Νόστος: Ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Λίχνου

 



Χάρμα οφθαλμών η θέα! Μια απέραντη κυματιστή κουβέρτα ομίχλης καλύπτει ολάκερο τον κάμπο, ενώ στο βάθος, στη γραμμή του ορίζοντα, αναδύεται θριαμβικά ο πύρινος δίσκος του ήλιου για να διαλύσει την πάχνη και να θερμάνει την πλάση. Με τον ίδιο τρόπο που πυρώνει την καρδιά μου η λαχτάρα να φτάσω ξανά στην πλαγιά όπου είναι χτισμένο του παππού μου το σπίτι.

 

Απαράλλαχτος έχει μείνει ο τόπος εδώ, δύσβατο κι άγριο είναι το μέρος μα δεν αποδιώχνει τον άνθρωπο, τον καλοδέχεται. Τα στήθη φουσκώνουν από τον τσουχτερό βουνίσιο αγέρα και τα ρουθούνια ανοίγουν διάπλατα για να υποδεχτούν τις οσμές της νοτισμένης γης. Και καθώς καθαρίζει η ατμόσφαιρα, λαγαρίζει κι ο νους και ξεφορτώνεται τις συνηθισμένες του έγνοιες. Κι αν τα καταφέρει να ξεστρατίσει ολότελα, να απομακρυνθεί από της καθημερινότητας τα τετριμμένα προβλήματα, αποξεχνά για λίγο τη σκληρότητα της ζωής και περιπλανιέται αχαλίνωτος στης φύσης τα σεπτά μονοπάτια.

 

Χρόνια ολόκληρα νοσταλγούσα το βουνό τούτο κι από την ανυπομονησία μου δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ εχθές. Δεν είναι δα και πράμα μικρό να επιστρέφεις, ύστερα από τόσο καιρό, στους τόπους που μεγάλωσες και να επισκέπτεσαι το πατρικό σου το σπίτι. Από το χάραμα στο πόδι ήμουν, κάνοντας βαρύκαρδα ετοιμασίες, συντροφιά με μια γλυκόπικρη μελαγχολία που πράυνε λίγο την λαχτάρα μου και των αναμνήσεων το ορμητικό θρασομάνημα. Κι όταν τελικά το πήρε απόφαση να σηκωθεί και η Έλλη, ξεκινήσαμε το οδοιπορικό μας. Με τις συγκοινωνίες φτάσαμε μέχρι το χωριό και ύστερα ανηφορίσαμε πεζοί, ακολουθώντας ξέπνοοι τ' ορεινό μονοπάτι. Σ' όλη την διαδρομή δεν σταμάτησα να μιλώ για τις αναμνήσεις μου από τούτο το μέρος, μα εμπρός στη θέα του δεν έβρισκα να ξεστομίσω κουβέντα. Η εικόνα καταργούσε τις θύμησες και τις απωθήσεις και κάθε λέξη έμοιαζε με ευτελές προκάλυμμα για εκείνο που παρέμενε διαρκώς ακατάληπτο.

 

Σαν ιερή ανάβαση αισθάνθηκα αυτή την διαδρομή και εξερευνούσα κάθε πτυχή του εδάφους, μήπως κι αναθυμηθώ κάτι που θα με επανασύνδεε με αυτό το αρχέγονο μέρος. Αμέτρητα χρόνια, από παιδί, έχω να επισκεφτώ του παππού μου το σπίτι. Τέσσερις δεκαετίες, σχεδόν, έχω να πατήσω πόδι στο χωριό μου γενικώς. Εκτοπίστηκα άθελα μου από μικρός και ύστερα το εγκατέλειψα ηθελημένα. Δέσμιος της βιοπάλης ο πατέρας μου, έφυγε απ' το χωριό αναζητώντας δουλειά. Υποδουλωμένος στο μεροκάματο κι εγώ, τράβηξα αντίστοιχο δρόμο από παιδί και τώρα πια γέρασα. Το 'φέρε η μοίρα να ξενιτευτώ και να νοικιάζω τα χέρια μου στα γερμανικά εργοστάσια. Για να προσφέρω στα παιδιά μου κάτι περισσότερο απ' ό,τι φύλαγε σε 'μένα η τύχη μου.

