Κατανοώντας τη ζωολατρία - Ο παγκόσμιος κύκλος των ιερών ζώων (Μέρος Γ) | Ένα δοκίμιο του Χρήστου Ντικμπασάνη


ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΤΙΚΜΠΑΣΑΝΗΣ

ΠΟΙΗΤΗΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ-ΜΕΛΕΤΗΤΗΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΖΩΩΝ

(Απόσπασμα από το ομότιτλο ανέκδοτο δοκίμιό του βασισμένο στη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία του, η οποία έχει εκδοθεί ως βιβλίο με τον τίτλο ΖΩΑ ΘΕΟΙ, ΖΩΑ ΙΕΡΑ)           


Φαίνεται άγρια, για να εμποδίσει το κακό που τυχόν θα βλάψει τη γυναίκα την ώρα που γεννά, ενώ από το στήθος της ρέει ένα μαγικό υγρό. Το σκαθάρι συμβολίζει τον θεό-Ήλιο. Είναι ο θεός, που αναγεννά τον εαυτό του και παριστάνεται ως ο θεός Χεπρί67. Το σκάλιζαν συχνά στην όψη των σφραγίδων, το εσωτερικό των οποίων περιείχε ονόματα, τίτλους ή πληροφορίες, που ο κάτοχός τους μπορούσε ν’αποτυπώσει επάνω σε πηλό ή πάπυρο. Ο Μπες, θεός της οικογένειας, είναι μια διασκεδαστική φιγούρα που χορεύει επάνω σε ένα λουλούδι λωτού και κρατάει ένα ντέφι. Είναι μισός νάνος και μισός λιοντάρι, έχει αλλόκοτα χαρακτηριστικά, γλώσσα βγαλμένη έξω και συχνά κρατάει ένα σπαθί, για να αποκρούει τον κίνδυνο, διώχνοντας τα δαιμόνια68. Επίσης, η ίβιδα ήταν το ιερό πουλί των θεών Θωθ και Ιμχοτέπ69. Επίσης, ο κάπρος, ο ταύρος και η κατσίκα αντιπροσωπεύουν τους θεούς Όσιρι, Διόνυσο-Ζαγρέα70 κ.ά, Στην Αίγυπτο, επίσης, λατρευόταν ο Έπαφος, ο γιος της Ιούς, ως ταύρος Άπις, αν και σκεφτόταν πολύ περισσότερο από έναν ταύρο και ήταν ιδρυτής πολλών πόλεων71, καθώς και αφιερωμένος στον θεό Πτα ή Φθα72 και η μυκηναϊκή, λευκή, σεληνιακή αγελάδα Ιώ ως Ίσιδα73. Ο John Griffith τονίζει74 ότι, οι Έλληνες πίστευαν πως οι θεοί υπάρχουν και πως αυτοί φροντίζουν για όλους τους ανθρώπους. Επίσης, ότι οι Έλληνες διέκριναν στις ξένες θεότητες τους δικούς τους θεούς κάτω από διαφορετικά ονόματα, διατηρώντας παρόμοιες αλήθειες γι’αυτούς στους μύθους και στις ιεροτελεστίες τους. Επίσης, ο Griffith λέει75, ότι μερικές φορές ο Πλούταρχος δίνει τα δύο ονόματα των θεών, όπως, για παράδειγμα, τα αντίστοιχα αιγυπτιακά ονόματα της Ρέας, του Κρόνου και του Ερμή είναι Νουτ, Γκεμπ76 και θωθ και άλλες φορές προσφέρει την ετυμολογία των ονομάτων, συμπεριλαμβάνοντας και τα αιγυπτιακά σχήματα, όπως, για παράδειγμα, κάνει με τα ονόματα της Ίσιδας και του Όσιρι.  

Επίσης, το λιοντάρι, ένα από τα επιβλητικότερα ζώα, εμφανίζεται επανειλημμένα στην τέχνη της Αιγύπτου, της Ανατολής, αλλά και της Ελλάδας. Το συναντάμε σε αγάλματα, ανάγλυφα, υδρορροές, κοσμήματα, στη μορφή της Σφίγγας και του γρύπα. Στέκει ακοίμητος φρουρός, έμβλημα προστασίας, υπεροχής και δύναμης. Συνδέεται με τον ήλιο και τη σελήνη, ενώ λειτουργεί και ως ερωτικό σύμβολο. Ανυψώνεται σε πλάσμα ιερό για πλήθος αιγυπτιακών και ελληνικών θεοτήτων, όπως για τη Μεγάλη Θεά, τον Διόνυσο, την Κυβέλη, την Άρτεμη, τον Ρα, τη Σεχμέτ, την Ιστάρ-Αστάρτη, την Τεφνούτ, τη θεά-λιοντάρι77, που συμβολίζει την υγρασία78 κ.ά. Συγκεκριμένα η Ιστάρ79 ως η «Κυρά του Κόσμου», απεικονιζόταν στην Αίγυπτο με κεφάλι λέαινας –η ομοιότητά της με τη Σεχμέτ80, τη θεά των μαχών και λεοντοκέφαλη σύζυγο του Φθα, είναι εντυπωσιακή.

