«Το Σημειωματάριο», του μεγάλου Ζαν Κλοντ Καρριέρ, έγινε παράσταση με κεντρικό του θέμα τον έρωτα και τη μοναξιά σε μετάφραση από τον Γιάννη Θηβαίο και σε σκηνοθεσία από τον Αντώνη Αντωνίου. Το έργο είναι μια όμορφη και γλυκιά ιστορία με πολύ γέλιο, που σκοπό έχει να μας κάνει να σκεφτούμε, να μπερδευτούμε λίγο, να ερωτευτούμε και να γελάσουμε πολύ. Κύρια θέματα, που θίγονται, είναι τα εξής: οι ερωτικές σχέσεις, η συνεξάρτηση, η εργασιομανία, η ελευθερία, η ευαλωτότητα και πώς τελικά τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Ένας καρδιοκατακτητής, ο Ζαν Ζακ, βλέπει στο σπίτι του να μπαίνει μια άγνωστη γυναίκα. Στην αρχή, σκοπίμως ή όχι, δεν μαθαίνουμε την ταυτότητά της και ζητάει να μείνει στο σπίτι του. Ψάχνει κάποιον και από ένα λάθος στη διεύθυνση (ή μήπως όχι;) μπαίνει στο διαμέρισμα του μπον βιβέρ και εκ πεποιθήσεως εργένη. Εκείνος στην αρχή διστάζει και αιφνιδιάζεται ωστόσο οι καλοί του τρόποι δεν τον αφήνουν να την παρατήσει μόνη της έξω. Έτσι η άγνωστη μένει στο σπίτι του για λίγο. Είναι όμως όλα όπως φαίνονται;
Το κείμενο περιλαμβάνει έξυπνους και χιουμοριστικούς διαλόγους με γρήγορη ροή. Οι διάλογοι είναι ατακοδόροι και το έξυπνο χιούμορ του συγγραφέα γίνεται αμέσως αντιληπτό από το κοινό. Το έργο σε κανένα σημείο δεν κάνει κοιλιά αντιθέτως αφήνει μια περιέργεια στο κοινό, ενώ εξελίσσεται η υπόθεση. Οι δυο ερμηνευτές, Νίκος Νίκας και Ελένη Κούστα, δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό με την αμεσότητα και τη μεταδοτικότητά τους. Αβίαστα υποδύονται τους δύο ρόλους τους και η χημεία μεταξύ τους είναι βέβαιη. Δίνει το προφίλ και τη ζωή ενός μπον βιβέρ, έναν δυναμικού άνδρα που έχει βάλει σε τάξη την προσωπική ζωή του, αφού καταγράφει όλες του τις ερωτικές σχέσεις σε μια ατζέντα. Ωστόσο όλο αυτό δεν είναι παρά μια πανοπλία αφού στη συνέχεια αντιλαμβάνεται πόσο εύθραυστη και μεταβαλλόμενη είναι η ψυχή του, χωρίς όμως να μεμψιμοιρεί και να βγάζει «κατηγορώ» για τη γυναικεία φύση αντιθέτως παίρνει όλη την ευθύνη πάνω του. Από την άλλη η Ελένη Κούστα είναι μια γυναίκα καπάτσα, ελεύθερη, ζωντανή και αινιγματική. Μας δίνει εκείνη την κωμική νότα και με το νάζι και το σκέρτσο της κερδίζει το κοινό στα σημεία. Η σκηνοθεσία του έργου δένει με την υπόθεση και κάνει την ατμόσφαιρα οικεία και ζεστή συγχρόνως, ενώ είναι σε πρώτο πλάνο η σκηνή, δεν επισκιάζει τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών αντιθέτως τους δίνει το απαραίτητο έδαφος για να λυθούν και να ευδοκιμήσει η όλη συναισθηματική ατμόσφαιρα χωρίς να παραμερίζονται οι στιγμές γέλιου. Την ίδια στιγμή ο φωτισμός, Μαριέττα Παυλάκη, οριοθετεί χρονικά την υπόθεση και αφήνει στο μεσοδιάστημα το κοινό να αφουγκραστεί τις σκηνές και τα κρυφά νοήματα, που περνά το έργο. Η όλη υπόθεση του έργου δείχνει πώς σταδιακά οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται και οι σταθερές, που πίστευαν οι πρωταγωνιστές της παράστασης, αλλάζουν δυναμική και το κουβάρι ξεδιαλύνεται. Το κείμενο και οι ερμηνείες κάνουν το κοινό να θέλει να μάθει περισσότερα για την υπόθεση του έργου.
Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα έργο που ιντριγκάρει τον νου και κάνει την καρδιά να ερωτεύεται. Ενδείκνυται για όλη την οικογένεια, καθώς η όλη δουλειά γίνεται με σεβασμό στον θεατή. Δεν πρόκειται απλά για μια ακόμα γλυκανάλατη κωμωδία αντιθέτως το κείμενο έχει πλοκή και βάζει το κοινό σε εγρήγορση. Σε πολλά σημεία ο θεατής αναρωτιέται, σκέφτεται και στη συνέχεια τα δεδομένα ανατρέπονται από την επόμενη σκηνή.
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση και κρατήσεις θέσεων: εδώ





0 Σχόλια