Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Ο θησαυρός" του Παναγιώτη Κωνσταντόπουλου| Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

 


Συγγραφέας: Παναγιώτης Κωνσταντόπουλος
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 324
Εκδόσεις: Βακχικόν



Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Πάνος Κουτσόπουλος αναλαμβάνει να ερευνήσει για λογαριασμό του Θεοδόση Τσαμπαρδά, επικεφαλής πολυάριθμων δικτύων στην Ελλάδα μιας πολυεθνικής, την υπόθεση κάποιων επιστολών, που στέλνει κάποιος άγνωστος και του ζητάει 3.000.000 ευρώ. Πρέπει να βρει ποιος κρύβεται από πίσω. Επίσης αναλαμβάνει,τέλη Δεκεμβρίου,  να ακολουθήσει τον Τσαμπαρδά στην Καλαμάτα, για κάποια εκπαιδευτικά σεμινάρια της εταιρείας, για να τον προφυλάξει, σαν σωματοφύλακας, από τον άγνωστο αποστολέα των εκφοβιστικών μηνυμάτων, ο οποίος μπορεί να βρίσκεται και αυτός στο ίδιο μέρος.

Ο Τσαμπαρδάς φοβάται ότι ο εκβιασμός πρέπει να προέρχεται από μια παλιά υπόθεση που είχε συνεργαστεί με κάποιον Γιώργο Γκιόκα, ο οποίος έμεινε εφτά χρόνια φυλακή για μια απάτη. Όταν αποφυλακίστηκε ο Γκιόκας άρχισε να απειλεί τον Τσαμπαρδά, ότι πρέπει να πληρώσει και αυτός για την δουλειά που κάνανε μαζί.  Οι απειλές σταματήσανε όταν ο Γκιόκας σκοτώθηκε σε ατύχημα με μηχανάκι.  Όμως υπήρχε ένας αδελφός του Γκιόκα, ο Σπύρος, ο οποίος σπούδαζε στην Ιταλία. Σπούδασε αρχαιολογία και τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στην Ελλάδα.    

Ο Τσαμπαρδάς και ο Κουτσόπουλος μένουνε σε μια πανσιόν σε ένα χωριό πάνω από μια αρχαία πόλη, που είχε ιδρύσει ο Επαμεινώνδας, το 369 π.Χ. , κοντά στην Ιθώμη. Ιδιοκτήτες της πανσιόν είναι ο Επαμεινώνδας και η Κουζινία. Εκείνο που εντυπωσιάζει τον Κουτσόπουλο στην πανσιόν είναι η μεγάλη βιβλιοθήκη, που είναι κοντά στη ρεσεψιόν. Σε περίοπτη θέση ήταν τα βιβλία:  Αστυνομικά του Μαρή και της Άγκαθα Κρίστι, τα Μεσσηνιακά του Παυσανία, το Ταξίδι στην Πελοπόννησο του Πουκεβίλ και το Μεσσηνιακό Λεξικό -Μύθοι και θρύλοι του Πανεπιστημίου της Πελοποννήσου.

Μαζί τους στην πανσιόν  βρίσκονται η σύζυγος Τασία και ο γιός του Τσαμπαρδά, ο άμεσος συνεργάτης του Τσαμπαρδά, ο κύριος Φωτέας με την γυναίκα του Νίκη, ένας ακόμη σωματοφύλακας του Τσαμπαρδά, ο Ερωτόκριτος και ο ποιητής-αστυνόμος Τάκης Πλούμας. Περίεργη σύμπτωση σε ένα δωμάτιο της ίδιας πανσιόν, ο Κουτσόπουλος ανακάλυψε ότι ζούσε εδώ και αρκετό καιρό, ο μελετητής ανασκαφών Σπύρος Γκιόκας. Ήταν ο αδελφός του Γιώργου Γκιόκα που είχε διαφορές με τον Τσαμπαρδά.

Ο Σπύρος  Γκιόρκας έκανε ανασκαφές στην αρχαία πόλη, άλλοι λέγανε ότι έψαχνε για κάποιον θησαυρό. Ο Κουτσόπουλος αναρωτιέται αν ήξερε ο Τσαμπαρδάς πως ο Γκιόκας βρισκόταν ήδη στο χωριό. Κι αν το ήξερε γιατί δεν του το είπε;  Ένιωσε ότι ο Τσαμπαρδάς τον χρησιμοποιούσε για κάτι άλλο. Ίσως ήταν σκηνοθεσία του Τσαμπαρδά.  Σίγουρα υπήρχε κάτι άλλο, κάποιο κρυφό παρελθόν.