Το ξανθό χρώμα και η μεγαλοπρέπεια του λιονταριού, του άγριου αυτού αιλουροειδούς το έκαναν σύμβολο του καυτού, αδυσώπητου ήλιου. Έτσι, στην Αίγυπτο έγινε το ιερό ζώο των φωτοφόρων θεών, του Ώρου και του Ρα, καθώς και του Ατούμ, του ηλιακού θεού-δημιουργού της Ηλιούπολης. Ένας αρχαίος λεοντοθεός, ο Ακέρ, φρουρούσε την πύλη της αυγής, μέσα από την οποία ανέτελλε κάθε πρωί το λαμπερό ουράνιο σώμα. Επίσης στην Αίγυπτο θεωρούσαν ιερό το λιοντάρι, γιατί οι ευεργετικές πλημμύρες του Νείλου έρχονταν, όταν ο ήλιος περνούσε από το ζώδιό του. Η ίδια η λεοντή εμπεριείχε ιερότητα και δύναμη. Τη λεοντή φορούσε και ο βασιλιάς Αλέξανδρος, γιατί, όπως γενικά οι μονάρχες της Μακεδονίας, ο Μέγας Αλέξανδρος θεωρούσε πως ήταν απόγονος του Ηρακλή, καταγόμενος από το γένος των Ηρακλειδών81. Πέρα από τις όποιες πολιτικές σκοπιμότητες, αυτό συμφωνεί με τους κανόνες του τοτεμισμού: το τοτεμικό πλάσμα κληροδοτείται από γενεά σε γενεά.

Άλλοτε πάλι το θηρίο γίνεται άγαλμα και στέκει ως φρουρός. Παρόμοια λειτουργία είχε και η αιγυπτιακή Σφίγγα, στις ποικίλες μορφές της. Αρχαιολογικά ευρήματα παρουσιάζουν τους Αιγύπτιους φαραώ να στέκονται ή να κάθονται ακριβώς μπροστά από μια σφίγγα, η οποία είχε ρόλο προστατευτικό. Ακόμη, μικρά ομοιώματά της θάβονταν μαζί με τους νεκρούς και τις νεκρές, για να γίνουν οδηγοί και φύλακές τους στον Άλλο Κόσμο.

Το πιο γνωστό λιοντάρι δεν είναι άλλο από την περίφημη Σφίγγα, δίπλα στις πυραμίδες της Γκίζας στην Αίγυπτο. Έχει το κεφάλι ενός φαραώ, του Χεφρήνα κατά την επικρατέστερη άποψη, κοντά στην πυραμίδα του οποίου βρίσκεται. Στο κεφάλι φέρει τον ουραίο, την ιερή κόμπρα. Το γιγάντιο άγαλμα (20 μ. ύψος και περίπου 60 μ. μήκος) σκαλίστηκε σε ένα μεγάλο κομμάτι ασβεστόλιθου, το οποίο είχε ήδη πάρει κάποιο σχήμα από τη διάβρωση του ανέμου, κατά τη βασιλεία του φαραώ Χεφρήνος (2529-2504 π.Χ). Ατενίζει προς την ανατολή, προς το σημείο όπου ο ήλιος αναδύεται στο ηλιοστάσιο82.

Από τις αρχές της 2ης χιλιετίας, δηλαδή μετά την ένωση της Άνω και Κάτω Αιγύπτου σε ενιαίο βασίλειο, και συγκεκριμένα από τη 18η δυναστεία και μετά, η Σφίγγα λατρεύτηκε με την ονομασία του θεού Άρμασι ή Ώρου στον Ορίζοντα (Hor-em-akht), ως θεού του ανατέλλοντος ηλίου83. Δεν είναι γνωστό ποιο όνομα είχε αρχικά. Το 1500 περίπου, όμως, είναι γνωστός και ως Τόπος του Ώρου (Bw-How) αλλά και ως ο Ρα των Δύο Οριζόντων (Re-horakhty), θεότητας της Ηλιούπολης (αιγυπτιακά Ον)84. Σε μια στήλη που τοποθετήθηκε ανάμεσα στα πόδια του γλυπτού, 1.000 έτη μετά την κατασκευή του, υπάρχει μια επιγραφή, που του αποδίδει το όνομα Χεπρί-Ρα-Ατούμ (Kheperi-Re-Atum). Πρόκειται για τα τρία ονόματα του ηλίου στις ισάριθμες φάσεις του: Χεπρί το πρωί, Ρα το μεσημέρι και Ατούμ το απόγευμα85. Επίσης, ο Άμμων-Ρα αποκαλείται «ταύρος της μητέρας του»86.