 

Έτσι ξεκινά πάντα η ζωή, με βλέψεις και όνειρα, μα σταδιακά η βιοπάλη απομυζά την φαιά ουσία του εγκεφάλου και στραγγίζει τους χυμούς του κορμιού. Μέχρι να μην έχεις κουράγιο παρά μόνο για δουλειά και την απαιτούμενη ξεκούραση για να συνεχίζεις να εργάζεσαι. Μέχρι να πάψει να ρέει η σκέψη και να γιομίσει κόμπους, άλυτους και λιγδιασμένους, ώστε να μην πηγαίνει ποτέ παραπέρα από εκεί που ορίζουν αυτοί που μας περάσαν το χαλινάρι. Απόλυτη προσαρμογή στις συνθήκες, πλήρης υποταγή στην αναγκαιότητα της μισθωτής εργασίας· που όσο πιο ανυπόφορη γίνεται, τόσο αναγκάζεσαι να την παραβλέπεις. Προϋπόθεση επιβίωσης οι ψευδαισθήσεις λοιπόν, αυστηρώς απαραίτητο το αφιόνισμα του μυαλού. Αβάσταχτη καταλήγει η ζωή χωρίς αυταπάτες που θα εξωραΐζουν την επιβίωση σε ζωή, τη σκλαβιά σε εργασία, το ματωμένο υστέρημα σε κομπόδεμα.

 

Δεν βαριέσαι όμως, είχαμε πάντοτε το προνόμιο να αποβλέπουμε στο αύριο. Οικονομία και αποταμίευση! Έτσι πορευτήκαμε, κι έγινε απρόσμενα σκέτος παιδεμός η ζωή μας. Ελπίζαμε παρ’ όλα αυτά, πως αν δεν αρρωσταίναμε και δεν μας τύχαινε καμιά αβαρία το κομπόδεμα θα συνέχιζε ν' αβγατίζει για να εξαργυρωθεί σε μελλοντική ευτυχία. Όχι για μας - εμείς την ξέραμε τη μοίρα μας από μικροί - αλλά για τα παιδιά μας. Το δικό μας μέλλον είχε προδιαγραφεί οριστικά τη στιγμή που κινήσαμε για τη Γερμανία. Μια αδιάκοπη υπακοή στα κελεύσματα του ενστίκτου της επιβίωσης έγινε έκτοτε η ζωή μας. Στοιβαχτήκαμε στα βαγόνια του τρένου γιομάτοι ελπίδες και το ακούσαμε να βρυχάται σαν αφηνιασμένο θηρίο που θα μας υφάρπαζε απ' τα σπίτια μας για να μας σύρει σε ξένους τόπους. Κι όταν φτάσαμε στο Μόναχο, αποβιβαστήκαμε απέλπιδες, ξένοι κι αλλόγλωσσοι· με δυο βαλίτσες όλες κι όλες στα χέρια μας.

 

Σάμπως μπορούσαμε και κάτι άλλο να κάνουμε; Πιθανότατα όχι, απαντάω αυτόματα μα τούτο το ρώτημα μου προκαλεί πάντοτε αμηχανία. Δύσκολο ζήτημα για το λήξεις ολότελα κι εγώ ποτέ μου δεν κόπιασα σοβαρά κι ούτε μπόρεσα να το λύσω στο πόδι και να ξεμπερδέψω. Τραβούσα το δρόμο μου, αυτόν που μας οδηγούσε σιωπηρά σε μια ατέρμονη αλυσίδα επιβεβλημένης και εθελούσιας σκλαβιάς· καθηλώνοντας μας να ατενίζουμε τη ζωή μακρόθεν, προσδοκώντας μελλοντικές απολαβές. Εξοστρακισμένοι στα εργατικά γκέτο του Μονάχου, να συναναστρεφόμαστε άλλους γκασταρμπάιτερς (φιλοξενούμενος εργάτης στη Γερμανία) που, εξουθενωμένοι όπως και εμείς, σπανίως είχαν το κουράγιο να ανταλλάξουν πάνω από δυο κουβέντες μεταξύ τους. Κάθε βάρδια στο εργοστάσιο, ένα αλόγιστο ξόδεμα της αλκής του κορμιού και μια σταδιακή αποχύμωση της σκέψης.

