Βιβλιοκριτική για το βιβλίο "Ξόρκι" της Ευδοξίας Γραμμένου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Συγγραφέας: Ευδοξία Γραμμένου
Έτος έκδοσης: 2018
Σελ.: 42
Εκδόσεις: Συμπαντικές Διαδρομές

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Ένα βιβλίο το οποίο αναμφισβήτητα προκαλεί αίσθηση στον αναγνώστη από την πρώτη του κιόλας ματιά είναι το «Ξόρκι» της ποιήτριας Ευδοξίας Γραμμένου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές». Και προκαλεί αίσθηση όχι άδικα, μιας και είναι ντυμένο με ένα πολύ ελκυστικό εξώφυλλο, το οποίο σαφώς και προϊδεάζει τον αναγνώστη για το κείμενο που θα ακολουθήσει. Σκοτεινό, επιβλητικό και αινιγματικό καθώς είναι, περιβάλλει με απόλυτη αυστηρότητα τον τίτλο του βιβλίου, ο οποίος με τη σειρά του προδίδει ηθελημένα και το περιεχόμενό του.

Στην ουσία του πρόκειται για ένα και μοναδικό πολύστιχο ποίημα, το οποίο ξεδιπλώνεται αργά και μυστηριωδώς, με τρόπο κινηματογραφικό, καταλαμβάνοντας αποκλειστικά και μόνο τις μονές σελίδες του βιβλίου. Στις διπλές μεσολαβούν πίνακες σημαντικών ζωγράφων, άρτια εναρμονισμένοι με το περιεχόμενο των στίχων που ξεδιπλώνονται στη διπλανή τους σελίδα, κατά τα πρότυπα του παιδικού παραμυθιού.

Ξόρκι, λοιπόν, χαρακτηρίζει το ποίημά της η ποιήτρια Ευδοξία Γραμμένου επιδιώκοντας μέσα από τις λέξεις της να ξορκίσει, να αποδιώξει δηλαδή, όλα τα κακά πνεύματα που δαιμονίζουν τη σκέψη της και εμποδίζουν την ψυχή της να αναπνεύσει ελεύθερα, να ζήσει ελεύθερα, να οραματιστεί ελεύθερα και να διεκδικήσει με την αγνότητα των αισθημάτων της μια θέση στην πραγματική ευτυχία.

Ερωτικό παραλήρημα αποτελεί ο λόγος της, ο ποτισμένος με πόνο και απογοήτευση, που επιχειρεί με τρόπο εξομολογητικό να καταθέσει τις πικρίες και τα βιώματα της πρόσκαιρης ζωής της επάνω στο χαρτί. Η ποιήτρια φαίνεται πως βρίσκεται εγκλωβισμένη και καταδικασμένη στα δίχτυα του έρωτα, εκείνου που την αντάμωσε νωρίτερα, όντας μεταμορφωμένος σε λευκό άγγελο για να της τάξει τη χαρά, πολύ γρήγορα, όμως, πέταξε από πάνω του τη μάσκα της καλοσύνης και της διαφάνειάς του και ντύθηκε, αδιαφορώντας παντελώς για τις συνέπειες της πράξης του, με το μαύρο πέπλο της εκδίκησης, παρασέρνοντας το θύμα του, δηλαδή εκείνη, στο χείλος του γκρεμού αβοήθητη, απροστάτευτη και μόνη για να μαρτυρήσει τη συναισθηματική της αδυναμία και δοτικότητα, για να καεί στις φλόγες της εγκατάλειψης, για να καταλήξει στάχτη πάνω στα ερείπια των κάστρων που με τόση αφέλεια εξαιτίας του έχτισε.

«Σαν ηφαιστείου τα πετρώματα κυλάς
ξηρός και
Καυτός στη ματωμένη σάρκα,
που εσύ άφησες τη λάβα σου να μείνει
κολλημένη,
με καρφιά τα νύχια της μαύρης σου
καρδιάς» (Σελ. 11)

Ο πόνος, λοιπόν, στέκεται η αφορμή για να επανέλθουν στο προσκήνιο οι πληγές του παρελθόντος, εκείνες που τόσο πολύ αμαύρωσαν το παρόν του και έχτισαν με φθαρμένα υλικά τις γέφυρες του μέλλοντός του. Κι οι μνήμες που στοιχειώνουν ανελέητα τη σκέψη και το νου γίνονται εφιάλτες ζωντανοί για να παλεύουν ισάξια με τα λάθη και τις ντροπές που γεννιούνται υπό το άδειο βλέμμα της αδιαφορίας, της απάθειας, της δειλίας και του εγωισμού. Το κενό που άφησε στο πέρασμά της η φυγή ξεσκέπασε με μιας την κακία που υπόγεια έτρεφε τη θλίψη, δίνοντας δύναμη στο μίσος να θεριέψει και χώρο στην απελπισία να απλώσει την πραμάτεια της στη χαοτική μοναξιά του σήμερα.