Έτσι, ένα τέρας που ανήκει και στην αιγυπτιακή και στην ελληνική μυθολογία είναι η Σφίγγα. Καταρχάς η Σφίγγα είναι ένα λιοντάρι. Οι Αιγύπτιοι όριζαν με το όνομα Shesepankh ένα λιοντάρι με κεφάλι ανθρώπινο, αλλά η λέξη σημαίνει κυρίως «ζωντανή εικόνα»87

Το λιοντάρι, σύμβολο της κυριαρχικής ή βασιλικής δύναμης-έτσι απεικονιζόταν μόνο ο φαραώ-, ήταν, όπως είναι φανερό, φύλακας των πυλών, των ιερών και των πόλεων. Οι ιερείς της Ηλιούπολης, της βιβλικής Ον, που ήταν το κέντρο της λατρείας του Ήλιου88, έδωσαν στο λιοντάρι ανθρώπινο κεφάλι και το αναπαριστούσαν με τα πίσω πόδια συσπειρωμένα και τα μπροστινά τεντωμένα εμπρός, το πρόσωπο βαμμένο με κόκκινο χρώμα να θεωρεί με βλέμμα αινιγματικό τους πιο απόμακρους ορίζοντες. Το ανθρώπινο κεφάλι ήταν αρχικά εκείνο του Ατούμ89, θεού της Ηλιούπολης, πρωταρχικού, ηλιακού, που όμως κατέληξε να αναπαριστά μόνο το νυχτερινό ήλιο, που δύοντας εκτινάζεται στη σκοτεινή τροχιά του. Έτσι γεννήθηκε η Σφίγγα της Γκίζας, η αρχαιότερη και πλέον εντυπωσιακή, σκαλισμένη σ’έναν ασβεστολιθικό λόφο, για να επιβλέπει τη δυτική πύλη του ιερού, από την οποία φεύγουν ο ήλιος και οι νεκροί. Η κεφαλή του θεού-βασιλέα Ατούμ μεταμορφώθηκε σε μάσκα κριού ή ιέρακος και στέφθηκε την κορόνα pschent, που συμβόλιζε την ένωση της Άνω Αιγύπτου με την Κάτω. Η αιγυπτιακή Σφίγγα εκφράζει περισσότερο τη γαλήνη της σοφίας παρά την αγωνία που εφηύρε ο λυρικός ρομαντισμός. Η Σφίγγα έχει γίνει το αρχέτυπο του αινίγματος.

Εξάλλου, φανερή είναι η επίδραση της αιγυπτιακής δαιμονολογίας στο σχεδιασμό των μαγικών μορφών και χαρακτήρων. Τα όντα μοιάζουν πολύ με την αιγυπτιακή Σφίγγα90. Σε αναθηματική στήλη του 1ου μ.Χ. αιώνα ή και παλαιότερη, υπάρχει η απεικόνιση της αρχαιότερης αιγυπτιακής Σφίγγας, που έχει γενειάδα, φοράει στέμμα και συμβολίζει την ολοκληρωμένη κατάσταση του ανθρώπινου πλάσματος. Έχει κεφάλι ανθρώπου, σώμα λιονταριού, φτερά αετού και φίδι για ουρά, συνδυάζοντας έτσι τέσσερα στοιχεία, τέσσερα είδη και τέσσερις συμβολικές λειτουργίες. Στο μέτωπό της φέρει το φτερωτό δίσκο του Ήλιου, δείχνοντας τη σχέση της με την πηγή του φωτός, της έλλαμψης και της ζωής91. Η Σφίγγα ήταν ιερό σύμβολο των Αιγυπτίων, εξαιτίας του συνδυασμού της θηριώδους δύναμης και του ανθρώπινου λογικού.