Μια μέρα βρίσκεται νεκρός μέσα στο εξώσπιτό του κάποιος Αθανάσιος Αθανασόπουλος, ο οποίος είχε δαρθεί με αγριότητα μέχρι θανάτου. Τριάντα μεταθανάτια τραύματα με λοστό, αποδείκνυαν τη μανία και το μίσος των δολοφόνων. Οι υποψίες της αστυνομίας πέφτουν σε τρεις Πακιστανούς, που απασχολούσε ο Αθανασόπουλος και οποίος τους χρωστούσε κάποια χρήματα από εργασίες ,που είχαν κάνει οι Πακιστανοί. Γρήγορα η υπόθεση έκλεισε, διότι ο ένας Πακιστανός ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο φονιάς.

Ο κόσμος έλεγε ότι ο Αθανασόπουλος παλιότερα είχε βρει ένα κρυμμένο θησαυρό. Επίσης ο Αθανασόπουλος ήταν πληροφοριοδότης της αστυνομίας ,για υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας και ναρκωτικών. Ήταν βάναυσος άνθρωπος , μεθύστακας και χτυπούσε συχνά την γυναίκα του, την  Καλομοίρα.  Ο Κουτσόπουλος αναρωτιόταν μήπως ο φόνος δεν έγινε από τους πακιστανούς αλλά είχε σχέση με την αναζήτηση αρχαίου θησαυρού στην περιοχή.

Το βράδυ των Χριστουγέννων, ενώ γινόταν γλέντι στην πανσιόν, ο Κουτσόπουλος είδε ότι ο Τσαμπαρδάς έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Έπρεπε να ενημερώσει τον Κουτσόπουλο, διότι για αυτό υποτίθεται τον πλήρωνε για να τον προστατεύει. Τελικά την άλλη ημέρα ο Τσαμπαρδάς βρίσκεται δολοφονημένος. Βρέθηκε μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας πόλης, και κάτω από την αριστερή του ωμοπλάτη εξείχε ένα μαχαίρι με ξύλινη λαβή, ήταν αυτό που τον είχε σκοτώσει, τρυπώντας την καρδιά του. Το σκηνικό όλο έμοιαζε  σαν τελετουργική εκτέλεση. Ο Κουτσόπουλος νιώθει άσχημα διότι δεν μπόρεσε να προστατέψει τον εργοδότη του. Το ίδιο βράδυ των Χριστουγέννων πήγε στην Αθήνα στο σπίτι του και ο άλλος σεκιούριτι ο Ερωτόκριτος. Παρόλη την φύλαξη που είχε ο Τσαμπαρδάς τελικά δεν απέφυγε την μοίρα του. Ποιος άραγε ήθελε τον θάνατο του Τσαμπαρδά;

Στην  αστυνομία ο Φωτέας είχε ομολογήσει ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος του Τσαμπαρδά, διότι πίστευε ότι ο συνεργάτης του είχε ερωτικές σχέσεις με την γυναίκα του την Νίκη. Η αστυνομία κλείνει και αυτή την υπόθεση, ως ερωτική αντιζηλία, προδοσία και εκδίκηση, ότι η ζήλια θόλωσε το μυαλό του Φωτέα και τον σκότωσε.