Η ποιήτρια κατηγορεί τον χαμένο της έρωτα για αθεράπευτη αναισθησία. Άραγε, επιβάλλεται με το ζόρι το συναίσθημα, θα αναρωτηθεί εύλογα ο αναγνώστης. Φυσικά και όχι, θα απαντούσε η ποιήτρια. Η εκμετάλλευση, όμως, της αδυναμίας που τρέφει κανείς για το υποτιθέμενο άλλο του μισό και η προδοσία που έπεται αυτής αποτελούν ασυγχώρητο αμάρτημα που αποπληρώνεται στη συνέχεια με τύψεις κι ενοχές.

«Κι όταν το δέρμα σου γίνει λείο
και η λάβα σου σβήσει,
και δεν έχει πια κουράγιο να ερωτευτεί
τότε εγώ θα είμαι αυτή που θα σπρώξω τις
ιδέες και τα θέλω σου
να βουλιάξουν σε ένα νερό νεκρό» (Σελ. 26-27)

Η εκδίκηση έρχεται ως φυσικό επακόλουθο όταν η ελπίδα για το όνειρο χαθεί, όταν τίποτα δεν στέκει πια ζωντανό για να θυμίζει τις ανέμελες στιγμές του παρελθόντος, όταν το σήμερα μοιάζει νεκρό τοπίο, τραγική μάνα που κουβαλά στα σπλάχνα της όλη την ψευτιά των ονείρων, εκείνων που ποτέ δεν επεδίωξαν να γίνουν πραγματικότητα. Ο πόνος, όταν πια φτάσει στην κορύφωση της τρέλας και της συναισθηματικής απόγνωσης, οδηγεί την ερωτευμένη ψυχή στα άκρα. Η εγκατάλειψη είναι η αιτία που το ξόρκι τρέπεται σε κατάρα και προστάζει, σχεδόν ουρλιάζοντας, την επιβολή της τιμωρίας στο θύτη.

«Μάγισσα μαύρης αλμύρας εγώ, προσταγή
για τον αφανισμό σου δίνω,
σε όντα άψυχα και αλμυρά,
μιας θάλασσας πιο
σκοτεινής και από τη δική σου,
να πιουν, να γευτούν, να καταπιούν και να
ξεχάσουν την ύπαρξή σου,
που τη δική μου αφάνισε.» (Σελ. 31)

Απελευθερώνοντας το θυμό της η ποιήτρια αισιοδοξεί να αποκαταστήσει τη γαλήνη στην ψυχή της, να αποβάλει από τη μνήμη της τους δαίμονες που σκοτείνιασαν για χρόνια το βλέμμα της ριζώνοντας το σε θλιμμένες εικόνες του χθες.

«Μα τότε θα είναι αργά, εσύ δεν θα
υπάρχεις πια,
κι εγώ με ένα σβησμένο παρελθόν,
σε σεντούκι λησμονιάς σκοτεινό θα σε
κρατώ.» (Σελ.37)

Ποίηση δοσμένη σε ελεύθερο στίχο, εξομολογητική, σκοτεινή και μελαγχολική, άκρως συναισθηματική και ιδιαίτερη, που συμπαρασύρει τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι απογύμνωσης της ψυχής, εκείνης που δοκιμάστηκε, μάτωσε, αλλά ακόμα ελπίζει στη λύτρωση.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Κι όταν το δέρμα σου γίνει λείο
και η λάβα σου σβήσει,
και δεν έχει πια το κουράγιο να ερωτευτεί
Τότε εγώ θα είμαι αυτή που θα σπρώξω τις ιδέες
και τα θέλω σου
να βουλιάξουν σε ένα νερό νεκρό
Σε μια γη που ζωντανό ον δεν υπάρχει,
σε μια αμμουδιά που ψάρια νεκρά θα τρώνε
τα όνειρα που ποτέ δεν έκανες για ‘μένα.


Λίγα λόγια για την ποιήτρια Ευδοξία Γραμμένου:

Η Ευδοξία Γραμμένου γεννήθηκε το 1991 στην Ρίγανη Αιτωλοακαρνανίας.
Σπουδάζει Βιβλιοθηκονομία και Συστήματα Πληροφόρησης στο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Αθήνας, έχει εργαστεί εθελοντικά σε δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες και είναι μέλος στον μη κερδοσκοπικό οργανισμό «Διαβάζοντας Μεγαλώνω» (σύλλογος για την προώθηση της ανάγνωσης στα παιδιά).
Η συγγραφή είναι το πάθος της και μέχρι τώρα έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Σκιές σε σκοτεινά όνειρα πάθους» στις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, έχει συμμετάσχει με διηγήματα, ποιήματα και παραμύθια της στις ανθολογίες «Κόκκινη Κλωστή Δεμένη», «Θύελλα στον Χρόνο», «Θρύλοι του Σύμπαντος |||» και «Όνειρα των Μύθων», που εκδόθηκαν επίσης από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές.
Τα τελευταία δύο χρόνια δουλεύει ως επιμελήτρια βιβλίων, στις ίδιες εκδόσεις.