Οι Έλληνες έχουν δανειστεί από τους Αιγύπτιους την αινιγματική Σφίγγα, αλλά παραδόξως την έχουν κάνει θηλυκή. Αντί για σώμα λέοντος ξαπλωμένου, την έχουν αναπαραστήσει με μορφή λέαινας, η οποία κάθεται στα πίσω της πόδια. Μάλιστα, καθώς δεν τους ικανοποιούσε να την κάνουν απλώς λέαινα, της έχουν δώσει και το πρόσωπο γυναίκας, όπως και τα στρογγυλά της στήθη. Η ελληνική Σφίγγα δεν είναι πλέον φύλακας των πυλών του απείρου, αλλά γίνεται ένα άλλο τέρας πιο βάρβαρο και πιο αινιγματικό, στο οποίο εύκολα μπορούμε να παρατηρήσουμε το σύμβολο της θηλυκότητας, υπερφυσικής και επικίνδυνης. Η Σφίγγα μπορεί να νικηθεί μόνο από την εξυπνάδα και την οξυδέρκεια, που είναι χαρακτηριστικά αντίθετα της αποκτήνωσης. Κάθεται επάνω σε μια πέτρα, σύμβολο της γης, προσκολλημένη επάνω της, πράγμα που συμβολίζει την απουσία κάθε ανύψωσης. Μάλιστα, πιστεύω ότι η ύπαρξη φτερών στο σώμα της Σφίγγας δηλώνει ή μάλλον τονίζει την αδυναμία του περιττού, την ανημποριά μπροστά στην υπέρβαση. Τα φτερά δεν εξυπηρετούν σε τίποτε απολύτως.

Ας σημειωθεί, αν και ήδη έχουμε κάνει μία νύξη γι’αυτό, ότι στην αρχαία Αίγυπτο λατρευόταν από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους και η Τα-Ουρτ, ένα υπερμέγεθες τέρας σε κατάσταση εγκυμοσύνης, ορθωμένη στα πίσω πόδια της. Απεικονίζεται ως ιπποπόταμος με ράχη κροκόδειλου, πόδια λιονταριού και ανθρώπινα χέρια. Είναι η προστάτρια των ετοιμόγεννων γυναικών και των μητέρων που θηλάζουν, αν και η πλευρά της τρομερής Μητέρας είναι αρκετά φανερή. Αργότερα, ως Χεσαμούτ, συσχετιζόταν με τον αστερισμό της Άρκτου, της οποίας τα μητρικά χαρακτηριστικά είναι πολύ γνωστά92.

Στην Αίγυπτο η θεϊκή καταγωγή του βασιλιά φαίνεται να προέρχεται από μια πανάρχαια λατρεία σε τοτεμικό πλαίσιο, όπου το τοτέμ πιθανότατα εκπροσωπούσε το μυστικό γενάρχη, ο οποίος γονιμοποιεί μυστικά τις γυναίκες και τα θηλυκά ζώα της φυλής. Ο Ηρόδοτος αφηγείται, ότι στο νομό της Μένδης λατρευόταν ο τράγος και οι γυναίκες συνευρίσκονταν δημοσίως μαζί του95.

Ανάλογα φαινόμενα αναφέρει ο Στράβων στην Ερμούπολη, την Λυκόπολη και τη Μένδη και ο Απουλήιος στο έργο του Μεταμορφώσεις (11. 19) αναφέρει στη Ρώμη, όπου η αρχόντισσα Παολίνα περιμένει μέσα στο ναό τον θεό Άνουβι96. Η βασίλισσα Χατσεψούτ για να αποδείξει τη θεϊκή της καταγωγή ζωγράφισε στο ναό του Νταρ-ελ-Μπαχρί τη σαρκική ένωση της μητέρας της με τον κριοκέφαλο θεό Άμμωνα. Η υπόθεση αυτή εξηγεί ίσως το ζωομορφισμό των αιγυπτιακών θεοτήτων, οι οποίες πρέπει σε παλαιότερη εποχή να ήταν τοτεμικά εμβλήματα διαφόρων νομών της χώρας. Μετά την πολιτική ενοποίηση, αρχές της 2ης χιλιετίας, επικράτησε το σύμβολο του ιέρακος, το οποίο έγινε το εθνικό σύμβολο της Αιγύπτου, έμβλημα αρχικά του θεού Ώρου και αργότερα του ηλιακού θεού Ρα97.

