Βιβλιοκριτική: "Ο τζογαδόρος" του Βασίλη Τσιάμη | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς


Ο τζογαδόρος
Συγγραφέας: Βασίλης Τσιάμης
Ημερομηνία έκδοσης: 02/2026
ISBN: 978-960-04-5550-2
Σελιδες: 408
Εκδόσεις: Κέδρος



Ελλάδα. Ο τόπος μας είναι ρηχός. Είμαστε λαός γερασμένος, ένα απέραντο καφενείο συνταξιούχων, ημιαπασχολούμενων, ταλαίπωρων, αναμίξ με κλακαδόρους, ρουφιάνους, μιζαδόρους, τζογαδόρους, γελοίους πολιτικούς, προοδευτικούς με εσωτερικές πίκρες, ανθρώπους ημιεσβεσμένους απ΄ τις ήττες.

1994-2004.Οι νεοέλληνες ασχολούνταν όλη μέρα με τις μετοχές, το ποδόσφαιρο και τον τζόγο. Είναι δύσκολο να απαλλαχθεί κανείς από αυτή την αρρώστια, το γρήγορο κέρδος. Η ελληνική κοινωνία περνούσε τη φάση εκείνη όπου όλοι λάτρευαν την εξουσία και το χρήμα, την αχαλίνωτη δυναμική της απληστίας που συνοδεύει κάθε εξουσιαστή ο οποίος παριστάνει τον εκσυγχρονιστεί.

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Σε καιρούς κρίσης συνηθίζουμε να παρηγοριόμαστε λέγοντας ότι μετά το σκοτάδι θα χαράξει. Η ελπίδα φεύγει πάντα τελευταία…

Σε αυτόν τον τόπο ζει ο Νότης που είχε κόλλημα με τα αθλητικά -ειδικά με το ποδόσφαιρο-, κόλλησε τα τελευταία χρόνια και την ψώρα με το στοίχημα. Με την έλευση του ποδοσφαιρικού στοιχήματος γεννήθηκαν πολλές προσδοκίες σε πολλούς - ότι βρέθηκε μία νέα πηγή εσόδων. Αμέτρητες αντρικές καρδιές φτερούγισαν από χαρά στην προοπτική του γρήγορου και εύκολου κέρδους. Η ελπίδα, το μεγάλο αφιόνι του τζόγου. Η πίστη που είναι στιλβωμένη στους τζογαδόρους, ότι θα ξαναπάρουν πίσω όλα όσα έχασαν…

Το ασφαλέστερο μονοπάτι για να τσακιστείς στη ζωή είναι ο τζόγος…

Η αυτοπεποίθηση ότι θα κερδίσεις στον τζόγο είναι η μεγαλύτερη φρεναπάτη που υπάρχει από καταβολής κόσμου.

Αν έπαιζαν οι τζογαδόροι για να κερδίσουν, δεν θα υπήρχε τζόγος. Οι βεβαιότητες σκοτώνουν το συναίσθημα, και το παιχνίδι χάνει την αξία του. Είναι το κρίσιμο σημείο που πρέπει να υπερβεί ο πετυχημένος παίκτης. Πρέπει να σέβεσαι το παιχνίδι, το κάθε παιχνίδι, και τους κανόνες του, την ιδιοσυγκρασία του.

Αυτός που διοργανώνει τον τζόγο έχει το πάνω χέρι. Ποτέ δεν πας να κάνεις τον ξύπνιο στους παπατζήδες. Στήνουν την παράστασή τους για να μαζέψουν λεφτά, όχι για να μοιράσουν…

Ο πρώτος διοργανωτής τζόγου το κράτος, ονειρεύεται κατά βάθος έναν κόσμο μόνο με καζίνα, ολημερίς και ολονυχτίς στοίχημα και κράχτες να αλυχτάνε υπέρ αυτού του ζόφου.

Μόνο δύο ιδέες δεν έχουν το αντίθετό τους: το χρήμα και ο τζόγος…

Ο τριαντάχρονος Νότης, διορθωτής σε εφημερίδα, γνώρισε το στοίχημα και θεώρησε πως αυτό του ταίριαζε. Κούμπωνε στην ιδιοσυγκρασία του και έβγαλε το ασφαλές κατά τον ίδιο συμπέρασμα πως θα μπορούσε να βιοποριστεί άνετα από αυτό. Θα μεγαλουργούσε στον τζόγο χωρίς να είναι τζογαδόρος. Θα γινόταν επαγγελματίας παίκτης, χωρίς να εθιστεί. Ο ίδιος δεν θα ήταν εξαρτημένος . Με εργαλεία τη σκέψη του, την καλή του μνήμη και την αναλυτική ικανότητα θα τα κατάφερνε.

