα παρουσιάζεται ως δέντρο με ρίζες γεννά ένα πλέγμα συμβολικών αναφορών: παραπέμπει στην καταγωγή, στις αθέατες διαδρομές της εσωτερικής ζωής, στη μνήμη, στη βιολογική και πνευματική συνέχεια.

Η αντίθεση λευκού-μαύρου, φωτός και σκότους: Η μορφή είναι σκοτεινή και αποδίδεται με σκούρο χρώμα. Αντίθετα, το δέντρο στο εσωτερικό του είναι λευκό. Η εικαστική αυτή επιλογή μπορεί να διαβαστεί ως το φως που κρύβεται μέσα στο σκοτάδι, ως τη ζωή που επιμένει μέσα στη στέρηση και την ξηρασία, ως τη μνήμη που επιβιώνει σε έναν κόσμο «αποξηραμένο».

Η λιτότητα του φόντου: Το φόντο παραμένει λευκό, καθαρό και κενό. Μια οπτική επιλογή που στοχεύει στο να εστιάσει αποκλειστικά στη μορφή και να δημιουργήσει ένα αίσθημα απομόνωσης και «ξηρασίας».

Συνολική αποτίμηση: Το εξώφυλλο δεν είναι διακοσμητικό, δεν λειτουργεί απλώς ως αισθητικό περίβλημα, δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό. Απεναντίας, καλεί σε μια υπαρξιακή αναζήτηση, μια σιωπηλή ένταση, σε στάση και στοχασμό, σε μια ήσυχη συμβολική ανάγνωση.


VΙ. Η ποιητική αυτοσυνειδησία 

Από το σύνολο της ποιητικής παραγωγής επιλέγουμε τα ακόλουθα ποιήματα: α) «Το ποίημα», αφιερωμένο στη Μαρία, β) «Οι ποιητές επιθυμούν έναν βίαιο θάνατο», γ) «Eyes Wide Shut», δηλ. Μάτια ορθάνοιχτα, δ) «Δίχως πληθυντικό ευγενείας», τα οποία αναδεικνύουν την αγωνία και την ευθύνη της γλώσσας απέναντι στην πραγματικότητα, την ευθύνη του ποιητή για την ίδια την πράξη της γραφής μέσα σε έναν βίαιο κόσμο. Η ποιήτρια δεν γράφει απλώς ποιήματα -γράφει για το τι σημαίνει να γράφεις. 


α) «Το ποίημα»


                         της Μαρίας

Πριν βγει, στέκονται τρέμοντας οι λέξεις,
έκπληκτες που τις γεννά ο άνθρωπος.
Τόσο έκπληκτες όσο και το πουλί
όταν τον συναντά δίχως τουφέκι.
 

β) «Οι ποιητές επιθυμούν έναν βίαιο θάνατο»

Οι ποιητές επιθυμούν έναν βίαιο θάνατο.
Ν’ αρπάξουν τις λέξεις απ’ το λαιμό
να βγάλουν όλο τους το αίμα
να τις χτυπήσουν πάνω στα κράσπεδα
ώσπου να μην τις αναγνωρίζουν
να χάσουν το ένα πρόσωπο
να γίνουνε πολλά...

γ) «Eyes Wide Shut»

Τι να γράψω που να μην είναι άγνωστο;
Περιφέροντας τις λέξεις τις χάνεις
 

δ) Δ»ίχως πληθυντικό ευγενείας»

Δεν ξέρω πώς ν’ αντισταθώ στη βαρβαρότητα του κόσμου σας.
Όσο απομακρύνομαι τόσο συμμετέχω.
Το λέει η λέξη, το λέει η πηγή:
Η ποίηση είναι αυτό που ποιώ
Και όχι αυτό που γράφω.
Καιρός να μείνει κάτω το μολύβι.


Σχολιασμός:  Στο πρώτο ποίημα, η γλώσσα δεν είναι εργαλείο, αλλά ζωντανό ον. Οι λέξεις παρουσιάζονται σχεδόν ως έμβια όντα, προσωποποιούνται, στέκονται «τρέμοντας», σχεδόν απορημένες μπροστά στον άνθρωπο που τις γεννά. Η συνάντηση με τον άνθρωπο, η σχέση δημιουργού και λέξης, γίνονται απρόβλεπτες, σχεδόν επικίνδυνες, αμφίσημες, αλλά και τρυφερές.

Στο δεύτερο ποίημα, οι ποιητές θέλουν να «αρπάξουν τις λέξεις απ’ το λαιμό», με την έννοια να τις  αποδομήσουν, να τις απογυμνώσουν, να «χάσουν το ένα πρόσωπο», να τις πολλαπλασιάσουν, ώστε να ξαναγεννηθούν. Με άλλα λόγια, η ποιητική πράξη παρουσιάζεται ως βίαιη αναμέτρηση, αισθητική, υπαρξιακή και όχι κυριολεκτική.

Στο τρίτο ποίημα, αναδύεται η αίσθηση ματαιότητας και ο κίνδυνος η γραφή να γίνει μια ανούσια και κενή επανάληψη. Όλα έχουν ειπωθεί. Ο ποιητής αναμετριέται με την αδυναμία της πρωτοτυπίας, με την εξάντληση του λόγου.

Στο τέταρτο ποίημα, η ποίηση δεν είναι απόσυρση, αλλά είναι πράξη και αποκτά πολιτική και ηθική χροιά: «Η ποίηση είναι αυτό που ποιώ / Και όχι αυτό που γράφω». Η ποίηση αναδεικνύεται ως πεδίο αντίστασης και αναστοχασμού στη «βαρβαρότητα του κόσμου».

Συνοψίζοντας: α) Η γλώσσα ως ζωντανό ον. β) Η βία πάνω στη γλώσσα, με σκοπό την αποδόμησή της ως προϋπόθεση νέου νοήματος. γ) Η κρίση του λόγου, ως κρίση της δημιουργίας σε έναν κορεσμένο κόσμο. δ) Η ηθική διάσταση της ποίησης, η ποίηση ως πράξη ζωής, όχι ως λεκτικό κατασκεύασμα.


VΙΙ. Καταληκτικές σκέψεις

Στο τέλος της ανάγνωσης το «Αποξηραμένο νερό»  καλεί σε μια βαθύτερη εμπλοκή τον αναγνώστη με το νόημα και όχι απλώς με το συναίσθημα, σε μια ποίηση που γνωρίζει τα όριά της, αλλά δεν παραιτείται από την ευθύνη της. Η Ελένη Καρασαββίδου συνοψίζει τη σεφερική παραδοχή: «Και εγώ στα χέρια μου μόνο με ένα καλάμι». Ένα καλάμι, ένα εύθραυστο, απλό και σχεδόν ανεπαρκές εργαλείο. Δεν κρατά όπλο, δεν διεκδικεί εξουσία, δεν διαθέτει δύναμη επιβολής. Κρατά μόνο τη λέξη. Και όμως αυτό το καλάμι μπορεί να χαράξει ρωγμές στη σιωπή, να σημαδέψει τον χρόνο, να διασώσει το νόημα, να κρατήσει ανοικτή την ανθρώπινη συνάντηση. 


Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια