Γράφει η Μεταξούλα Μανικάρου
Ι. Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και Κ.Π. Καβάφης: συγκριτική προσέγγιση δύο ποιητικών περιόδων
Η 21η Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, δεν αποτελεί απλώς μια επέτειο ανάμνησης στίχων ούτε μόνο μια ευκαιρία τιμής προς την τέχνη του λόγου. Αποτελεί, κυρίως, έναυσμα για βαθύτερο στοχασμό γύρω από τη δύναμη και τον ρόλο της ποίησης στον χρόνο. Συνιστά έναν τρόπο προσέγγισης του κόσμου με περισσότερη ευαισθησία, ουσία και επίγνωση του εαυτού, αλλά και έναν διάλογο της ποίησης τόσο με τον εαυτό της όσο και με τον δημιουργό της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή στο έργο του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα.
Στο παρόν άρθρο επιχειρείται μια διακειμενική προσέγγιση σε δύο σταθμούς-κομβικά ποιήματα της καβαφικής δημιουργίας που, αν και απέχουν μεταξύ τους τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, συνομιλούν με μια συγκλονιστική εσωτερική συνέπεια: το πρώιμο/νεανικό «Ο Ποιητής και η Μούσα» (1886) και το ώριμο «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.» (1921). Στόχος είναι να αναδειχθεί η πορεία και η εξέλιξη της ποιητικής του συνείδησης.
ΙΙ. Τα δύο ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη
«Ο Ποιητής και η Μούσα»
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Προς τί καλόν, τί όφελος ηθέλησεν η τύχη,
κι εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
αυτοί οι μουσικότεροι δεν είναι αληθείς.
Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κι η αρετή.
Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,
κι επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.
Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
Έρωτα ψάλλω και χαράν. Αθλία παρωδία,
άθλια λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!
Η ΜΟΥΣΑ
Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον
οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.
Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων είσαι
-χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.
Εάν η γη καλύπτεται με σκότος, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·
θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!
Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε
ρόδων, και ίων, κι ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.
Σημείωση: πους: πόδι. ολισθεί, τύπος του ολισθαίνω: γλιστρώ, κυλιέμαι, γλιστρώ και πέφτω. παρωδία: σκωπτική παραποίηση, γελοιοποίηση, μειωτικός χαρακτηρισμός. μελίρρυτος: αυτός που στάζει (ρέει) από το στόμα του μέλι, (μεταφορικά) ο γλυκομίλητος. αυδή: ανθρώπινη φωνή, ομιλία, άσμα, ωδή. λυκαυγές: το ημίφως πριν από την ανατολή του ήλιου, το χάραμα· χαραυγή. (μεταφορικά) η πρώτη περίοδος, το ξεκίνημα. ίον: μενεξές.
«Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.»
Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.
IΙΙ. Σύντομη αναφορά στο περιεχόμενο
Στο ποίημα «Ο Ποιητής και η Μούσα» το ποιητικό υποκείμενο βυθίζεται σε μια έντονη αμφιβολία και απογοήτευση για την αξία της τέχνης του. Η «τύχη», ως τυφλή δύναμη, όχι ως θεία επιλογή, τον έκανε ποιητή, ως εκ τούτου νιώθει ανεπαρκής μπροστά στο έργο του. Οι υψηλές αξίες, η «δόξα» και η «αρετή» παρουσιάζονται ως «όνειρα» – άπιαστα, ίσως ψευδαισθητικά. Ο κόσμος γύρω του είναι απατηλός, σκοτεινός, ψυχρός και εχθρικός. Ένας αυτοσαρκασμός για τη «λύρα» που γίνεται «έρμαιον» – δηλαδή παρασύρεται από ψευδαισθήσεις και μια απαισιοδοξία που είναι υπαρξιακή και όχι απλώς συναισθηματική. Σε αυτή τη στιγμή αδυναμίας εμφανίζεται η Μούσα, η οποία αναιρεί την αυτοϋποτίμηση του ποιητή, λειτουργώντας ως φωνή ενθάρρυνσης και αποκατάστασης. Υψώνει τον ποιητή σε ιερατικό ρόλο, ο οποίος, ως «λειτουργός», με «μελίρρυτη» φωνή, καθιστά την ποίησή του ένα φως που διαλύει το σκοτάδι. Το ποίημα κλείνει με την υπόσχεση της αναγέννησης: το «λυκαυγές» συμβολίζει την επιστροφή της έμπνευσης, τα «στεφάνια» της ποιητικής δόξας προετοιμάζουν την ανταμοιβή και την αποκατάσταση της πίστης του ποιητή στην τέχνη του.
Το δεύτερο ποίημα με τίτλο «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.» - από τους εκτενέστερους τίτλους ποιημάτων που έγραψε ποτέ ο Καβάφης- δίνει φωνή στον Ιάσονα Κλεάνδρου, ποιητή της Κομμαγηνής. Η φωνή του ποιητικού υποκειμένου είναι άμεση και ωμή για το γήρασμα, μια σωματική εικόνα που παρουσιάζεται ως «πληγή από φρικτό μαχαίρι». Μέσα στην απόγνωσή του το ποιητικό υποκείμενο ζητά καταφύγιο στην Τέχνη της Ποίησης, την οποία αντιμετωπίζει σαν θεραπεύτρια. Η ποίηση, όμως, δεν προσφέρει λύτρωση, αλλά «νάρκη» – προσωρινή ανακούφιση και παυσίπονο. Και η τελική λέξη «για λίγο» είναι καθοριστική: η τέχνη δεν νικά τον χρόνο, απλώς τον αναστέλλει. Ενισχυτικό προς αυτή την κατεύθυνση είναι το όνομα «Ιάσων» (από το ρήμα «ιώμαι» = θεραπεύω), γεγονός που επιτείνει την ειρωνεία του ποιητικού υποκειμένου. Τέλος, η χρονολογία 595 μ.Χ. παραπέμπει στην ατμόσφαιρα του ελληνιστικού κόσμου, με την πολυπολιτισμικότητα και την ιδιαίτερη αισθητική που γοήτευαν τον Καβάφη. Ταυτόχρονα υποδηλώνει την παρακμή της Κομμαγηνής, μιας περιοχής που κάποτε έσφυζε από ελληνική παιδεία. Πρόκειται για ένα κόσμο που «παλιώνει» που φθίνει και γερνά, όπως και ο Ιάσων Κλεάνδρου, μια μορφή σχεδόν αναχρονιστική, που βιώνει έντονα τη σωματική του φθορά.
ΙV. Βασικές γραμματολογικές πληροφορίες
Το ποίημα «Ποιητής και Μούσα» γράφτηκε το 1886, όταν ο ποιητής ήταν μόλις 23 ετών, κατατάσσεται στα νεανικά/πρώιμα ποιήματα και ανήκει στα λεγόμενα «Κρυμμένα Ποιήματα» (ή «Ανέκδοτα»), σε εκείνα, δηλαδή, που ο Καβάφης δεν συμπεριέλαβε στον «κανόνα» των εκδομένων του έργων. Έχει έντονα στοιχεία του Ρομαντισμού και της Αθηναϊκής Σχολής, ενώ διακρίνονται ψήγματα από τον γαλλικό Συμβολισμό και τον Παρνασσισμό. Είναι γραμμένο σε παραδοσιακή στιχουργική, με ομοιοκαταληξία και μια γλώσσα που ρέπει προς την καθαρεύουσα (λόγια στοιχεία).
Το «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ.Χ.» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αλεξάνδρεια» το 1918 και εκδόθηκε το 1921. Κατατάσσεται στην ύστερη, ώριμη περίοδο, περιλαμβάνεται στα «Αναγνωρισμένα» (ή «Εκδομένα») ποιήματα και ανήκει στα λεγόμενα φιλοσοφικά/υπαρξιακά. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε πρώτη γραφή (1918) το ποίημα είχε τον τίτλο «Μαχαίρι». Είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο με εσωτερικούς ρυθμούς, πεζολογικό τόνο και απουσία ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα είναι η κλασική καβαφική: ένας μοναδικός συνδυασμός δημοτικής με λόγιους ιδιωματισμούς. Εντάσσεται στην κατηγορία των ψευδοϊστορικών ποιημάτων. Ο Ιάσων Κλεάνδρου είναι ένα επινοημένο πρόσωπο, ιστορικοφανές προσωπείο πίσω από το οποίο κρύβεται ο ίδιος ο Καβάφης. Ο χρόνος 595 μ.Χ. είναι ιστορικοφανής και εξαιρετικά κρίσιμος, καθόσον βρισκόμαστε στο μεταίχμιο, στο τέλος του αρχαίου κόσμου και την εδραίωση του Βυζαντίου. Η Κομμαγηνή (περιοχή της Συρίας) συμβολίζει την περιφέρεια του ελληνισμού, έναν χώρο όπου η ελληνική παιδεία επιβιώνει μέσα σε ένα περιβάλλον παρακμής.
