Ονείρου μονόπρακτο, του Κωνσταντίνου Λίχνου

 


      Είχε πλέον βραδιάσει ολότελα και η κίνηση στους δρόμους ήταν ελάχιστη. Το ορμητικό ψιλόβροχο ανάγκαζε τους λιγοστούς διαβάτες να παραμένουν απρόθυμα κάτω από τις τέντες των καταστημάτων, ενώ οι πωλητές μαζεύαν βιαστικά την πραμάτεια τους. Ο Κώστας είχε καθυστερήσει να σχολάσει από τη δουλειά του και η μικρή αυτή αναποδιά έδειχνε να τον έχει αποδιοργανώσει αισθητά. Αν είχε τελειώσει στην ώρα του, ίσως και να 'χε αποφύγει το καταραμένο ετούτο μπουρίνι, ίσως και να βρισκόταν ήδη στο σπίτι του. Τώρα όμως, δεν μπορούσε παρά να υπομένει την κακοκαιρία· νιώθοντας τις σταγόνες που κυλούσαν στον σβέρκο του σαν κάποιου είδους ταιριαστή τιμωρία για την αργοπορία του.

 

       Η βροχή ξέπλενε την πόλη με σχολαστικότητα και η άσφαλτος έμοιαζε παγιδευμένη αβοήθητα κάτω από την επιφάνεια του νερού. Ο αέρας φυσούσε δύστροπα κι ο Κώστας περίσφιγγε το χαρτοφύλακα στο θώρακα του, ενώ με το δεξί του χέρι προσπαθούσε μάταια να συγκρατήσει την ομπρέλα του ανοιχτή. Έχοντας ασυναίσθητα γείρει ελαφρά προς τα μπρος, βαδίζοντας όσο μπορούσε κάτω απ' τα σκέπαστρα, αισθάνθηκε λες και η μανιασμένη θύελλα είχε βαλθεί να τον σταματήσει. Όσο πείσμα κι αν επιστράτευε ο άνεμος, όμως, δεν θα μπορούσε να αναμετρηθεί ποτέ με την επιθυμία ενός κουρασμένου ανθρώπου να επιστρέψει στο σπίτι του.

 

       Η ώρα πέρασε, η βροχή κόπασε και η σκοτεινιά άπλωσε παντού μια περίλυπη σιγαλιά. Ο Κώστας ρύθμισε το ρολόι του, έσβησε τα φώτα και ξάπλωσε να κοιμηθεί, έως ότου να χτυπήσει το ξυπνητήρι, σημαίνοντας την επανεκκίνηση της ρουτίνας του. Ο άνεμος άρχισε να ιάχει και πάλι μαινόμενος όμως, λες και ήθελε να πνίξει στη βουή του κάθε άλλο ήχο που θα ξεπρόβαλε μέσα στη νύχτα. Η κρεμαστή λάμπα ενός φανοστάτη ξεκίνησε να λικνίζεται και να τρίζει, προκαλώντας έναν διαπεραστικό συριγμό, που μεταφερόταν μέχρι την απέναντι πολυκατοικία, για να βρει τον αντίλαλο του και να επιστρέψει. Ο Κώστας σηκώθηκε εκνευρισμένος, έκλεισε ερμητικά τα παραθυρόφυλλα για να εξαλείψει το θόρυβο κι άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό, που περίκλειε μέσα του την κούραση ολάκερης της ημέρας.

  

       Ξαπλώνοντας ξανά στο κρεβάτι, ένιωσε λες και ήταν ακόμη καταμεσής του δρόμου, εκτεθειμένος στο ανεμόβροχο. Το μυαλό του κατακλύστηκε από τα ζητήματα που θα έπρεπε να είχε διευθετήσει τη βδομάδα που πέρασε και άρχισε να καταριέται την ολιγωρία και την αναβλητικότητα του. Όλες οι ανειλημμένες υποχρεώσεις και οι ανεπίτρεπτες εκκρεμότητες αναπλάθονταν στο μυαλό του και χαράζαν επάνω του πληγές χαίνουσες. Βοερές προσταγές αρχίσαν να ηχούν στο κεφάλι του - πολλά ήταν αυτά που είχε αναβάλει για αύριο - και τον καταπλάκωνε η έγνοια και η ανησυχία για το αν θα αντεπεξέρχονταν στις προκλήσεις που του επιφύλασσε η επερχόμενη μέρα. Γνώριμη δοκιμασία, βέβαια, αυτή για εκείνον, καθώς όλες οι σκέψεις που παραγκωνίζονται και παραβλέπονται στους φρενήρεις ρυθμούς της ημέρας, το έχουν συνήθειο να επιστρέφουν τα βράδια για να τον δικάσουν. Δεν είναι διόλου περίεργο, λοιπόν, που συχνά νιώθει σα να εισέρχεται σ' ένα ζοφερό δεσμωτήριο όποτε πέφτει να κοιμηθεί και παραδίδει απρόθυμα τον έλεγχο του μυαλού του στο αμείλικτο αργοκύλισμα των ονείρων.