Ο Νότης ήταν βαθιά καταστασιακός.

Ο δρόμος του ήταν σκληρός, ο κόσμος του τζόγου, ανάλγητος και κυρίως μοναχικός, μια και αποτύπωνε ηθικές καταστάσεις που ήταν πάντα αρνητικές. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μεγάλο μυστικό για έναν τζογαδόρο είναι να παραμένει αξιοπρεπής τόσο στις μεγάλες νίκες όσο και στις μεγάλες ήττες.

Ο Νότης ήταν ένας από τους ελάχιστους που γνώριζαν τις ιδιαιτερότητες των αγγλικών πρωταθλημάτων. Είχε καταλήξει να ασχοληθεί με τις Αγγλιδούλες που ήταν ένα σύνολο, μία κατηγορία 72 ομάδων και 36 παιχνιδιών. Οι ομάδες αυτές του ασκούσαν γοητεία, ήταν ένας κόσμος που τον συγκινούσε, ένας κόσμος όπου ένιωθε ότι μπορούσε να ελέγξει τα πράγματα. Με την Premier League και τις μεγάλες ομάδες που γνώριζε όλος ο πλανήτης δεν ασχολούνταν. Προτιμούσε τις μικρές κατηγορίες, εκεί όπου τα προγνωστικά απαιτούσαν καλό ρεπορτάζ, βαθιά γνώση των ιδιαιτεροτήτων κάθε ομάδας και του πρωταθλήματος και προπάντων ένστικτο. Λέιτον Όριεντ, Λινκολν, Γουίκομ, Γκρίμσμπι, Όλνταμ, Μπέρι, Μπάρνσλι, Κόβεντρι, Χάλιφαξ Τάουν, Κρου Αλεξάντρα, Πιτέρμπορο. Οι Αγγλιδούλες είχαν αποδόσεις 8,00, 9,50 και 11,00. Αν κάποιος στοιχηματζής κατόρθωνε να πετύχει κάποια από αυτές πάνω στο στρίψιμο της φόρμας, από την αρνητική δηλαδή στη θετική απόδοση, εκείνη τον αντάμειβε με σερί μεγάλων αποδόσεων. Σαν άστατη γυναίκα.

Ο Νότης είχε δίκαιο, κέρδισε εκατομμύρια δραχμές, ποντάροντας στις Αγγλιδούλες. Παράλληλα έπαιζε και ιππόδρομο και ρουλέτα. Πέτυχε να νικήσει κατά σειρά στον ιππόδρομο, στο στοίχημα και στη ρουλέτα. Στην ρουλέτα έπαιζε τους Υπέροχους Εφτά αριθμούς: 12,14,19,21,28,30,36. Και η μπίλια του έκανε την χάρη. Κέρδισε αρκετά χρήματα.

Αισθανόταν ανίκητος. Το σημαντικό όμως ήταν πως δεν ένιωθε καμία έξαψη, το αντίθετο, παρέμενε συγκρατημένος. Είχε περάσει πλέον στο επίπεδο του επαγγελματία.

Ο τζόγος όμως απαιτεί κάποιον βαθμό κοινωνικής απομόνωσης, για να μπορέσει να σκεφτεί καλά και να εδραιώσει μέσα στο μυαλό του του το παιχνίδι. Ο ιππόδρομος και οι φίλιπποι, αλογομούρηδες κατά το κοινώς λεγόμενον, ήταν η οικογένειά του. Όταν δεν υπήρχε τζογαδόρικο πρόγραμμα, πήγαινε με τους φίλους του, τον Χρήστο και τον Τάσο και τις γκόμενές τους στο θέατρο, στο σινεμά ή για φαγητό. Λόγω του τζόγου ο Νότης είχε χαλάσει μια μακροχρόνια σχέση με την Αριάδνη. Το ίδιο έγινε μετά με μια πουτάνα την Γκαλίνα.