V. Η «συνομιλία» των δύο ποιημάτων
Τα δύο ποιήματα, αν και ανήκουν σε εντελώς διαφορετικές περιόδους της καβαφικής δημιουργίας, λειτουργούν σχεδόν σαν αφετηρία και κατάληξη της διαρκούς διερεύνησης της ποιητικής τέχνης και πορείας του Καβάφη. Παρόλη τη χρονική απόσταση και τη διαφορετική τεχνοτροπία, μοιράζονται κοινούς θεματικούς άξονες και παρουσιάζουν ισχυρούς διακειμενικούς δεσμούς μέσω ενός αυτοαναφορικού μετα-ποιητικού λόγου. Είναι εντυπωσιακό ότι ο Καβάφης χρειάστηκε 35 χρόνια για να μετατρέψει την αφηρημένη «Μούσα» του 1886 στο συγκεκριμένο «φάρμακο» του 1918/1921.
1. Η διαδρομή της ποιητικής συνείδησης στον Καβάφη: από την εξιδανίκευση στην απομυθοποίηση
Και στα δύο ποιήματα ο Κ. Π. Καβάφης αποφεύγει την άμεση αυτοαναφορικότητα. Αντίθετα, δημιουργεί ποιητικές μορφές-προσωπεία, άλλοτε αλληγορικές-συμβολικές («Ο Ποιητής και η Μούσα») και άλλοτε ιστορικοφανείς («Ιάσων Κλεάνδρου»). Η τεχνική αυτή του επιτρέπει μια δημιουργική απόσταση, προκειμένου να προσεγγίσει και να εξερευνήσει την ποιητική συνείδηση με λεπτή ειρωνεία αλλά και συγκρατημένη ευαισθησία.
Στο πρώτο ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται ως ένα ανώνυμο «Εγώ», που λειτουργεί ως συμβολική, αρχετυπική εικόνα του ποιητή. Η φωνή του παρουσιάζεται διχασμένη: από τη μία εκφράζει αμφιβολία, απογοήτευση και τάση προς άρνηση και από την άλλη η Μούσα παρεμβαίνει ως αντίρροπη δύναμη, επαναφέροντας την εμπιστοσύνη στην αξία της τέχνης. Με αυτόν τον τρόπο, συγκροτείται ένας εσωτερικός διάλογος με έντονα δραματοποιημένο χαρακτήρα.
Στο δεύτερο ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο είναι συγκεκριμένο και επώνυμο επώνυμο: ένα ιστορικό προσωπείο, ο Ιάσονας Κλεάνδρου, ένας ποιητής τοποθετημένος στην Κομμαγηνή του 595 μ.Χ. Εδώ απουσιάζει ο διάλογος, αλλά κυριαρχεί μια ενιαία, σταθερή συνείδηση που βιώνει τη φθορά ως βαθύ τραύμα. Η κρίση δεν αμφισβητείται -γίνεται αποδεκτή
Κοινό σημείο και των δύο είναι η παρουσία του ποιητή ως ευάλωτου και εύθραυστου όντος, που εξαρτάται από δυνάμεις που τον υπερβαίνουν -είτε αυτή είναι η Μούσα είτε η ίδια η ζωή που φεύγει. Παρατηρείται έτσι μια αίσθηση ανεπάρκειας, που αφορά άλλοτε την τέχνη και άλλοτε την ίδια την ύπαρξη.
