Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑ ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΚΑΠΕΛΟ ΜΟΥ" της Πόπης Παντελάκη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Ποιητής: Πόπη Παντελάκη
Έτος έκδοσης: 2016
Σελ.: 64
Εκδόσεις: Σκαραβαίος

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Ποίηση είναι η ξεγύμνωση της ψυχής του γράφοντος. Γι’ αυτό και ο ρόλος της είναι σημαντικός, μιας και μεταφέρει αυτούσια την αλήθεια της. Η ευθύνη της είναι μεγάλη και η προσπάθειά της επίπονη. Απαιτείται θάρρος αμέριστο από τον υπηρέτη της, όπως άλλωστε αρμόζει σε κάθε εξομολογητική απόπειρα. Όταν όμως γίνει η αρχή, οι λέξεις ορμούν σαν χείμαρρος ξεπηδώντας από τα βάθη της σιωπής που για χρόνια κείτονταν φυλακισμένες διεγείροντας αισθήσεις και αισθήματα.

Η ποιήτρια Πόπη Παντελάκη στην πρώτη της επίσημη συγγραφική απόπειρα επιχειρεί να βάλει σε μια τάξη τις ανησυχίες της ξυπνώντας τις λέξεις, δημιουργώντας εικόνες, χρώματα κι αρώματα. Το 2016 κυκλοφόρησε την πρώτη της προσωπική ποιητική συλλογή με τίτλο «ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑ ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΚΑΠΕΛΟ ΜΟΥ» από τις εκδόσεις «Σκαραβαίος».

«Αφήστε την ψυχή να πετάξει
στο σύμπαν της αρμονίας
Είναι η κληρονομιά που σας αφήνω
τα ποιήματά μου» (Σελ. 9)

Στην προσπάθειά της να ανταποκριθεί στο δύσκολο ρόλο της απογοητεύεται. Η σιωπή τριγύρω της είναι εκκωφαντική. Η κοινωνία ανέτοιμη να ακούσει την οποιαδήποτε προειδοποίηση, καθώς τα πάντα κυριεύουν ο φόβος, η εξαθλίωση, το βαθύ σκοτάδι στις ψυχές των ανθρώπων. Κανείς δεν είναι πρόθυμος να ακολουθήσει το διαφορετικό. Τα όνειρα αποδεκατίζονται, οι μνήμες σακατεύονται, η ιστορία ακροβατεί πάνω στο ξεφτισμένο σκοινί της και η ελπίδα λιγοστεύει.

«Οι εχθροί αμέτρητοι ελλοχεύουν
αποδεκατίζουν τις ελπίδες
ψαλιδίζουν τα φτερά των ονείρων» (Σελ. 11)

Ωστόσο, ανέκαθεν, κάθε τραγικό φαινόμενο κρύβει πάντα και την αντίθετή του όψη. Πίσω από το σκοτάδι βρίσκεται το φως, πίσω από το φόβο κρύβεται η ελπίδα, πίσω από το κακό ξαγρυπνά το καλό. Το μόνο που χρειάζεται είναι να ανοίξει κανείς διάπλατα τα μάτια της ψυχής του και να κοιτάξει παραπέρα από αυτό που φαινομενικά υπάρχει εμπρός του και τον σακατεύει, μιας και η κυριαρχία των δεινών επιβάλλει την απραγία σε όλο της το μεγαλείο. Κατάρρευση ηθικών αξιών, κοινωνική κατάπτωση, εκμετάλλευση των πολλών, παραλογισμός, λασπολογία, φτώχεια, πόλεμος, αλληλοεξόντωση, φόβος, απομόνωση, τρέλα, είναι το αποτέλεσμα.

Η ποιήτρια έχει επίγνωση της κατάστασης. Απογοητεύεται από τη σημερινή γενική κατάντια του ανθρώπου, απομονώνεται και κάνει το δικό της απολογισμό. Ταυτόχρονα, όμως, ελπίζει στο θαύμα. Πώς άλλωστε μπορεί κανείς να αντιστέκεται και να αισιοδοξεί σε μια θεαματική αλλαγή του κόσμου χωρίς την ελπίδα;

«Όταν ελευθερωθεί η ψυχή μου
απ’ τη φυλακή της
θα ξαναγεννηθώ από τη μήτρα ενός τριαντάφυλλου
και θα ξαναγυρίσω σοφότερη μέσα σ’ ένα χελιδόνι
Θα κουβαλώ στα φτερά μου λέξεις κλειδιά
ν’ ανοίξω τις καρδιές των ανθρώπων
Θα επιτρέψω στο φως να εισχωρήσει στο μυαλό τους
να λειώσουν οι αιώνιοι πάγοι
και η αγάπη να χαμογελά
Ερωτευμένο κορίτσι η Άνοιξη» (Σελ. 13)