 

            Ίσως να φταίει η μοναξιά, αυτή που νιώθει κανείς όταν αποκοιμιέται και κινά να περιπλανηθεί στις απόκοσμες ατραπούς των ονείρων. Εκείνη που φαντάζει επίπλαστη, γιατί στων ενυπνίων τον πλανερό παροξυσμό δεν σου επιτρέπεται να βαδίσεις ποτέ μοναχός κι ασυνόδευτος. Ο νους στέκεται αδιάλειπτα άγρυπνος, θαρρείς αξιώνει να καταγράψει τα πάντα σαν καταδυθεί στα θολά νερά του ονειρικού μυστηρίου. Ακόμη και στα πιο παραμορφωτικά και πηχτά σκοτάδια, πασχίζει να εποπτεύει τον εαυτό του για να μην ξεστρατίσεις και χάσεις το δρόμο του γυρισμού. Άλλωστε, όσα απόκρυφα μονοπάτια κι αν διαβείς ονειρευόμενος, όλα τους θα έχουν αφετηρία την πολλάκις ερευνημένη, μα παρά ταύτα ανεξιχνίαστη, υπερκείμενη επιφάνεια του συνειδητού χώρου. Και ίσως γι' αυτό, τα ονείρατα θα αποτελούν πάντοτε μια τέρρα ινκόγκνιτα.

 

      Ίσως να φταίει η αίσθηση του ψυχικού διχασμού και η αλλοτρίωση. Γιατί μέσα στην αποτελμάτωση και τη ρουτίνα της καθημερινότητας, ένα τμήμα του εαυτού μας υπνώττει και καταστέλλεται. Ίσως είναι αναγκαίο, λοιπόν, να περιπλανόμαστε στου Μορφέα το ερεβώδες βασίλειο. Εκεί που οι συλλογισμοί ξεδιπλώνονται αβίαστα και εκφράζονται οι ανομολόγητες επιθυμίες στο πιο αδιήθητο στάδιο τους· απαλλαγμένες από το δεσποτισμό του καθωσπρεπισμού. Εκεί που οι σκέψεις, προτού λογοκριθούν, επιπλέουν ανάλαφρα και πλημμυρίζουν το νου σαν παιδιά που αφεθήκαν να παίζουν ακηδεμόνευτα· έως ότου να τις αποδιώξει απ' τα ανάβαθα και να τις παρασύρει πίσω στα έγκατα του ψυχισμού η άμπωτη του συνειδητού.

 

      Ο Κώστας έχει πλέον αποκοιμηθεί κι ονειρεύεται, μα, όπως θα διαπιστώσετε, είναι ένα πολύ περίεργο όνειρο αυτό που ζωντανεύει απόψε ο νους του. Βλέπει τον εαυτό του να βρίσκεται σούρουπο σε ένα ανατριχιαστικό κοιμητήριο ενώ επικρατεί μια ακινησία θανατερή και οι τάφοι γύρω του λαμπυρίζουν παράξενα, λουσμένοι από την αχνή φεγγοβολιά της σελήνης. Μέσα σε αυτό το γοτθικό τοπίο, ξεχωρίζουν τρεις υπερμεγέθεις τύμβοι, που ορθώνονται μεγαλόπρεπα σαν ζωντανά στοιχειά· καθηλωμένα από το ίδιο το βάρος τους. Στέκονται ως παρείσακτοι, παράταιροι ολότελα με το περιβάλλον τριγύρω τους και μέσα στο σύθαμπο προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον έρποντας βραδυκίνητα· λες και επιτελούν κάποια ιεροτελεστία χορευτική. Κάποια τελετουργία ανίερη, που αποτελεί το πρελούδιο της επικείμενης συνουσίας τους, καθώς φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο ένας γυρεύει να εμβολίσει τον άλλο, ώστε να σμίξουν και να συσσωματωθούν.

 

      Τα τρία αλλοπρόσαλλα πλάσματα έμοιαζαν λιγότερο με αυθύπαρκτες υπάρξεις και περισσότερο με προεκτάσεις κάποιας απροσδιόριστης συλλογικής οντότητας. Παρ' όλ' αυτά, στη κάθε ταφόπλακα υπήρχε ευδιάκριτα χαραγμένη μια λέξη που θα μπορούσε να ήταν ένα ιδιότυπο διακριτικό ή κάποιος τίτλος προσφώνησης. Ξεχωριστό όνομα, όμως, δεν έχουν μονάχα οι αυτόνομες υπαρξιακές εξαιρέσεις αλλά και το κάθε μέλος ενός συνόλου συνεχούς κι αδιαίρετου. Ατομικές οντότητες ή όχι, η στάση και οι τρόποι τους υποδήλωναν την ύπαρξη προσωπικότητας και τα όνομα τους ήταν: απραξία, έρεβος και σιωπή. Καθώς κινούνταν δύσμορφα για να σταθούν το ένα αντίκρυ στο άλλο, έμοιαζαν να συνθέτουν το σκηνικό κάποιου μονόπρακτου, που απευθυνόταν μονάχα στον Κώστα. Κι εκείνος στάθηκε εμπρός τους κι αφουγκράστηκε έναν διάλογο απόκοσμο, από φωνές θαρρείς βγαλμένες επίπονα μέσα από τις ρηγματωμένες πλάκες. Ψιθύρους, συνοδευόμενους από γογγυσμούς, που άρθρωναν λέξεις πρωτάκουστες στους ανθρώπους και συνέθεταν ένα μονόλογο παραληρηματικό, σαν μουρμουρητό ακατάληπτο. Κι ενώ ο Κώστας στεκόταν εκεί, δήθεν με απάθεια, βρέθηκε σε χωρική ασάφεια και παύση χρονική. Ο χρόνος, όμως, σταματά να λογαριάζεται μονάχα όταν η προσοχή μας έχει αμέριστα παραδοθεί στη σαγήνη κάποιου θεάματος ανυπέρβλητου.

 

Σιωπή: Μπορείς να το αρνηθείς, μα τελευταία παρατήρησα αλλαγές στη ψυχολογική σου κατάσταση.

Έρεβος: Ναι, αυτό που ειπώθηκε είναι αλήθεια, μέχρι κι εγώ το βλέπω ξεκάθαρα.

Απραξία: Πέρασα απλώς μερικές ημέρες έντονης εσωστρέφειας και συμπεριφερόμουν  απρόβλεπτα.

Σιωπή: Νομίζω, συμβαίνει κάτι παραπάνω από ότι μας λες. 

Έρεβος: Ναι, το υποψιάστηκα κι εγώ. Παραμέλησες όλες τις παλιές ασχολίες σου και περιφερόσουν ανώφελα, γεμάτη βιασύνη και αγωνία.

Σιωπή: Το πρόσωπο σου είναι χλωμό και το βλέμμα σου έχει σβήσει ολότελα. Η φωνή σου μοιάζει να κατασπαράζεται απ' τα ίδια τα λόγια σου και να χάνεται μέσα στο τρέμουλο και την αδυναμία.

Έρεβος: Ναι, η φωνή σου θρυμματίζεται από το ρίγος. Εγώ ξέρω από ανάσες που κομπιάζουν. Ξέρω από λάμψεις που τρεμοσβήνουν και χάνονται. Κάποτε νόμιζα ότι είχα βρει κάμποσες φλόγες που δε τρέμανε μέσα μου αλλά έσβησαν όλες κι απέμεινα ζοφερός να συνταράσσομε ακόμη απ' την ανάμνηση της μαρμαρυγής τους.

Απραξία: Με τρομάζετε, μα είναι αλήθεια πως διαπίστωσα πρόσφατα κάτι φρικτό. Στην αρχή δεν το θεώρησα σπουδαίο μα γρήγορα υπέκυψα στην επιρροή της δύναμής του. Το ένιωσα να με συντροφεύει σαν ανάξια σιωπηρή παρουσία, μεταφέροντας μου ένα αφόρητο συναίσθημα απέχθειας.