 

Αυτή ήταν η ζωή η δική μου και της Έλλης. Δέσμιοι και οι δυο στο ζυγό της αυτοεξορίας και του πικρού ψωμιού από παιδιά, ώστε δεν γνωρίσαμε ποτέ άλλη κατάσταση για τον άνθρωπο. Τέλος κάλο, όλα καλά όμως! Αντέξαμε, επιζήσαμε και σταθήκαμε τυχεροί. Ούτε αρρώστιες, ούτε ατυχίες μεγάλες μας βρήκανε και ήρθε επιτέλους η ώρα της λευτεριάς από τα δεσμά της εργασίας. Να μπορέσουμε να δούμε τον εαυτό μας σαν κάτι περισσότερο από ένα ενοικιαζόμενο εργαλείο, να δούμε πως ζούνε οι άνθρωποι ανάμεσα στους ανθρώπους. Να κάνει και η Έλλη την επέμβαση που χρειάζεται στα πόδια της, γιατί πλέον μετά βίας στέκεται όρθια. Να πάμε επιτέλους και διακοπές στο νησί της, που έχει μαραθεί να το ξαναδεί. Μα το κυριότερο, να εγκατασταθούμε μόνιμα στην πατρίδα, να βγαίνουμε ξέγνοιαστα έξω στο δρόμο, να ακούμε “καλημέρα” και να μας φαίνεται όνειρο.

 

Η σύνταξη μας είναι καλή και το κομπόδεμα αρκετό, ανταμοιβή για τη σαραντάχρονη συντριβή μας στις μυλόπετρες της εκμετάλλευσης. Εξηντάρηδες πλέον αλλά, παρά τις κακουχίες και τις στερήσεις, στεκόμαστε καλά. Γερές κράσεις αποδειχθήκαμε και οι δυο μας, διαφορετικά, δεν θ’ αντέχαμε. Σπουδάσαμε τα παιδιά μας, αγοράσαμε και δυο διαμερισματάκια να έχουμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας, να έχουν κι εκείνα. Και τώρα, απαλλαγμένοι από τις βιοποριστικές έγνοιες, θα αγωνιούμε μονάχα για τη ζωή των παιδιών μας. Θα αγωνιούμε περισσότερο από εκείνα, γιατί γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τι είδους ζωή τα περιμένει. Αυτά τουλάχιστον θα πουλούν την εργατική τους δύναμη με καλύτερους όρους, αυτό το δώρο τους το κάναμε εμείς με τη δουλειά μας. Μερικές φορές, όμως, μου φαίνονται τόσο απονήρευτα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος, που σαστίζω και δε βρίσκω καρδιά να τα νουθετήσω. Δε βρίσκω καρδιά, γιατί ξέρω πως γίνεται αφόρητος ο βιος του ανθρώπου αν με το ένα του πόδι δεν πατάει σε κάποιο πλανερό όνειρο. Τα αφήνω να συντηρούν την δική τους εικόνα για τον κόσμο, λοιπόν, μέχρι να τη θρυμματίσει αλύπητα η ίδια η πραγματικότητα. Αβάσταχτη καταλήγει η ζωή χωρίς αυταπάτες! 

        

 Τα βήματα μου είναι αργά και σταθερά, μα μέσα μου τρέμω σύγκορμος. Δεκαετίες ολόκληρες με έτρωγε η νοσταλγία σαν αφορμισμένη πληγή και να που σήμερα θα ξανά αντικρίσω του παππού μου το σπίτι, εδώ στους πρόποδες αυτού του βουνού, λιγάκι έξω απ' το χωριό που γεννήθηκα. Η Έλλη αισθάνεται τη συγκίνηση μου και μου παραστέκεται με τον τρόπο της. Σε όλη την διαδρομή δεν είπε κουβέντα. Με κρατάει από το μπράτσο μονάχα και σφίγγει τα δόντια για να ολοκληρώσει μαζί μου αυτό το ταξίδι. Πριν από κάθε σοβαρό εγχείρημα άλλωστε, απαιτείται μια κάποια προετοιμασία και όσο πιο φορτισμένο είναι το ζήτημα, τόσο πιο ανάλαφρη πρέπει να είναι η προπαρασκευή. Τι πιο κατάλληλο για την περίσταση τούτη, λοιπόν, από τη σιωπή; Ποιος θα μπορούσε, ακόμη κι αν ήθελε, να συνοδεύσει με λέξεις αυτή την επιστροφή, αυτή την διαδρομή προς την επανασύνδεση με το παρελθόν; Μέχρι κι ο Ορέστης το κατάλαβε αυτό, ο πρώτος μου ξάδερφος που ήρθε να μας προϋπαντήσει και να μας οδηγήσει στο πατρικό μου· το οποίο πιθανότατα να μην το έβρισκα καν μοναχός μου.

 

Ούτε πέντε δεν ήμουν όταν έφυγε ο πατέρας μου από το χωριό και πήγε στην πόλη. Από τότε ζήτημα αν ξαναείδα τον Ορέστη δυο φορές μέχρι να φύγω για Γερμανία. Ούτε αυτόν αναγνωρίζω, ούτε τούτο το βουνό, ούτε τους καφενέδες στο χωριό μας. Ξένος πορεύτηκα στο Μόναχο, ξένος βαδίζω κι εδώ και τα παιδιά μου ξένα θα είναι ολούθε. Κι αυτά τα χώματα σαν ξένος τα πατώ τώρα, παρόλο που από παντού αναδύεται η ξεγνοιασιά των παιδικών μου των χρόνων.

 

Και στο χωριό να έμενα όμως, σε ξένα χωράφια θα δούλευα. Προκοπή στο ξενοδούλι δεν θα 'βρισκα και είναι δυσκολότερο να ζεις στην ανέχεια και να είσαι στον τόπο σου. Να χαμηλώνεις το βλέμμα όποτε συναντάς τον μπακάλη, επειδή ψωνίζεις με πίστωση. Στην ξενιτιά, τουλάχιστον, δεν έχεις κανέναν να ντρέπεσαι. Σαν άγνωστος αναμεταξύ αγνώστων πορεύεσαι. Κι αν η η ντροπή σε πάρει ξοπίσω, γρήγορα χάνεται, την καταπίνει το παράπονο και καταλήγει καημός.

 

Φτάνει με τα περασμένα όμως, τούτη τη μέρα την περίμενα καιρό και δεν θα αφήσω να την θολώσουν οι θύμησες. Τώρα περπατούμε και σε κάθε βήμα μας καλωσορίζει η φύση. Οι πλαγιές είναι κατάφυτες και οι ανθισμένες μυγδαλιές μου κρυφογνέφουν “καλώς γύρισες”. Από παντού ηχούν τα κουδούνια των ζωντανών και των πουλιών τα ρυθμικά κελαηδίσματα. Οπού θες στέκεσαι και γεύεσαι άγρια σύκα κυκλωμένος από τις οσμές της βλάστησης. Οπού πατάς, ραγίζουν καρύδια κάτω από το πέλμα σου κι ανοίγουν ακόπιαστα να σου προσφέρουν το καρπό τους σαν δώρο. Μακάρι μονάχα να ήταν τέτοια αγία κι ανθρώπινη και η δουλειά μας στις φάμπρικες! Μακάρι να μας είχε υποδεχτεί τόσο φιλόξενα και η ξενιτιά!


- Μεγάλη ήταν τελικά η διαδρομή, Ορέστη. 
- Γεράσαμε Ξενοφών. Όταν παρατρέχαμε σαν παιδιά απ' την πλατεία του χωριού μεχρι την καλύβα του παππού σου, ουτε τρία λεπτά δεν μας έπαιρνε. Είπε και γέλασε με το χαρακτηριστικό αργόσυρτο τρόπο του, ενώ εστίαζε πάνω μου με μυωπική προσήλωση για να σιγουρευτεί πως όντως με γνώριζε. 

Γεράσαμε είν' η αλήθεια, μα εγώ αναριγώ τώρα μέσα μου σαν αμούστακο παιδί, καθώς αναρωτιέμαι τι περιμένω άραγες να αντικρίσω σαν φτάσουμε. Η ξεθωριασμένη παιδική ανάμνηση αυτού του βουνού ήταν που συνδαύλιζε τη νοσταλγία μου και με γέμιζε θαλπωρή, καθώς περιπλανιόμουν σε ξένες λεωφόρους περιζωσμένος από μια ακατάληπτη γλώσσα και καχύποπτα βλέμματα. Εκεί που επέλεξα να ανταλλάξω την απομόνωση και την εξάντληση για ένα καλύτερο μέλλον. Πως θα μπορούσε ποτέ η πραγματικότητα να αναμετρηθεί με αυτή την παιδική εικόνα που κρατώ φυλαγμένη μες το κεφάλι μου; Πως θα μπορούσα να βρω αναλλοίωτο αυτό που εγκατέλειψα πίσω μου από όταν ήμουν παιδί;


