Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Τίτλοι αρχής" της Σύλβα Γάλβα | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Συγγραφέας: Σύλβα Γάλβα
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 44
Εκδόσεις: Βακχικόν
                                                                               Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Τι πιο όμορφο να μιλά κανείς για αρχή! Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Είναι γεμάτη ελπίδα, γεμάτη φως, γεμάτη συναισθήματα. Η αρχή τάζει πως θα υπάρξει συνέχεια. Αφήνει στην άκρη τη στασιμότητα και αισιοδοξεί. Κι έτσι κερδίζει την προσοχή μας. Κι επιδρά. Ο πρώτος στόχος έχει ήδη επιτευχθεί.
«Τίτλοι αρχής» είναι ο τίτλος που χάρισε στη δεύτερη ποιητική συλλογή της η Σύλβα Γάλβα, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Τίτλοι αρχής για ένα κινηματογραφικό ταξίδι ζωής, που όμοιό του, ίσως να έχουμε ξανακάνει, αλλά ποτέ δεν του δώσαμε τόσο πολύ μεγάλη σημασία, ίσως γιατί ποτέ δεν είχαμε την ευκαιρία να εστιάσουμε σ’ αυτό. Τώρα, όμως, η ευκαιρία μας καλεί, ο χώρος έχει στηθεί, «τα φώτα χαμηλώνουν» και το ταξίδι «στο μεγάλο πανί» ξεκινά.
Το ταξίδι αυτό, φυσικά, μιας και πρόκειται για ταξίδι ποίησης, δε θα  ’ναι συνηθισμένο ούτε ήρεμο. Προβλέπονται ισχυρές αναταράξεις στους αιθέρες της μνήμης. Το εξώφυλλο της συλλογής βοηθά. Ο θερινός κινηματογράφος της γειτονιάς περιμένει τον αναγνώστη να λάβει θέση για να τον ταξιδέψει στο μαγικό κόσμο των λέξεων. Κι εκείνες, όπως είναι ανυπόμονες, δε χάνουν λεπτό. Το πρώτο ποίημα σηματοδοτεί την έναρξη του ταξιδιού.
«ΑΝΑΤΟΛΗ 6.02». Ο χρόνος οριοθετείται. Είναι πια καλοκαίρι. Ιούνιος. Κινηματογραφική, εκ των πραγμάτων, η προβολή του, όπως προβλέπεται. Ο χρόνος δοσμένος μέσα σε μια σειρά εναλλασσόμενων εικόνων που πειθαρχούν στο σκηνοθέτη τους αδιαμαρτύρητα. Ωστόσο, αυτό που από τους πρώτους κιόλας στίχους θα εκλάβει ο αναγνώστης είναι πως ο λόγος της ποιήτριας, αυθόρμητος και χωρίς δεσμευτικά όρια, κινείται στα χνάρια του υπερρεαλισμού.

«Ξαπλώνει η μέρα μου η μελαχρινή
και το κορμί της-τόξο και ασπίδα.» (Σελ. 7)

Και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την ανάγνωση του πρώτου ποιήματος, έρχεται και η δεύτερη διαπίστωση. Ο λόγος της ποιήτριας είναι ταυτόχρονα και συμβολικός.

«Οι δρόμοι που περπατάω δεν μου μιλάνε πια.» (Σελ. 7)

Ο στίχος αυτός φανερώνει ένα ακόμα χαρακτηριστικό του λόγου της. Είναι παράλληλα και μελαγχολικός, νοσταλγικός. Όμως, δε μένει εκεί, καθώς έρχεται να  γίνει στο τέλος και ανατρεπτικός, προκειμένου να σώσει την ελπίδα, που ξεκινά το νέο της ταξίδι από την αρχή.

«Κι ένα πρωί μου κόβεται η ανάσα:
Μπροστά μου η ανακομιδή εκείνου του φωτός!» (Σελ. 7)

Την ανατροπή, φυσικά, τη βλέπουμε και σε άλλα ποιήματά της.

«Μια σκέψη μόνο: Ίσως μετά…
Ίσως ένα φιλί, για σημάδι στη μέρα.» (Σελ. 10)

«Τότε, πέρασε απέναντι στον ασπρισμένο τοίχο
και ζωγράφισε με τη δική του μπογιά.» (Σελ. 13)

«Καμιά φορά μόνο, ρίχνει πάνω του
ένα βαμβακερό τραγούδι.
Τότε, σώζει λίγη σιωπή
και αφουγκράζεται.» (Σελ. 25)

Παρόλ’ αυτά, η ελπίδα δε διαφαίνεται σε ολόκληρο το έργο της. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι στα περισσότερα ποιήματα, όπως και στο ομότιτλο ποίημά της συλλογής, που είναι και το τελευταίο στη σειρά, το τέλος εμφανίζει ακραία στοιχεία πεσιμισμού, σε αντίθεση με το μήνυμα που θέλει να περάσει ο τίτλος του.