Κατά κανόνα, οι τζογαδόροι είναι ψυχικά ευνούχοι. Ο τζόγος είναι, πάνω απ΄ όλα, η παλιά, καλή, αρχέγονη αδρεναλίνη, παρασκευασμένη στα πρωτόγονα ορμέφυτα. Δεν ξεμπερδεύεις εύκολα με αυτόν διότι όλοι οι τζογαδόροι επιδιώκουν να ρεφάρουν.

Καταπώς το είχε φιλοσοφήσει ο Νότης , είναι προτιμότερο να χάσεις όλα σου τα λεφτά σε ένα και μόνο χτύπημα: σε μια ιπποδρομία, σε μία περιστροφή στη ρουλέτα, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Μετά κάνε δυο και τρεις δουλειές για να ξεχρεώσεις ,αλλά αυτό τον διάολο μήτε να τον ξαναπλησιάσεις. Ο ίλιγγος του τζόγου είναι πιο ασφαλής από το να περπατάς σε ένα στενό περβάζι στην ταράτσα ενός ουρανοξύστη, αλλά ταυτόχρονα είναι και δέκα φορές πιο ισχυρός. Ο ίλιγγος της χασούρας είναι εκατονταπλάσιος σε δύναμη συναισθήματος γιατί διαρκεί αιώνια ή όσο υπάρχουν λεφτά. Ενώ αν σκάσεις σαν καρπούζι στην άσφαλτο, πέφτοντας από την κορυφή ενός ουρανοξύστη, αυτό ήταν όλο. Οι τζογαδόροι δεν μπορούν ν΄ αντισταθούν σε αυτό τον ίλιγγο.

Κανένα παράδειγμα πετυχημένου τζογαδόρου δεν υπάρχει. Όλα είναι αστικοί μύθοι και μυθεύματα. Όλοι, στο τέλος, καταποντίζονται. Δεν είναι ο τζόγος που τους νικά, αλλά η αδρεναλίνη. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την έξαψη του τζόγου…

Ο οίκτος τον οποίο ξυπνούν στους άλλους οι τζογαδόροι, οι ναρκομανείς, οι καρκινοπαθείς και οι ανάπηροι δεν αφορούσε καθόλου τον Νότη. Όπως δεν αφορούσε και την ελληνική κοινωνία, μία από τις πιο σκληρές, υποκριτικές και σταρχιδιστικές κοινωνίες του κόσμου, στην οποία κυριαρχούσαν το διάχυτο μίσος και ο ατομικισμός.

Όσα κέρδισε ο Νότης τόσο καιρό τα έχασε στον τζόγο, παραμένοντας έγκλειστος στο δικό του κόσμο, ασυμβίβαστος με τους γύρω του και τον περιβάλλοντα κόσμο. Είχε απομακρυνθεί από τους ανθρώπους που νοιάζονταν για αυτόν: τον Χρίστο, τον Τάσο, την Αριάδνη, τη Γκαλίνα, την Ναταλία… Ο τζόγος τον είχε αλλοτριώσει. Το κέντρο της ύπαρξής του ήταν ο τζόγος, η μελέτη, η αναζήτηση του τέλειου παιχνιδιού.  Υπάρχει τέλος σε όλο αυτό;

Όταν προσπάθησε να αντιδράσει ήταν πλέον αργά. Το παιχνίδι του στοιχήματος του είχε στερήσει την ανθρώπινη ιδιότητα... Δεν αισθάνθηκε, σαν άνθρωπος, καμία συγκίνηση εκτός από εκείνη του παιχνιδιού. Πόσο ακριβά το είχε πληρώσει αυτό το συναίσθημα του πόνου και ηδονής του  τζόγου…

Έτσι κι αλλιώς, αύριο είναι μια καινούργια μέρα…

Ένα μυθιστόρημα που σε θυμώνει, σε σαγηνεύει και στο τέλος σου ραγίζει την καρδιά.

Ένα από τα ωραιότερα μυθιστορήματα που έχουμε διαβάσει εδώ και πολύ καιρό.

Αριστούργημα.


Ο Βασίλης Τσιάμης γεννήθηκε το 1971. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατάγεται από την Καλαμπάκα και ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως επιμελητής κειμένων.
Το 2023 του απονεμήθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ το Λογοτεχνικό Βραβείο «Αλεξάνδρα Στεφανοπούλου» για το μυθιστόρημά του 54 ημέρες – Η πολιορκία και η άλωση της Κωνσταντινούπολης (Κέδρος, 2021).

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια