Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Έκπτωτος" της Αντιγόνης Κολοβέντζου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Ποιητής: Αντιγόνη Κολοβέντζου
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 58
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας πάλης, μια διαδρομή γεμάτη εμπόδια που πρέπει να αντιμετωπιστούν, μια εμπειρία που τραυματίζει την ψυχή, όμως παρόλ’ αυτά στο τέλος της χαρίζει τη λύτρωση. Η γνώση είναι εκείνη που ως αντίδωρο έρχεται να ελαφρύνει τον πόνο και την αγωνία της πάλης και δημιουργεί γέφυρες για να ταξιδέψει το όνειρό ακόμα παραπέρα, ως εκεί που η ελπίδα της διεκδίκησης βρίσκει την άκρη του νήματος και εκπληρώνει τον πόθο της προσδοκίας. Στο χέρι του καθενός είναι η επιλογή του δρόμου που θα ακολουθήσει στο ταξίδι του, αν θα προτιμήσει δηλαδή να συμβιβαστεί με το μάταιο και εφήμερο της μοίρας του ή αν θα κυνηγήσει το ουσιώδες και αιώνιο του πόθου του, αν θα ματώσει πολεμώντας γι’ αυτό ή αν θα παραμείνει ανέπαφος, χαμένος, ωστόσο, κι αδειανός από γνώση, εμπειρίες και συναισθήματα.

«Έκπτωτος» τιτλοφορείται η πρώτη ποιητική συλλογή της Αντιγόνης Κολοβέντζου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Κι όπως μαρτυρεί το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής της, έκπτωτος άγγελος κατοικεί στην ψυχή της γράφουσας, ή αλλιώς ο πληγωμένος εαυτός της, που, ανήμπορος πια να πετά στους ουρανούς των ονείρων του, επέλεξε να κλειδώσει τα φτερά της πλάνης του στη βαλίτσα της μάταιης ζωής, για να μπορέσει έπειτα, απαλλαγμένος από το βάρος των αμαρτιών του, να πορευτεί στο μεγάλο ταξίδι με προορισμό την αντίπερα όχθη, εκείνη τη φωτεινή πλευρά της δύσης, που, ως διά μαγείας, επουλώνει τις πληγές του παρελθόντος, απομακρύνει τις πίκρες και τις απογοητεύσεις των λανθασμένων επιλογών κι επιφέρει την πολυπόθητη κάθαρση στην ψυχή του παθόντος.

Η ποιήτρια νιώθει την ψυχή της να πάλλεται με τα δεινά που χάραξαν βαθιές πληγές στη μνήμη της δημιουργώντας μια απέραντη θλίψη εντός της, ένα αθεράπευτο κενό στην ύπαρξή της, μια έντονη οσμή θανάτου στα όνειρά της κι αμέτρητους εφιάλτες στην αυλή της συνείδησής της. Λίγο πριν το τέλος της μνήμης η ελπίδα αποδυναμώνεται, η αδυναμία ορμά σα χείμαρρος κατά πάνω της δικάζοντάς την στο χθες, στο γκρίζο της μοναξιάς, στο θλιβερό κενό που προστάζουν οι εφιάλτες της χαμένης από χρόνια νιότης της.

«Και είναι η στιγμή
που μένει μόνος.
Ανάμεσα σε όλους
γέρνει το κεφάλι
ρουφά το τσιγάρο και
αυτό το λιωμένο χαμόγελο σιωπά’
παραμονεύει να λερώσει τη μαύρη μπλούζα
με λύπη.

Η συνέχεια λείπει.» (Σελ. 17)

Ένα παράπονο μόνιμα αιωρείται ανάμεσα στις λέξεις που αποτυπώνουν τη θλίψη μιας ζωής που βυθίστηκε στην πλάνη και στο ψέμα. Η ποιήτρια λυγίζει. Πώς να διαμαρτυρηθεί ο θρασύδειλος, εκείνος που παράβλεψε την ουσία της τόλμης και προτίμησε την παραφροσύνη της μίζερης, ανίερης, κάλπικης κι εφήμερης ζωής;

Η ενδοσκόπηση είναι το κλειδί της σωτηρίας, θα διαβάσει ο αναγνώστης, η αντιμετώπιση των λαθών, η αποδοχή της αδυναμίας και η διεκδίκηση της λύτρωσης μέσα από τη συγχώρεση, την προσφορά και την αγάπη. Ο χρόνος είναι ο μόνος που μπορεί να συνδράμει αποτελεσματικά στην επιτυχία της επίπονης ομολογουμένως εσωτερικής διαδικασίας, ώστε να θεραπευτούν οι πληγές που ρίζωσαν στο παρελθόν και να τεθούν σωστά εκ νέου οι βάσεις για ένα καθαρό σήμερα και ένα ακόμη καθαρότερο αύριο.