Σε διακειμενικό επίπεδο διαγράφεται μια ξεκάθαρη πορεία και εξέλιξη: από τη διχασμένη συνείδηση του πρώιμου ποιήματος προς μια πικρή αλλά αποδεκτή και συμφιλιωμένη αυτογνωσία στο ώριμο. Ταυτόχρονα, η μορφή του ποιητή μετασχηματίζεται: από την εξιδανικευμένη/ιδεαλιστική μορφή και σχεδόν ιεροποιημένη παρουσία (εκλεκτός και θείος λειτουργός) σε μια απομυθοποιημένη και πιο ρεαλιστική εικόνα ενός ανθρώπου που υποφέρει, που είναι ευάλωτος, εύθραυστος και θνητός.
2. Η εξέλιξη της λειτουργίας της ποίησης στον Καβάφη: από λυτρωτική και σωτήρια δύναμη σε παρηγορητικό μέσο και ψυχολογική ανακούφιση
Το κεντρικό ερώτημα και στα δύο ποιήματα εστιάζει στη δύναμη και στον ρόλο της ποίησης. Με άλλα λόγια, τί είναι αυτό που, τελικά, μπορεί να προσφέρει η ποίηση. Στο πρώτο ποίημα, η ποίηση παρουσιάζεται ως «θείο χάρισμα» το οποίο είναι ικανό να αποκαλύπτει βαθύτερες αλήθειες, να οδηγεί με ασφάλεια προς το φως και το κρυμμένο κάλλος, λειτουργώντας ως μορφή πνευματικής λύτρωσης.
Στο δεύτερο ποίημα, η ποίηση προβάλλεται ως «φάρμακο», ως ναρκωτικό και παυσίπονο του πόνου και του άλγους της ζωής. Η φθορά βιώνεται ως βαθύ και ανίατο τραύμα που δεν μπορεί η ποίηση να εξαλείψει, παρά μόνο να αμβλύνει και να ανακουφίσει. Η θεραπευτική της δύναμη είναι πλέον περιορισμένη και συνειδητά προσωρινή, χαρίζοντας απλώς μια στιγμιαία λήθη.
Ως εκ τούτου, η ποίηση ως δύναμη και μέσο υπέρβασης της πραγματικότητας αποκτά διπλή λειτουργία: άλλοτε δρα ως δύναμη σωτηρίας και άλλοτε ως παρηγορητικό καταφύγιο. Η καθοριστική διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο ποιήματα συνίσταται στη μετατόπιση από τη σωτηριολογική λειτουργία της ποίησης στην παρηγορητική/ψυχολογική λειτουργία της.
3. Ο μετασχηματισμός της φαντασίας από θεία έμπνευση και δώρο σε άμυνα και συνειδητό εργαλείο
Στο πρώτο ποίημα, η φαντασία, παρότι δεν κατονομάζεται ρητά, εμφανίζεται ως ουράνια επίσκεψη και υπερβατική παρουσία, ενσαρκωμένη στο πρόσωπο της Μούσας. Λειτουργεί ως θεία έμπνευση, σχεδόν εκστατική, που αποσπά τον ποιητή -τον «εκλεκτό» δέκτη της- από την πεζότητα και τη φθοροποιό καθημερινότητα.
Στο δεύτερο ποίημα, η φαντασία απογυμνώνεται από τον μυθικό της χαρακτήρα. Δεν είναι πια η θεά, αλλά μια ανθρώπινη πνευματική ικανότητα, ένα συνειδητό μέσο δημιουργίας. Σε σύμπραξη με τον λόγο, την αυστηρή επεξεργασία της γλώσσας και την τεχνική της γραφής, λειτουργεί σαν ένα «εργαστήριο» που επιχειρεί να επουλώσει το τραύμα.
Κοινός παρονομαστής είναι ότι η φαντασία δεν αντιμετωπίζεται ως απλό ψεύδος, αλλά ως απαραίτητος μηχανισμός επιβίωσης. Σε διακειμενικό επίπεδο, παρατηρείται μια μετατόπιση: από τη φαντασία που προσφέρεται παθητικά στον ποιητή, ως άνωθεν δώρο, στη φαντασία στην οποία ο ίδιος καταφεύγει ενεργητικά, ως συνειδητή επιλογή. Η επίδρασή της άλλοτε είναι παροδική και συνδέεται με την παρουσία της Μούσας και άλλοτε λειτουργεί ως «φάρμακο» με διάρκεια, που μπορεί να προσφέρει ανακούφιση επανειλημμένα, τόσο στον ποιητή όσο και στον αναγνώστη.