- Καλά κάνατε και φύγατε, Ξενοφών. Εδώ ήμασταν όλοι αγρότες τότε και δεν είχαμε μέλλον. Αγρότης θα γινόσουν κι εσύ και άρα χαμένος θα πήγαινες. 
- Καλά, κακά ποιος ξέρει στα αλήθεια; 
- Καλά, άκου με που σου λέω. Εδώ δεχτήμαμε την κηδεμονία της ΕΟΚ και υπογράψαμε την καταδίκη μας με αντίτιμο πακέτα Ντελόρ. Από εκεί και ύστερα, γινόταν μόνο ότι πρoστάζαν οι Βρυξέλλες. Είπε παθιασμένα ο Ορέστης και ύστερα σώπασε. 
- Για τους Ευρωπαίους η Ελλάδα ήταν τότε το καλύτερο οικόπεδο, Ξάδερφε. Αποκρίθηκα εγώ, μα ήταν τόσο αδιάφορο το ύφος μου, που φάνηκε σαν να μην έχω γνώμη πάνω στο θέμα κι αυτό με έκαμε να φανώ γελοίος στον εαυτό μου. 
- Μας διέλυσαν, Ξενοφών. Καλύτερα που έφυγες να μη τα δεις. Τα φρούτα πήγαιναν χαράμι στις χωματερές. Ξεριζώθηκε η καλλιέργεια της σταφίδας, των σιτηρών, του καπνού. Παρήκμασε η καλλιέργεια των αμπελιών και παρέλυσε η ελαιουργία. Να μην μπορούμε να παράγουμε τίποτα και να μπορούν αυτοί να προωθούν τα δικά τους προϊόντα. Να έρθουν ύστερα οι πολυεθνικές και να σαρώσουν δεινοσαυρικά όλα τα μικρά επαγγέλματα. 
- Κι εμείς στη ξενιτιά νομίζεις καλύτερα περάσαμε; Ένα πράμα μάθαμε για ζωή· σκληρή δουλειά και αποταμίευση. Να στέλνουμε συνάλλαγμα πίσω, να συγκεντρώνουμε χρήματα για να ανοίξουμε μια επιχείρηση και να γλιτώσουμε από τη μοίρα του εργάτη. Για να μη πεθάνουμε σε ξένο χώμα σαν γκασταρμπάιτερς. 
- Βγάλατε τα παιδιά σας όμως· τα σπουδάσατε να έχουν καλύτερο μέλλον. 
- Και τώρα γυρνάμε στη πατρίδα που δεν γνώρισαν για να τους κουνήσουμε το μαντίλι, καθώς θα φεύγουν. 
- Τι να έρθουν να κάνουν εδώ; Εδώ δεν βρίσκεις πια μεροκάματο, γιομίσαμε ξένους δουλευταράδες. Φεύγουν οι Έλληνες, για να 'ρθούνε οι ξένοι ή μάλλον έρχονται αβέρτα οι ξένοι και γι' αυτό αναγκάζονται να φύγουν οι Έλληνες. 
- Τα ίδια λέγανε και για μας όταν πήγαμε στη Γερμανία, Ορέστη. Ότι ρίξαμε τα μεροκάματα και στερήσαμε το ψωμί από τους ντόπιους εργάτες. 
- Κι άδικο είχανε; Μακάρι να καθότανε ο καθένας στον τόπο του, αλλά φαίνεται πως δεν γίνεται αυτό. 
- Το αν γίνεται ή δεν γίνεται, δεν ξέρω να σ’ το απαντήσω. Αυτό που με πονάει όμως, είναι πως τα παιδιά μας ούτε να ακούσουν δεν θέλουν για επιστροφή στην Ελλάδα. Μπορεί να ήρθαν μαζί μας σε αυτό το ταξίδι, έμειναν όμως στο διαμέρισμα που αγοράσαμε στην Αθήνα. Καμία όρεξη δεν είχαν να κουβαληθούν εδώ, να ξεψαχνίσουν τις ρίζες τους. Ποιες ρίζες θα μου πεις; Ούτε ιδέα δεν έχουν για τη ζωή των παππούδων τους. Επιχείρησα κάμποσες φορές να τους μιλήσω, αλλά δεν έδειξαν το παραμικρό ενδιαφέρον. Δεν τα αδικώ, μεγαλώσαν αλλού και βλέπουν αλλιώς τη ζωή που ξανοίγεται εμπρός τους. Τα ίδια με μας θα τραβήξουνε όμως· εξειδικευμένα βέβαια, αλλά πάλι ενοικιαζόμενα χέρια σε ξένο τόπο θα είναι. . 

