Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Να μ' αγαπάς" της Λίας Νικολάου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Συγγραφέας: Λία Νικολάου
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 254
Εκδόσεις: Βακχικόν

Υπάρχει αληθινή αγάπη γύρω μας; Σ’ έναν κόσμο γεμάτο υποκρισία και συμφέροντα, μπορεί κανείς να γευτεί αυτό το τρυφερό συναίσθημα, να το κρατήσει για πάντα δικό του, να το εκτιμήσει όπως πραγματικά του αξίζει, ν’ αφεθεί σ’ αυτό και να νιώσει ολοκληρωτικά ευτυχισμένος; Δύσκολα, θα έλεγε κανείς, αν και όχι ακατόρθωτα. Ο φόβος είναι εκείνος που πολλές φορές στερεί από τον άνθρωπο την αποδοχή αυτού του θείου δώρου, ακόμα κι όταν εκείνο, εντελώς απρόσκλητα, άνευ όρων και αιτίας, του παραδοθεί, ταξιδεύοντάς τον σώμα και ψυχή σε ένα κόσμο αλλιώτικο, περισσότερο φωτεινό, ανεπιτήδευτο, πέρα ως πέρα φωτεινό. Ο φόβος, λοιπόν, είναι η αιτία για πολλά δεινά στη ζωή μας και, στην περίπτωση της αγάπης, για την αδυναμία βίωσής της ως μία και μοναδική, δίχως σκεπάσματα και λόγια της στιγμής.

Ο φόβος στοιχειώνει για χρόνια ολόκληρα και το μυαλό του Άλεξ, του ενός από τους δύο κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Βακχικόν» η συγγραφέας Λία Νικολάου, με τίτλο «Να μ’ αγαπάς». Ο Άλεξ, όμορφος νέος, με αγνή και υπέροχη ψυχή, καλείται από πολύ νωρίς να κοντραριστεί με τον εαυτό του. Δοκιμάζεται στα δύσκολα και υποκύπτει σ’ αυτά, θεωρώντας τη δύναμή του νεκρική, ώστε να επιβληθεί στους οικείους του, έπειτα στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον, μα πάνω απ’ όλα στην ίδια του την ύπαρξη. Κι αυτό, γιατί μαθαίνει από πολύ μικρός, η κοινωνία, άλλωστε, δεν παραλείπει να του το υπενθυμίζει με κάθε τρόπο και σε κάθε αφορμή, ότι η ευτυχία είναι προνόμιο των «κανονικών» ανθρώπων, των «φυσιολογικών» και όχι εκείνων που ντροπιάζουν την όψη της, την παρασύρουν σε άλλους, περισσότερο μπερδεμένους δρόμους και, εν τέλει, την ανατρέπουν, την αποδιώχνουν, την αμφισβητούν.

Ποιοι, όμως, χαρακτηρίζονται «κανονικοί» και «φυσιολογικοί» άνθρωποι; Γιατί η διαφορετικότητα των αριθμητικά λίγων αποτελεί ντροπή σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται προοδευτικός, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις, χωρίς μάσκες κι αναστολές; Μα, γιατί εύστοχα θα παραδεχόταν κανείς πως οι ταμπέλες οικειοποιούνται από εκείνους που επιθυμούν να σκεπάσουν τον βρώμικο ψυχικό κόσμο τους με τεχνάσματα και που μέσα στην φαινομενικά ομαλή ροή της ζωής τους, εγκλωβίζουν τα θέλω τους στα υπόγεια της συνείδησής τους, προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί στον κοινωνικό τους περίγυρο, αρεστοί, ζηλευτοί και άξιοι προσοχής και παραδειγματισμού. Επομένως, υποκρίνονται. Κανείς δεν είναι απόλυτα «φυσιολογικός» και κανείς απόλυτα ευτυχισμένος.