Σιωπή: Σιωπηρή; Δεν υπάρχει σιωπή στο κενό, μη γελιέσαι. Υπάρχει μονάχα αναβρασμός και οδυρμός ψυχοβγάλτης. Τα χρώματα είναι εκφυλισμένα, οι ήχοι παραμορφωμένοι και οι αισθήσεις αλλοιωμένες ψηλαφούν μάταια μέσα στο ασχημάτιστο χάος.

Απραξία: Το κενό που περιγράφεις δεν είναι διόλου ασχημάτιστο. Παίρνει μορφή, στέκεται μπροστά μου ατρόμητο και με τραβά μέσα του να χαθώ.

Σιωπή: Εσύ χυμάς πάνω του, δε σε τραβάει αυτό. Κι αφού έτσι το θέλησες, χώσου μέσα του, γιατί αλλιώς δε θα απαλλαχθείς από δαύτο.

Έρεβος: Έτσι είναι, μη σε εκπλήσσει. Μα σε ξορκίζω, μην δειλιάσεις και σφαλήσεις τα μάτια. Μην κοντοσταθείς για να κρυφτείς στις σκιές. Όποιος προτίμησε του σκοταδιού τη συγκάλυψη, έχασε το φως του για πάντα.

 

"Ότι εγκαταλείπεται στο κενό, γίνεται λίπασμα του θανάτου", τραύλισε η Σιωπή ενώ το Έρεβος συγκατένευσε έχοντας στυλώσει επάνω της τα τύφλα και κατάμαυρα μάτια του.

 

Απραξία: Θα χωθώ μέσα του κι ας φοβάμαι, άλλωστε δεν μπορεί παρά να είναι κομμάτι δικό μου. Κι αν είναι, ίσως βρω εκεί αυτό που μου λείπει. Ό,τι κι αν αντικρίσω, το νιώθω ακέριο, αλλά τον εαυτό μου τον λογίζω μονίμως λειψό.

Έρεβος: Κανείς δεν βρήκε αυτό που του έλειπε μες το σκοτάδι.

Απραξία: Χάθηκα μέσα του τώρα, μα δεν βρίσκω τίποτα άλλο εκτός από αυτά που έσερνα μαζί μου · ασάλευτα και στη σιωπή βουτηγμένα.

Σιωπή: Μα τι άλλο περίμενες; Προχωρά πιο μέσα, η σιωπή μόλις που άρχισε και το σκοτάδι σε καμιά περίπτωση δεν τελειώνει εκεί. Προχώρα και πες μας τι βλέπεις.

Απραξία: Βλέπω όσα παράτησα στη μέση, όσα άφησα ανολοκλήρωτα.

Σιωπή: Κι αυτά μαζί σου τα έσερνες, μην πλανάσαι. Πλησίασε τα και άκου τι λένε.

 

Δε λένε, προσμένουν. Κείτονται συγκεχυμένα και άμορφα. Πολύ απροσδιόριστα για να τα ονοματίσει κανείς”, ψέλλισε η Απραξία, ενώ το Έρεβος της γυρνούσε την πλάτη με απέχθεια.

 

Σιωπή: Άφησέ τα να είναι. Παράτα τα, όπως έχεις και παλιά ξανακάνει. Προχώρα πιο βαθιά και πες μας τι βλέπεις.

Απραξία: Βλέπω εικόνες απ’ όσα σκόπευα να πράξω αλλά δεν πρόκαμα να ξεκινήσω ποτέ.

Σιωπή: Αυτά που βλέπεις, δεν υπάρχουνε παρά σαν σκιές. Μα και οι σκιές, εκεί που βρίσκεσαι, μπορούν και μιλάνε.

Απραξία: Κάτι ψιθυρίζουν, μου φαίνεται. Νιώθω τις ανάσες τους να με πιρουνιάζουν, αλλά δεν μπορώ να τ’ ακούσω. Έχουν το βλέμμα τους καρφωμένο επάνω μου, μα ενώ τα ζυγώνω, μ' αποφεύγουν με τρόμο. Τραβιούνται μακριά μου, σαν να φέρω επάνω μου καταδίκη μεγάλη.