Είχαμε σχεδόν φτάσει στο προορισμό μας και οι αναμνήσεις με επισκέπτονταν πλέον ορμητικά και ασύνταχτα. Θυμήθηκα τον παππού μου που είχε παραμορφωθεί από την πολλή δουλειά, καμπουριασμένο σαν ανθρώπινο αγκίστρι. Θυμήθηκα πως οι συγχωριανοί του τον πείραζαν, γιατί συχνά προκαλούσε γέλιο η στάση του· σε όσους το βαστούσε η καρδία τους να γελάσουνε με τέτοιο θέαμα. Τη γιαγιά μου δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω. Διπλά δουλεμένη, σαν γυναίκα αυτή, ξεχαρβάλωσε πριν απ' την ώρα της. Θυμήθηκα και τη στιγμή που ξεφούρνισα στο πατέρα μου πως θα φύγω στο εξωτερικό για δουλειά και τον πιάσαν τα κλάματα. Ακόμη και σήμερα, δεν ξέρω αν δάκρυσε από χαρά ή από στεναχώρια, από ελπίδα ή απόγνωση.

 

Σαν έφυγα, έστελνα συνεχώς γράμματα στους δικούς μου και πάντα πως «είμαι καλά» έγραφα. «Όλοι μας χαίρουμε άκρας υγείας» μου απαντούσαν κι εκείνοι, μέχρι που γεράσαν και πέθαναν. Εμείς όμως θα έχουμε πιότερη άνεση, θα μπορούμε να ταξιδεύουμε και να επισκεπτόμαστε τα παιδιά μας όποτε θέλουμε. Θα μπορούν να έρχονται κι αυτά για διακοπές να μας βλέπουν και κάθε φορά που θα φεύγουν, θα δακρύζω σαν το πάτερα μου, από χαρά και στεναχώρια συνάμα. Να δω μονάχα τι θα σκέφτομαι όταν θα μου γράφουν πως τα περνάνε καλά. Να μου γράφουν” λέω; Τώρα θα μιλάμε τηλεφωνικώς, όποτε θέλουμε. Πιο δύσκολο σήμερα να κρύψεις τον καημό και τον πόνο σου.

 

Βέβαια, τόσα και τόσα παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό σήμερα, δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου. Ατελείωτα πηγαινοέρχονται τα καραβάνια των ανθρώπων. Το άσχημο δεν είναι να ξεριζώνεσαι όμως, ούτε το να κατοικείς σε άγνωρα μέρη με συνήθειες παράξενες. Το άσχημο είναι να καταλήγεις ξένος στους δικούς σου ανθρώπους. Τι πιο αλλότριο άλλωστε, από το οικείο που με το χρόνο καθίσταται αγνώριστο; Παλιά φανταζόμουν τους συγγενείς μου στην Ελλάδα να με μελετάνε αραιά και που και να λένε: “Ο Ξενοφών είναι στη Γερμανία. Ποιος να ξέρει άραγε πως τα περνάει εκεί”. Και καθώς θα με μελετάνε, χρόνο με το χρόνο, θα ξεχνάνε ολοένα τα μούτρα μου και τη χροιά της φωνής μου. Κι αν τύγχανε μια μέρα να εμφανιστώ δίπλα τους στο καφενέ, ούτε που θα με αναγνώριζαν.