Η τάση των ανθρώπων να επιδιώκουν να παρηγορούν τη δική τους μίζερη ζωή χλευάζοντας τη διαφορετικότητα του άλλου, όποια κι αν είναι αυτή, αποτελεί άλλο ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της κατάντιας τους, για την οποία ευθύνη σε μεγάλο βαθμό φέρουν οι ίδιοι, που δεν τολμούν να υψώσουν ανάστημα στα θέλω τους, να υπερνικήσουν τις μικρότητες, στις οποίες δοκιμάζουν τη συμπεριφορά τους και να κυνηγήσουν τον αληθινό δρόμο που θα τους οδηγήσει στην ψυχική ηρεμία και γαλήνη. Η διαφορετικότητα, εν προκειμένω, στη σεξουαλική φύση εκείνων, που δεν επέλεξαν να είναι αυτοί που είναι, αλλά γεννήθηκαν έτσι, διαφέρει από την προηγούμενη που αναφέρθηκε. Για το λόγο αυτό και δε μπορεί σε καμία περίπτωση να κατακριθεί ούτε να στοχοποιηθεί, καθώς φέρει τη στάμπα της γυμνής αλήθειας, εκείνης, που δεν αμφισβητείται, δε συγκρίνεται και δεν αλλάζει.

Η συγγραφέας τολμά να μιλήσει για την αγάπη μεταξύ δύο ομοφυλόφιλων. Επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι η αγάπη δεν κάνει διαχωρισμούς όταν είναι αληθινή και ανιδιοτελής. Για το λόγο αυτό και δε σκοντάφτει σε ταμπέλες, σ’ εκείνες που επιβάλουν οι αδύναμοι υπηρέτες του ρομαντισμού, οι υποτακτικοί της ύλης και του συμφέροντος. Ποιος, όμως, δε ζηλεύει τη δίχως όρια αγάπη, αυτή που με τόση γλαφυρότητα περιγράφεται στο βιβλίο της Λίας Νικολάου, η οποία παρασέρνει στο διάβα της τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, δείχνοντάς τους τις πύλες της πραγματικής ευτυχίας;

Κι όμως ο Άλεξ, που με αστείρευτο πάθος και τόλμη ψυχής αγάπησε ο Πάνος, ο σύντροφός του και δεύτερος κεντρικός ήρωας της ιστορίας, το άλλο του μισό, δεν κατάφερε να υπερνικήσει τους φόβους του και τη μεγάλη του ανασφάλεια, ώστε να αφεθεί ολοκληρωτικά στα δίχτυα του απόλυτου έρωτα και της παντοτινής αγάπης. Παρόλο που η σχέση του δοκιμάστηκε αρκετές φορές στο χρόνο και στάθηκε αλώβητη στα όποια εμπόδια, ανεπηρέαστη κι υπέρλαμπρη, η σκοτεινιά της ψυχής του, κληρονομιά των παιδικών, εφηβικών και των πρώτων νεανικών του χρόνων, αλλά και της απαξίωσης του εαυτού του, που επήλθε από το στενό οικογενειακό του περιβάλλον αρχικά κι έπειτα από το ευρύτερα κοινωνικό, τον εγκλώβισε στα στενά της αμφισβήτησης και των τύψεων.

Ο Άλεξ, παρόλο που αγγίζει την απόλυτη ευτυχία, κυριευμένος από το φόβο της εγκατάλειψης, των εφιαλτικών του ονείρων και των ταμπού της κοινωνίας, υποτιμά τον εαυτό του θεωρώντας πως δεν της αξίζει. Παρόλ’ αυτά παλεύει να σταθεί στο ύψος της μεγαλοπρέπειας του χαρακτήρα του συντρόφου του, μη ζητώντας τίποτα περισσότερο για τον εαυτό του, μονάχα εκείνον. Εκείνον θέλησε να έχει δίπλα του και μ’ εκείνον επιδιώκει να πορευτεί στη ζωή του. Η μοίρα, όμως, καμιά φορά παίζει άσχημα παιχνίδια στους ανθρώπους, τα οποία γίνονται ακόμα πιο άσχημα όταν προκαλούνται από εξωγενείς παράγοντες, έρμαια του μίσους, της ζήλειας και της μικρότητας της ψυχής εκείνων που με τόση άνεση θέτουν τον εαυτό τους δικαστή των πάντων και λιθοβολούν το παράταιρο, ακόμη κι όταν αυτό δεν τους ενοχλεί.