Κι εδώ εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος. Γιατί υπάρχει το κακό στον κόσμο; Μα, γιατί χωρίς αυτό δε θα μπορούσε να εκτιμηθεί σε καμία περίπτωση το καλό. Απαιτείται αγώνας για να κατακτηθεί η πολυπόθητη ισορροπία των αντίθετων δυνάμεων, βαθιά συνείδηση και πάλη ενάντια σε οποιονδήποτε πειρασμό. Ο άνθρωπος οφείλει να γίνει στρατιώτης της ζωής, άλλοτε σκληρός και αποφασιστικός και άλλοτε τρυφερός και διαλλακτικός. Γιατί ως άνθρωπος έχει πολλά προσόντα. Μπορεί να ελίσσεται και να τα καταφέρνει. Φυσικά, η προσπάθειά του αρκετές φορές τον ματώνει συναισθηματικά. Κυρίως τα βράδια, όταν τα φώτα του κόσμου κλείνουν και η κάμαρα γεμίζει φωνές και σώματα αγαπημένων από το μακρύ ή κοντινό παρελθόν του.

«Γεμίζει η κάμαρα φωνές
χέρια και σώματα αγαπημένα
Αγάπες τρυφερές απ’ το παρελθόν
μεταγγίζουν το πάθος τους
στις ρίζες της ύπαρξής μου» (Σελ. 14)

Η ποιήτρια προτρέπει τον αναγνώστη να αγωνιστεί, όπως πολλές φορές επιχειρεί και η ίδια. Ως δημιουργός, φυσικά, αδυνατεί να κρύψει από τα ποιήματά της τη ρομαντική της φύση. Σε πείσμα των καιρών επιμένει να περπατά μέσα στα χρώματα της φύσης, στις μελωδίες της Άνοιξης, στις μυρωδιές των ανθισμένων ονείρων. Το όπλο για την κατάκτηση της νίκης είναι, όπως παραδέχεται, το γέλιο, εκείνο το αληθινό, που φωτίζει το βλέμμα και σπέρνει με μιας την αγάπη. Μα κι εκείνο πώς να ανθίσει, όταν βρίσκεται εγκλωβισμένο στη σκιά ενός φόβου που προκαλεί το αβέβαιο μέλλον; Βαθιά της αναρωτιέται, καθώς ο προβληματισμός της είναι εύλογος και η λογική της ματιά άκρως προφητική.

«Πύρινη βροχή θα καίει
τα στάχυα
τις ελπίδες
τα φτερά των ονείρων
Μόνο τ’ αγάλματα ψύχραιμα
θα μένουν
τυλιγμένα στη σιωπή τους» (Σελ. 16)

Εύλογα επίσης συνειδητοποιεί πως για να κατακτηθεί το φως, πρέπει να ορθώσει το ανάστημά της η αλήθεια. Και πώς θα γίνει αυτό; Μα, φυσικά, πολεμώντας τη μάστιγα της υποκρισίας που έχει κυριεύσει σε μεγάλο βαθμό τη σύγχρονη κοινωνία οδηγώντας τα μέλη της σε μια διαρκή θλίψη και απελπισία. Αρκεί να ρίξει κανείς τη ματιά του στις εστίες του πολέμου, στα καραβάνια των προσφύγων, στους νεκρούς που άδικα κείτονται στο χώμα. Αγανάκτηση κυριεύει το μέσα της, μια επιτακτική ανάγκη αναζήτησης της αιτίας των καυτών προβλημάτων που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Οι εικόνες της ζωής γίνονται εφιάλτες τη νύχτα και τρώνε τα σωθικά. Ο αναγνώστης αναστατώνεται. Νιώθει την αλήθεια της ποιήτριας και πονά, συμπάσχει, γιατί τα δεινά για τα οποία κάνει λόγο στα ποιήματά της αφορούν όχι μόνο εκείνη, αλλά όλους γενικά τους ανθρώπους, επομένως και τον ίδιο.

«Ο ένας θεός, το Χρήμα
Σε προσκυνάμε Αλληλούια» (Σελ. 23)

Βέβαια, ως υπηρέτρια του λόγου, δεν αποποιείται σε καμία περίπτωση τη ρομαντική πλευρά του εαυτού της. Γράφει για τον αυθορμητισμό της νεότητας, για τον κεραυνοβόλο έρωτα, για τα μεθυστικά φιλιά, για την πυρκαγιά της αγάπης, για το αιώνιο παιχνίδι έρωτα και θανάτου και αναπολεί τα πρώτα σκιρτήματα των εφηβικών της χρόνων.

«Μέρες καλοκαιριού γεμάτες αρμυρό πάθος
Ίδιες πάντα, ηδονικές» (Σελ. 27)

Στις επόμενες σελίδες του βιβλίου της επιστρέφει και πάλι στο τώρα και γίνεται ακόμη περισσότερο εξομολογητική. Απευθύνεται στον έναν, στον ξεχωριστό της αναγνώστη, στον έρωτα της ζωής της και μέσα από τις λέξεις της του παραδίνεται ψυχή και σώμα.