 

Ο Ορέστης πιστεύει πως πράξαμε καλά που ξενιτευτήκαμε, μέχρι και τυχερούς μας θεωρεί απ' ό,τι κατάλαβα. Τυχεροί, που γινήκαμε ξένοι με όσα γνωρίζαμε. Κι απ' την άλλη, κατηγορεί τους ξένους για όσα συνέβησαν στο δικό μας τον τόπο. Μα αναρωτιέμαι τώρα, ποιοι είναι αυτοί οι ξένοι, οι συλητές του ανθρώπινου ίδρου; Ξένος είσαι εσύ, Ορέστη, για μένα. Ξένος γίνηκα εγώ απέναντι στον εαυτό μου τον ίδιο. Τίποτα δεν έμεινε πάνω μου που να θυμίζει το άβγαλτο χωριατόπουλο που έφυγε κάποτε για τη Γερμανία. Ξένη είσαι και εσύ Έλλη μου, αγνώριστη έγινες εντελώς και δεν μπορώ να βρω στη μορφή σου διόλου το πρόσχαρο πλάσμα που κάποτε αγάπησα.

 

Τι τα σκέφτομαι τώρα όλα αυτά; Tι θα μπορούσα να είχα πράξει διαφορετικά άραγες; Ίσως τίποτα. Θα μπορούσα όμως να λέω τουλάχιστον τα πράγματα με τ’ όνομα τους. Το ταξίδι στην Γερμανία ξερίζωμα, το εργοστάσιο κάτεργο, τον εαυτό μου γκασταρμπάιτερ. Τα βαφτίσαμε όλα με ονόματα παράταιρα σήμερα και έχασαν πλέον οι λέξεις το νόημα τους. Και τώρα τρέμω για όσα πρέπει να ξεστομίσω, για την ώρα που θα πρέπει να ευχηθώ στα παιδιά μου βιο ανέφελο κι ακύμαντο στη ξενιτιά. Φοβάμαι πως δε θα καταφέρω να το πράξω χωρίς να δαγκώσω τη γλώσσα μου. Παρ' όλ' αυτά θα το κάνω, γιατί ξέρω πως είναι αβάσταχτη η ζωή χωρίς εξωραϊσμούς.

 

Ακόμη κι αυτό το ταξίδι, απόρροια μακροχρόνιων εξιδανικεύσεων είναι και για αυτό νιώθω ρευστός να περιπλανιέμαι σαν ίσκιος στα μέρη που μεγάλωσα. Μέχρι να φτάσω στο προορισμό μου κι αυτός τάχα να νοηματοδοτήσει τα πάντα. Μα τώρα που στέκομαι στο πατρικό μου απέξω, μένω κενός και σαστισμένος να το κοιτώ, με την γυναικά μου και τον Ορέστη να περιμένουν αμίλητοι δυο βήματα πίσω μου. Μου μεταδίδει  μια θλίψη αβάσταχτη, η θέα της ετοιμόρροπης και εγκαταλελειμμένης ετούτης παράγκας και πρέπει οπωσδήποτε να αποστρέψω το βλέμμα. Να κοιτάξω πέρα κατά το βουνό και ύστερα να χαθώ στα θολά μάτια της Έλλης, καθώς αυτή αρχίζει να σφίγγει με νεύρο το χέρι μου νιώθοντας το να τρέμει.


- Να πάρουμε τηλέφωνο τα παιδιά, Ξενοφών. Την Αγγελική πάρε, ο Λεωνίδας θα κοιμάται ακόμη. Πες τους πως περνάμε καλά, να μην έχουν την έγνοια μας.
- Ναι, θα τα πάρω τώρα στο κατηφόρισμα.

 

Θα τους μιλήσω με λίγες κουβέντες, μετρημένες. Θα τους πω ότι περνάμε καλά και το ίδιο θα μου αποκριθούνε κι εκείνα. Αυτά θα ανακουφιστούν που θα μ' ακούσουν χαρούμενο κι εγώ που θα γλιτώσω από πιότερες ερωτήσεις. Κι έτσι, παρόλο που μιλάμε, θα παραμένουμε ξένοι και μόνοι. Την υποκρισία πάντα τη γυροφέρνει η μοναξιά άλλωστε, αλλά η ειλικρίνεια, καθώς φαίνεται, δεν είναι για τον καθένα. Μα αναρωτιέμαι συχνά, θα γινόταν αλήθεια τόσο πιο αφόρητη η ζωή, αν είχαμε το σθένος να τη κοιτούμε κατάματα και να μιλούμε σταράτα;

 

Φωτογραφία: Gwendal Cottin