Ο Κουτσόπουλος και η Νίκη Φωτέα δεν πιστεύουν ότι ο Φωτέας έκανε το έγκλημα. Ο Φωτέας δεν θα έφθανε σε έγκλημα.Τι έψαχνε ο Τσαμπαρδάς μαύρα μεσάνυχτα στον αρχαιολογικό χώρο; Γιατί φορούσε ποδονάρια; Πώς ήξερε ο Φωτέας που θα πήγαινε το βράδυ ο Τσαμπαρδάς; Γιατί  Ερωτόκριτος έφυγε το ίδιο βράδυ για Αθήνα; Για ποιον λόγο οδηγήσανε τον Κουτσόπουλο σε αυτό το χωριό; Υπήρχε και το μυστήριο της εξαφάνισης του Γκιόκα τη νύχτα της δολοφονίας του Τσαμπαρδά . Είχε βρει κάποιον θησαυρό ο Γκιόκας ; Ποιος τον σκότωσε εκεί τον Τσαμπαρδά και γιατί ; Υπήρχε κάποιος κρυμμένος θησαυρός ; Είναι δυνατόν να γίνονται δύο φόνοι, μέσα σε δύο μέρες, σε ένα τόσο μικρό χωριό; Μήπως οι δύο φόνοι συνδέονται μεταξύ τους; Υπήρχε θέμα αρχαιοκαπηλίας; Ποια ήταν η χάλκινη Υδρία του Αριστομένη ,του αρχηγού των Μεσσηνίων; Τι συνέβη στο Άλσος των Αγαλμάτων; Υπάρχουν σήμερα βρικόλακες ; Ήταν τελικά ανθρωποθυσία; Ποιος ήταν ο άρχοντας -φύλακας μιας ζοφερής κρύπτης; Ποια ήταν η προφητεία του Βάκι; Είναι πολλές οι αλήθειες; Υπήρχε ενοχή και καταδίωξη από τις Ερινύες; Τι σημαίνει το ξυράφι του Όκαμ, μια αρχή των Πυθαγορείων; Ο αγνός έρωτας είναι ο πιο αληθινός, ο πιο πραγματικός, ο πιο απελευθερωτικός; Οι άνθρωποι δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, απλώς οι άνθρωποι είναι μια αγέλη, όλοι ζουν με το ένστικτο της αγέλης και κατασπαράσσουν τον πιο αδύναμο; Η καλύτερη δικαιοσύνη στη ζωή είναι ο θάνατος ; Το Κακό μετατρέπεται σε Καλό;

Ένα εκρηκτικό, αστυνομικό και ιστορικό μυθιστόρημα, με καθηλωτική πλοκή και ανατροπές, με  καταιγιστικές εξάρσεις βίας, στοιχεία που επιτείνουν την αγωνία του αναγνώστη, για την εξέλιξη της ιστορίας. Η κοφτή σαν «ξηρός πάγος» γραφή του Παναγιώτη Κωνσταντόπουλου, αναμεμειγμένη με μαγευτικά τοπία της Καλαμάτας, προσδίδει ρεαλισμό και ξέφρενο ρυθμό στην αφήγηση, ενώ η διάχυτη ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας υποθάλπεται από την αδήριτη ανάγκη του συγγραφέα να εκφράσει, με υποβόσκουσα σαρκαστική διάθεση, την απογοήτευσή του για τον εκμαυλισμό της  κοινωνικής ζωής και της μεγαλοαστικής τάξης.

Στα θετικά του βιβλίου μπορούν να συγκαταλεχθούν: η ίντριγκα, οι θανατηφόρες παγίδες, οι αόρατοι δολοφόνοι, οι εκβιαστές, οι εκβιαζόμενοι,  οι κάποιοι έντιμοι  βουτηγμένοι στη διαφθορά, οι αρχαιοκαπηλίες, η δίψα για κρυμμένους θησαυρούς, το διάχυτο μυστήριο, η αγωνία,  η ποικιλία στις ιστορίες που ικανοποιούν άπαντες τους αναγνώστες, η γρήγορη ροή των γεγονότων, οι γλαφυρές περιγραφές,  η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, οι σύντομοι ρεαλιστικοί διάλογοι ανάμεσα στους ήρωες και το χαρακτηριστικό πλούσιο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.

 Η μυστικοπάθεια και ο φόβος  υποβάλλουν τον αναγνώστη σε ένα κλίμα συνεχούς αβεβαιότητας και καχυποψίας, μέσα στο οποίο ο συγγραφέας, με λεπτούς χειρισμούς, φέρνει στο φως μια τραγική ιστορία από το παρελθόν, η οποία οδηγεί και στη λύση του μυστηρίου.

Διαβάστε το.


Ο Παναγιώτης Κωνσταντόπουλος γεννήθηκε στην Καλαμάτα, το 1964. Τυγχάνει δικηγόρος στην Αθήνα. Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Το μνημόσυνο (2017) και Ο θάνατος του συλλέκτη (2018).