Ερχόμενος αντιμέτωπος με το συγκλονιστικό συναίσθημα της απώλειας αδυνατεί να διαχειριστεί την πληθώρα των σκόρπιων σκέψεών του. Αποφασίζει για το λόγο αυτό να τις βάλει σε τάξη και να τις εξομολογηθεί στον ένα και μοναδικό άνθρωπο που πίστεψε, που αγάπησε και που πια δεν υπάρχει. Πριν το τελευταίο του ταξίδι βρίσκει τον τρόπο να του ξεγυμνωθεί, ώστε να μη σταθεί ανάμεσά τους κανένας ίσκιος και καμιά υποψία κρυφής σκέψης.

Μια υπέροχη, τρυφερή και συγκινητική ιστορία αγάπης που καθρεφτίζει επιτυχώς το ανυπέρβλητο της δύναμής της και το μεγαλείο της απλότητάς της. Η Λία Νικολάου στην πρωτόλεια συγγραφική της προσπάθεια καταφέρνει να μας χαρίσει ένα άξιο δείγμα της προσωπικής της γραφής, που χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, λυρικότητα, αλλά και αναμφισβήτητη ωριμότητα. Δυναμική εκεί που χρειάζεται, καυστική και χειμαρρώδης σε αρκετά σημεία, ρομαντική, τρυφερή και ποιητική στα περισσότερα, μας παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα που άξια εκπροσωπεί τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Ένα βιβλίο που γράφηκε με σκοπό να προβληματίσει, να διδάξει, να προκαλέσει και σαφώς να ανατρέψει τα μέχρι τώρα κοινωνικά στερεότυπα και δεδομένα. Άκρως ενδιαφέρον και με γρήγορη ροή, γεμάτο εικόνες και συναισθήματα, που αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστεί!


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Σε κοίταζα με μάτια που άστραφταν από χαρά, όση ώρα κοιμόσουν γαλήνια. Ήσουν υπέροχος, έτσι ελεύθερος από προβλήματα, καλέ μου, ίσως κι από όνειρα. Ολόγυμνος… ποθητός… Ένα μαρμάρινο άγαλμα, ικανός να θεραπεύσεις με την αγλαόμορφη εικόνα σου όσα μακρινά με είχαν πληγώσει στη ζωή.
Παρατηρούσα το στήθος σου να πάλλεται με μικρές, ήσυχες αναπνοές. Τα μακριά σου δάχτυλα τινάζονταν ελαφρά στο άγγιγμα του αέρα που έμπαινε από το παράθυρο. Παράξενα ένιωσα αναγνωρίζοντας εκείνη την ώρα πως ήσουν εσύ που πάντα ονειρευόμουν από παιδί.
Ο Αλέξανδρος γράφει ένα γράμμα με αποδέκτη τον σύντροφό του Πάνο και, ταυτόχρονα, μας μεταφέρει την προσωπική τους ιστορία. Μέσα από τα ταξίδια της μνήμης, στην κοινή τους διαδρομή αλλά και στα όσα έζησαν πριν συναντηθούν, μαθαίνουμε για τις διαφορετικές όψεις του έρωτα, τα στερεότυπα της κοινωνίας, τους φόβους και τις μύχιες σκέψεις που βασανίζουν τον νου όλων των ανθρώπων.
Το Να μ’ Αγαπάς είναι μια λυρική, ερωτική επιστολή που αποσκοπεί στη διαχείριση της απώλειας και στην έκφραση της αληθινής αγάπης· μια ιστορία για την αφοσίωση και την ολοκληρωτική παράδοση· μια κατάθεση ψυχής που μας δείχνει τον τρόπο ώστε να ανακαλύψουμε τον δρόμο για την ευτυχία.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα, Λία Νικολάου:

Η Λία Νικολάου, κατά κόσμον Λία Νικολάου Ματζούνη, γεννήθηκε το 1974 στον Βόλο, όπου και συνεχίζει να ζει. Φοίτησε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών, ενώ διδάχθηκε τη σύγχρονη «τέχνη» του χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών και ασχολήθηκε με το web design και την κατασκευή ιστοσελίδων. Φοράει το σώμα γυναίκας από σύμπτωση και συγγράφει ακολουθώντας την απόλυτη κλίση της. Το Να μ’ Αγαπάς είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.