Η ποιήτρια διακατέχεται εμφανώς από μία μελαγχολική διάθεση. Πνίγεται από την απέραντη μοναξιά της ύπαρξής της κι από το φόβο της αντίδρασης που γιγαντώνει μέρα με τη μέρα το φράγμα της απραγίας, όσο η αναβλητικότητα εμποδίζει το σώμα της να δράσει και την ψυχή της να ονειρευτεί μια νέα αρχή, περισσότερο διάφανη, περισσότερο ελπιδοφόρα. Ωστόσο, έχει επίγνωση της κατάστασης.

«Δεν βλέπω τώρα πια
τώρα μόνο ακούω
ουρλιαχτά σπάνε τα μάτια μου
κατάρες σου ποτίζουν το μυαλό μου
οργή ρέει στις φλέβες μου
ναρκωτικό που δεν θέλω.» (Σελ. 27)

Αναμφισβήτητα, η απώλεια είναι μια πληγή που δύσκολα θεραπεύεται. Η καθημερινή τριβή με το κενό που άφησε χειροτερεύει την όψη της και διογκώνει τον πόνο. Η εξομολογητική διάθεση της ποιήτριας γίνεται εντονότερη στο σημείο αυτό. Πονά, θλίβεται, υποφέρει. Παρόλ’ αυτά ελπίζει. Το ταξίδι στην αντίπερα όχθη συνεχίζεται αργά, αλλά σταθερά, επίπονα, αλλά πεισματικά, ελπιδοφόρα και αποφασιστικά. Ο φόβος δεν έχει θέση στο όραμα και, φυσικά, ούτε οι τύψεις ούτε κι οι όποιες ενοχές. Η λύτρωση σαν επιτευχθεί, τα πάντα μπορούν να αλλάξουν. Η εμπιστοσύνη που γεννά η πάλη για μια καλύτερη ζωή είναι σε θέση να φέρει, έστω και αργά, την πολυπόθητη ευτυχία.

«Δες ψηλά
λίγο δεξιά της καρδιάς
εκεί κοιτούν τα όνειρα
εμπιστεύσου τα σύννεφα
και θα γυρίσει η γλώσσα

Η πύλη άνοιξε’ κοίτα.» (Σελ. 52)

Η κάθαρση έρχεται στο τέλος να ανταμείψει τον άνθρωπο που πάλεψε, πόνεσε, στερήθηκε, αλλά διεκδίκησε τη νίκη του.

Μια αξιόλογη πρώτη προσπάθεια της ποιήτριας Αντιγόνης Κολοβέντζου, άκρως εξομολογητική, μελαγχολική και αρκετά συμβολική, δοσμένη σε ελεύθερο στίχο που οπωσδήποτε αξίζει να διαβαστεί.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ακολουθούσαν βαλίτσες με άγνωστα ονόματα.

Πορευτήκαμε μαζί μέσα στο τούνελ.
Δεν ήταν και τόσο άσχημα όσο φαινόταν στην αρχή.

Tο ταξίδι μόλις ξεκίνησε.

Λίγα λόγια για την ποιήτρια, Αντιγόνη Κολοβέντζου:

Η Αντιγόνη Κολοβέντζου μεγάλωσε και ζει στην Ελευσίνα όπου και εργάζεται ως Μηχανολόγος Μηχανικός. Στα 16 της δημοσιεύτηκε ένα από τα πρώτα ποιήματά της στην εφημερίδα «Διεθνής Δημοσιογραφική». Έχει συμμετάσχει στην ποιητική ανθολογία Αφετηρίες (2014), σε ανθολόγηση της Χριστίνας Οικονομίδου, και στο ημερολόγιο 3 εποχές στο ίδιο σπίτι (2016), σε ανθολόγηση της Λίνας Νικολακοπούλου, του Γιώργου Ανδρέου και του Θράσου Καμινάκη. Συνεργάζεται με τον Μουσικό Διαδικτυακό Πολυχώρο musicity από το 2015, γράφοντας αυτοτελείς ιστορίες με αφορμή νέα τραγούδια της μουσικής σκηνής στη στήλη «Τραγούδι της εβδομάδας», ενώ το 2017 παρουσίασε την πρώτη ατομική φωτογραφική έκθεση, συνοδεία δικών της κειμένων με τίτλο “doubles, couples, twins”. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη Νότη Μαυρουδή. Ο Έκπτωτος είναι η πρώτη ποιητική της συλλογή.