«Το νερό ήταν γλυφό, το παιχνίδι στημένο
και ο διαιτητής πουλημένος, όπως πάντα.» (Σελ. 40)

Άλλο παράδειγμα:

«Τώρα, μέσα από τα κόκαλα που προσεύχονται,
παραλίγο να σκίσει το ξεθωριασμένο ντύμα
και να χυθεί πηχτό το «πώς κατάντησα…» (Σελ. 34)

Ο συναισθηματικός κόσμος της ποιήτριας εναλλάσσεται. Άλλωστε, διαπιστώσαμε ήδη τις μελαγχολικές της τάσεις από το πρώτο της κιόλας ποίημα.

«Ό,τι απόμεινε από το καλοκαίρι,
ένα κουβάρι, το μεσημέρι,
κι οι αγκαλιές των μπαλκονιών σχεδόν άδειες.» (Σελ. 8)

«Σήμερα οι κουβέντες λίγες
αλλά τα χέρια
κόβουν ό,τι πιάνουν.» (Σελ. 20)

Οι εικόνες στα ποιήματά της ολοζώντανες. Ο αναγνώστης, όχι απλά διαβάζει τους στίχους, αλλά τους οραματίζεται. Κι αυτό καθιστά την ποίησή της σημαντική.

«Στο κύμα λουσμένη η προκυμαία,
αλάτι πάνω της και σύννεφο.» (Σελ. 8)

«Έγραψε «φύγε». Ο αέρας άνοιξε την πόρτα.
Σηκώθηκε σκόνη και έκλεισε τα μάτια του.» (Σελ. 22)

Φυσικά, ο υπερρεαλισμός της ποιήτριας, που εμπλέκει συνειδητά το φανταστικό με το πραγματικό, ξεκινά ένα αδιάκοπο παιχνίδι, που παρασύρει αυτόματα και τον ίδιο τον αναγνώστη. Τίποτα δε φαίνεται πια παράλογο. Ίσως, γιατί συμβολικά οι εμμονές παραπέμπουν σε συναισθήματα, τα οποία γεννά και η δική του χλωμή πραγματικότητα. Κι εδώ η μεταφορά ανασκάπτει οικειοθελώς και πτυχές της δικής του προσωπικότητας  και των δικών του βιωμάτων.

«Το φταίξιμό μου
Το ’ριξα στα βαθιά.
Εκεί κρυμμένο, πρασίνισε.»  (Σελ. 11)

Διαφορετικές οι σκηνές σε κάθε ποίημα. Διαφορετικές οι ιστορίες τους, μα έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Το θλιβερό τέλος που σημαίνει τη νέα αρχή. Ένα τέλος, που εγκλωβίζει μέσα του τον πόνο, τη συναισθηματική κατάπτωση, την απελπισία, την ανάγκη της αλλαγής, που υπόσχεται να φέρει το αύριο. Χαρακτηριστικό το ποίημα «ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ» στη σελίδα 12.

«Στο ψυγείο, τραγούδια με διάφορες γεύσεις.
Πίνω ένα. Μέχρι το βράδυ
δεν θα ακούω τίποτα μέσα μου…» (Σελ. 12)

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το επόμενο ποίημα της συλλογής. Στην κατάληξή του η ποιήτρια και πάλι, μέσω του ήρωά της, ελπίζει.

«Τότε, πέρασε απέναντι στον ασπρισμένο τοίχο
και ζωγράφισε με τη δική του μπογιά.» (Σελ. 13)

Η ποιήτρια επιχειρεί να απαγκιστρωθεί από το φόβο της συμφοράς. Τρέχει να προλάβει την αγνότητα, πριν το σκοτάδι τυλίξει κάθε σπίθα φωτός που επάνω της ακόμα, έστω και αδύναμα, πέφτει. Οι αναδρομές στο παρελθόν πολλές. Δαμάζουν τη σκέψη και προβάλλονται ως ολοκληρωμένο σενάριο, έτοιμο να προβληθεί.

«Διπλή σειρά, οι όρκοι πάνω στο στήθος,
μ’ ένα παλιό φιλί κουμπώνουν στο λαιμό.
Πάνω στο τζάκι, χωρίς ίχνος σκόνης,
υψώνεται μια αλαβάστρινη κραυγή.» (Σελ. 17)

Αφαιρετική η σκέψη της. Πυκνή η γραφή της, γεμάτη εικόνες και νοήματα. Πρόκειται για μια ποίηση προβληματισμού με αναφορά στην κατάντια της σύγχρονης πραγματικότητας. Κατάντια στο σύνολό της. Μοναξιά η συνέπεια, εγκατάλειψη, απογοήτευση, οργή, φόβος, περιθωριοποίηση, αποπροσανατολισμός.

«Πίσω από  την κλείδα, κρυμμένο
ένα φανελάκι πόνος.» (Σελ. 20)

«Τέλος, προσφέρεται θυσία, όρκος καιόμενος,
ενώ, κάπου κρυμμένο μέσα στα άνθη,
αρχίζει να διαιρείται το κύτταρο του φόβου.»  (Σελ. 33)

«Η προώθηση του προϊόντος ολοκληρώθηκε.» (Σελ. 37)

Τριτοπρόσωπη κατά το πλείστον η γραφή της, γεγονός που τη βοηθά να γίνεται περισσότερο περιγραφική στο λόγο της.