4. Η ποιητική συνείδηση και ειρωνεία από τη διαλογική σύγκρουση στον μονολογικό στοχασμό
Στο πρώτο ποίημα, η δομή έχει διαλογικό χαρακτήρα και θυμίζει σχεδόν δραματική σκηνή, προβάλλοντας δύο φωνές, δύο επιχειρήματα και διαφορετικές θέσεις, μια αντιπαράθεση. Ο ποιητής αποστασιοποιείται από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον σαν να πρόκειται για κάποιον άλλον.
Στο δεύτερο ποίημα, η δομή είναι μονολογική, προσωπική και άμεση, χωρίς την παρουσία αντίλογου. Υπάρχει λεπτή και διακριτική ειρωνεία, όταν ο ποιητής απευθύνεται στην «Τέχνη της Ποιήσεως», αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι η συνδρομή της είναι πρόσκαιρη, «για λίγο».
Κοινός άξονας και στα δύο είναι η βαθιά συνείδηση της κατάστασης του ποιητή, είτε μέσα από το αλληγορικό είτε μέσα από το ιστορικοφανές προσωπείο. Η αυτογνωσία αυτή υπερβαίνει το καθαρά ψυχολογικό επίπεδο και αποκτά ποιητική διάσταση. Ο ποιητής αναγνωρίζει ότι η έμπνευση δεν του ανήκει απόλυτα και η δημιουργία προϋποθέτει μια συνεχή διαπραγμάτευση με δυνάμεις πέρα από τον έλεγχό του. Σε αυτό το πλαίσιο, η καβαφική ειρωνεία λειτουργεί ως εργαλείο αυτογνωσίας, όχι για να αναιρέσει την τέχνη, αλλά για να οριοθετήσει τις δυνατότητές της.
VI. Καταληκτικές σκέψεις: Μετα-ποιητική αυτοαναφορικότητα και μάσκα
Η διακειμενική σχέση των δύο ποιημάτων αναδεικνύει μια καθοριστική εξέλιξη της καβαφικής ποιητικής: από την αισιοδοξία της νεότητας και από μια πρώιμη, ιδεαλιστική αντίληψη της τέχνης ως φορέα ανώτερης αλήθειας και πνευματικής σωτηρίας, στη μελαγχολία της ωριμότητας, σε μια ρεαλιστική θεώρηση και υπαρξιακή αγωνία, όπου η ποίηση αναγνωρίζεται ως μέσο προσωρινής ανακούφισης απέναντι στην αναπόδραστη φθορά του χρόνου και του σώματος. Στην πρώτη κατάσταση, στόχος είναι η ηθική και πνευματική στήριξη του νέου δημιουργού, με την ποίηση να έχει αποκαλυπτικό και λυτρωτικό ρόλο. Αντίθετα, στη δεύτερη κατάσταση, στόχος είναι η αντιμετώπιση της υπαρξιακής οδύνης και του φόβου του θανάτου, με την ποίηση να προσφέρει προσωρινή λύση, ανακούφιση και το ύστατο και πολύτιμο καταφύγιο απέναντι στο αναπόφευκτο.
Το ποίημα «Ο Ποιητής και η Μούσα» χρησιμοποιεί την κλασική μορφή διαλόγου Ποιητή-Μούσας, ακολουθώντας τη ρομαντική παράδοση. Το δεύτερο ποίημα «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.» μεταμφιέζει τον ίδιο τον Καβάφη σε έναν φανταστικό ποιητή του 6ου αι. μ.Χ. στην Κομμαγηνή, εφαρμόζοντας την τυπική καβαφική τεχνική της «ιστορικής μάσκας».
Εν κατακλείδι, πρόκειται για δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, μιας συνειδητής αυτονοαφοράς: το 1886 ο Καβάφης θέτει το ερώτημα-πρόβλημα, «Γιατί να γίνω ποιητής, αν η ζωή είναι ματαία;», το 1921 δίνει την ώριμη απάντηση, «Η τέχνη είναι το μόνο φάρμακο, έστω και προσωρινό, για να αντέξει».

0 Σχόλια