«Να σ’ έχω να σε κουβαλώ μαζί μου
Σαν πατρίδα
Σαν θρησκεία
Σαν οικογένεια» (Σελ. 29)
«Θέλω να σ’ αγαπήσω
Όπως αξίζει ν’ αγαπηθεί ένας άνθρωπος
Με πάθος» (Σελ. 31)

Δυστυχώς όμως, ο έρωτας, πέρα από χαρά, φέρνει στην ψυχή μας και τον πόνο. Πόσο μάλλον όταν είναι μονόπλευρος, όταν μεταφράζεται σε εκμετάλλευση και όταν καταλήγει στον φόβο της απώλειας.

«Καιρός να γυρίσω σελίδα
Να κλείσω το κεφάλαιο με τα’ όνομά σου
και να σφραγίσω το παρελθόν ερμητικά
μην τυχόν κι επιστρέψεις
από κάποια χαραμάδα της μνήμης» (Σελ. 35)

Η ποιήτρια γράφει και για άλλα θέματα στη συλλογή της, όπως για την αληθινή μητρική αγάπη, για την πολύπαθη Ελλάδα, για τους ξεχασμένους ιστορικούς τόπους, για τη φθορά της εξουσίας, για τις εθνικές εξάρσεις, για τις επιπτώσεις της τεχνοκρατίας, για την πολιτική και κοινωνική κατάρρευση, για τα ναρκωτικά και για την απέραντη εφιαλτική μοναξιά.

«Το φορτίο γίνεται
ολοένα και πιο αβάσταχτο
Διάπλατα ανοιγμένο το στόμα της μοναξιάς
ζητά να με καταπιεί» (Σελ. 51)

Παρατηρώντας με προσοχή τα όσα συμβαίνουν γύρω της απογοητεύεται και μελαγχολεί. Φοβάται για το μέλλον. Μεγαλώνει και εγκλωβίζεται ολοένα και περισσότερο στο σκοτάδι που πλημμυρίζει η φθορά της σκληρής πραγματικότητας. Δύσκολο πια να ονειρεύεται το φως. Η σιωπή μοιάζει να κυριεύει τα πάντα μέσα της, καθώς η μοναξιά απλώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη.

«Αφού η αγάπη δε ζει πια
μήτε καν στ’ όνειρο
αφού και τα όνειρα
είναι τώρα έμβρυα νεκρά
σε πλαστικούς σάκκους
απορριμμάτων» (Σελ. 55)

Στο τέλος μετανιώνει και πάλι γι’ αυτή της την κατάντια. Οργίζεται κι εύχεται να βρει τη γαλήνη της στον κόσμο των ονείρων. Κλείνει την ποιητική της συλλογή με μια αποφασιστική διάθεση για ζωή.

«Αφαιρώ απ’ το σώμα μου
το σκουριασμένο παρελθόν
σαν φιδίσιο δέρμα
Το αφήνω στην άκρη του δρόμου
Πορεύομαι προς το μέλλον
Καινούριος άνθρωπος, φωτεινός, ανάλαφρος
Οδεύω προς το συμπαντικό τοπίο
της αληθινής ζωής
στις γειτονιές των αγγέλων
Με τις εξαίσιες μουσικές
και όλα τα χρώματα
του ουράνιου τόξου» (Σελ. 61)

Λόγος μεστός και τρυφερός, χαμηλόφωνος και διακριτικός, αλλά όπου απαιτείται καυστικός και συγκλονιστικός, με ύφος λιτό και εξομολογητικό, αρκετές φορές μελαγχολικό και συγκινητικό, που, συμπαρασύρει τον αναγνώστη σε ένα μακρύ ταξίδι αναζήτησης της μιας και μοναδικής παντοτινής αλήθειας. Ποιήματα δοσμένα σε ελεύθερο στίχο, ολιγόστιχα κατά το πλείστον, γεμάτα εικόνες και χρώματα, με διάθεση αισιόδοξη και προτρεπτική, με διακριτικό λυρισμό και κοινωνικό προβληματισμό. Μία αξιοπρόσεκτη και ποιοτική πρωτόλεια απόπειρα της Πόπης Παντελάκη, με διεισδυτική ματιά, που, οπωσδήποτε, αξίζει να διαβαστεί.

Ας είναι καλοτάξιδη!


Λίγα λόγια για την ποιήτρια Πόπη Παντελάκη:

Η Πόπη Παντελάκη γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Χιακής καταγωγής. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε σε Δημόσια και Ιδιωτικά σχολεία. Από νωρίς ασχολήθηκε με την ποίηση και τη στιχουργική. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες. Διακρίθηκε σε ποιητικούς διαγωνισμούς και έλαβε πρώτα βραβεία για τα ποιήματά: "Τρελός ή αναρχικός" από την Ένωση Ελλήνων και "Ο κήπος με ατ όνειρα" από την Εταιρεία Γραμμάτων και Τεχνών. Η συλλογή ποιημάτων "Παραδείσια πουλιά στο καπέλο μου" είναι η πρώτη που κυκλοφορεί.