«Καμιά φορά μόνο, ρίχνει πάνω του
ένα βαμβακερό τραγούδι.
Τότε, σώζει λίγη σιωπή
και αφουγκράζεται…» (Σελ. 25)

Όμως, η ποιήτρια δε στέκεται επιδερμικά στις περιγραφές, ούτε εστιάζει κατ’ αποκλειστικότητα στα άψυχα πράγματα. Μεταβαίνει θαρρετά και στις περιγραφές των προσώπων, τα οποία και κατηγοριοποιεί: Άνθρωποι, Υπήκοοι, Κραταιοί, Θνητοί.
Και στο σημείο αυτό, προς έκπληξη του αναγνώστη, η ποιήτρια αλλάζει εντελώς τον τρόπο γραφής της. Δοκιμάζεται στην έμμετρη ποίηση, αλλά και στην ομοιοκατάληκτη. Άλλωστε, ο ποιητής έχει χρέος, προτού καταπιαστεί με τον ελεύθερο στίχο, να ξεκινήσει την πορεία του δοκιμάζοντας τις δυνάμεις του  αρχικά στον έμμετρο. Δύσκολο είδος, αλλά υποχρεωτικό. Και το χαρακτηρίζουμε δύσκολο, καθώς απαιτεί υψηλότερη ποιητική πειθαρχία, μιας και οι εικόνες και τα συναισθήματα, οφείλουν να μορφοποιηθούν κατάλληλα, ώστε να ενταχθούν σε ένα προκαθορισμένο καλούπι. Η άσκηση στην έμμετρη ποίηση βοηθά τον ποιητή να εκφραστεί έπειτα στον ελεύθερο στίχο χωρίς να φλυαρεί, στόχος που στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή έχει επιτευχθεί.
Κι έρχεται το ποίημα στη σελίδα 29 να επιβεβαιώσει το προκείμενο. Επιστροφή στην απόλυτη μίξη της φαντασίας με την πραγματικότητα, εκεί όπου το συναίσθημα κορυφώνεται, οι λέξεις συγκλονίζουν, ο λόγος γίνεται και πάλι αφαιρετικός και στοχαστικός και η κατάληξη κορυφώνει τον προβληματισμό της γράφουσας.
Προσωπική μου επιλογή το ποίημα στη σελίδα 22 με τίτλο «ΜΑΓΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ». Πρόκειται για ένα αλληγορικό ποίημα, που, νομίζω, αγγίζει την ανθρώπινη ευαισθησία και ταρακουνά τη συνείδηση. Ο άνθρωπος, όσο ψηλά κι αν στέκει, θα καθοδηγείται πάντα από τον φόβο του. Ίσως γιατί οι πράξεις του, δαιμονισμένα απομεινάρια μιας τραυματικής πορείας, πάντα θα πρωταγωνιστούν μέσα στη σκέψη του κυριεύοντάς την, καθοδηγώντας την, ταρακουνώντας την, εξασθενώντας την.

««ΦΟΒΑΜΑΙ» έγραψε ξανά
««ΦΟΒΑΜΑΙ»
««ΦΟΒΑΜΑΙ»
««ΦΟΒΑΜΑΙ»
««ΦΟΒΑΜΑΙ»
Και βούτηξε μέσα στο όμικρον, που τον χωρούσε πια…»

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η Σύλβα Γάλβα με τη δεύτερή της ποιητική συλλογή σφραγίζει με απόλυτη επιτυχία το δικό της ξεχωριστό προσωπικό ύφος. Η ποίησή της, καθώς διαθέτει τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία στο λόγο, υιοθετεί την τεχνική της αυτόματης γραφής  (écriture automatique), της «εκστατικής» δηλαδή γραφής,  που γίνεται γρήγορα και χωρίς συλλογισμό. Φυσικό αποτέλεσμα, η γράφουσα να αποτυπώνει στο χαρτί οτιδήποτε της έρχεται στο νου, «χωρίς συνείδηση», σα να βρίσκεται σε έκσταση.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Σςςς… Τα φώτα χαμηλώνουν.
Τίτλοι αρχής, στο θερινό της γειτονιάς.
Όλοι είναι εκεί. Πατάνε στα χαλίκια.
Σαββατόβραδο. Σε λίγο θα φύγουν.
Με το ένα χέρι δοσμένο στο αγαπημένο χέρι,
θα ταξιδέψουν στο μεγάλο πανί.


Λίγα λόγια για την ποιήτρια, Σύλβα Γάλβα: 
Η Σύλβα Γάλβα γεννήθηκε στις Σέρρες. Είναι εκπαιδευτικός και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Εδώ και πέντε χρόνια ασχολείται συστηματικά με την ποίηση. Το 2017 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της Passatempo από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.