Έρεβος: ότι έγινε, έγινε. Ότι δεν έγινε έως τώρα, δεν θα γίνει ποτέ. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, τι θα απέμενε στο τέλος για μένα;

Σιωπή: Προχώρα ακόμη πιο πέρα, μη στέκεσαι. Μην σε απελπίζει που δεν ακούς τίποτα, εγώ υπομένω αιώνια αυτή τη σκληρή τιμωρία.

Απραξία: Τίποτα δε βλέπω τώρα, τίποτα δεν ακούω που να βγάζει νόημα. Απαίσιες οσμές μου ματώνουν τα ρουθούνια, διαπεραστικοί ήχοι μου τρυπούνε τα τύμπανα. Μέσα στα συντρίμμια που πάνω τους ανακάθομαι, βρίσκονται σημάδια όλων αυτών που έπρεπε να κάνω, μα ποτέ μου δεν τόλμησα. Δεν είναι μονάχα τους, όμως, υπάρχει ένα αντίπαλο δέος που μαζί τους ζυγιάζεται. Είναι όλα όσα έπραξα και ήταν ανούσια.

Έρεβος: Όλα για συντρίμμια λογάριαστα. Κάποια είναι κενά περιγράμματα και κάποια άχρηστη μάζα. Δε γίνεται να ξεκρίνεις το καθένα τι είναι μες τα σκοτάδια. Προχώρα, παράτα τα και προχώρα.

Απραξία: Δε μπορώ άλλο, πνίγομαι. Θέλω να ουρλιάξω.

Έρεβος: Και ποιος θα σε ακούσει νομίζεις; Μήτε μάτια, μήτε αυτιά είχε το σκοτάδι ποτέ του.

Σιωπή: Και τι θα φωνάξεις; Μονάχα το όνομα μου βασιλεύει εκεί και μόνο αυτό έχει αντίλαλο που στον αέρα δεν σβήνει.

Απραξία: Δε μπορώ άλλο, καθηλώνομαι στο βορβορώδες ετούτο χώμα και θεληματικά αφανίζομαι.

 

            Τα θεόρατα μνήματα πρόφεραν την τελευταία τους λέξη και ύστερα σίγησαν, για να χαθούν τελικά πίσω από μια αυλαία αχλύς. Η παράσταση τελείωσε και στο χώρο είχε απομείνει μονάχα ο μοναδικός θεατής, εγκαταλελειμμένος ολότελα σε ένα ανοίκειο κι αφιλόξενο μέρος. Ο Κώστας, θα προτιμούσε να συντροφεύεται τώρα κι απ' την πιο μοχθηρή ύπαρξη παρά να παραμένει μονάχος, παραδομένος στη παθητική ενατένιση αυτής της άγονης ερημιάς. Ανήμπορος, μα συνάμα κι αρνούμενος, να καταφύγει σε συναισθηματική αποστασιοποίηση, υπόμενε το τρόμο του στωικά κι ανέπνεε την αγωνία του ολάκερη. Ήταν γιομάτος αχανείς συλλογισμούς, που στράγγιζαν το μυαλό του, και αναζητούσε κάποιο σκίρτημα της φαντασίας ή κάποιο σημείο εστίασης, για να συγκεντρώσει τις σκέψεις του, μα αισθανόταν ακόμη το λογισμό του χαώδη. Τα μάτια του αγωνίζονταν να φτάσουν μέχρι και στις πιο σκιερές γωνιές του νεκροταφείου, μπας κι αναγνωρίσουν κάτι οικείο, αλλά το βλέμμα του σκόνταφτε σε ογκώδη και σκονισμένα αντικείμενα· γεμάτα υγρασία και απαρχαιωμένο μυστήριο. Μια δυνατή σπιλιάδα του αέρα τον χτύπησε ξαφνικά με σφοδρότητα, αλλά αυτός παράμεινε ασάλευτος, σαστισμένος και άπραγος, ελπίζοντας κάτι να συμβεί ή κάποιος να εμφανιστεί για να τον συντρέξει. Σ' εκείνο το ανήλιαγο μέρος, όμως, δεν υπήρχε παρά μόνο ακινησία, σκοτάδι και παρατεταμένη σιγή! 


Φωτογραφία: Mary Hammel