Η λατρεία του τοτεμικού ζώου-γενάρχη, η τελετουργική του θυσία και το μεταληπτικό γεύμα μαζί με την προσδοκία της αναγέννησης-επιστροφής του συνιστούν ένα πρόπλασμα λαϊκής θρησκευτικότητας, που ακολουθεί το γνωστό μας τύπο των «πασχουσών θεοτήτων» της ανατολικής Μεσογείου, όπως ο Άδωνις στη Συρία98 και ο Διόνυσος στην Ελλάδα, που αποκρυσταλλώθηκε τελικά στο πρόσωπο του Όσιρι. Στους αυτοκρατορικούς χρόνους το έθιμο της θυσίας συνεχιζόταν με συμβολικό τρόπο και σε ορισμένες γιορτές ο ίδιος ο φαραώ έπαιζε θεατρικά τα πάθη του Όσιρι99. Όταν σε παλαιότερες εποχές ένα μέλος της φυλής πέθαινε, η ψυχή του ενωνόταν με το ιερό τοτέμ, κι εδώ έχει την πηγή της η μεταγενέστερη δοξασία, ότι το κα (είδος ψυχής) μετά το θάνατο μεταβαίνει προς συνάντηση του Όσιρι, στην οποία βασίζεται όλη η αναπτυγμένη νεκρική φιλολογία. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι οι κεντρικές δοξασίες της αιγυπτιακής θρησκείας διασυνδέονται μέσω του αρχαϊκού τύπου λατρείας, τον οποίο, ελλείψει άλλης ορολογίας, ονόμασαν «τοτεμικό»100. Αναμφίβολα σύμφωνα με τον Alex Krappe101, η πληθώρα των θεοτήτων με κεφάλι ζώου στην Αίγυπτο έχει τοτεμική βάση, αλλά ο τοτεμισμός δεν ήταν η μοναδική πηγή αυτού του φαινομένου. Το γεγονός, για να αναφέρουμε μόνο μια εξαίρεση, ότι παριστούν το θεό της γης Γκεμπ με τη μορφή χήνας, οφείλεται στη σύγχυση της ιερογλυφικής παράστασής του, με τον ίδιο το θεό. Αν, εξάλλου, οι ηλιακοί θεοί Ρα και Ώρος είναι γεράκια, αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τον τοτεμισμό, δεδομένου ότι στις περισσότερες μυθολογίες ήταν διάχυτη η πίστη, ότι ο ήλιος ήταν ένα τεράστιο πουλί, το οποίο πετούσε στον ουρανό. Τέλος, μεγάλο ρόλο έπαιξε η αναλογία, ισχυρή τόσο στη μυθολογία όσο και στη γραμματική. Είναι βέβαιο, επίσης, ότι η ταύτιση ενός θεού μιας ορισμένης φυλής με τον θεό μιας άλλης, οδήγησε, εάν ο ένας από τους δύο θεούς ήταν θηριόμορφος, σε συσχέτιση, λιγότερο ή περισσότερο αυθαίρετη, ορισμένων θεοτήτων με ορισμένα ζώα. Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι πολύ περισσότερο περίπλοκο απ’όσο φαίνεται αρχικά. Επιπροσθέτως, στο φαινόμενο αυτό έπαιξαν μεγάλο ρόλο τυχαία περιστατικά, όπως λογοπαίγνια, λαϊκές και ιερατικές ετυμολογίες κ.ά.

Επίσης η Αίγυπτος, το πιο φημισμένο για την ειδωλολατρία του από τα αρχαία έθνη, ήταν, στις πανάρχαιες εποχές της, η πατρίδα της λατρείας του Ουραίου, του ιερού φιδιού, συμβόλου της βασιλικής εξουσίας και της δύναμης του ήλιου102, της θεάς-κόμπρας Ρενενουτέτ, που προστάτευε τις σοδειές και τις καλλιέργειες και με την οποία ταυτίστηκε αργότερα η Ίσιδα, προκειμένου να μεταμορφωθεί σε κατεξοχήν θεότητα της γονιμότητας103, της Ουτζάτ, του «φλογάτου ματιού» του Ρα-Ατούμ, με το οποίο ξαναβρήκε τα παιδιά του, τον Σου και την Τεφνούτ, μέσα στα σκοτεινά νερά του Νουν104. Η Ουτζάτ είναι η αναπαράσταση του ήλιου και συσχετίσθηκε με τη θεά-κόμπρα Έντζο του Μπούτο (η σημερινή Kôm el-Farâ’în), πόλη που βρίσκεται κοντά στην Τανίδα. Η Έντζο, όπως τονίζει ο Aldred, Cyril είναι η θεά με τη μορφή κόμπρας, που έγινε προστάτιδα και σύμβολο της Κάτω Αιγύπτου105 και εικονίζεται με τη μορφή του θείου φιδιού, του Ουραίου, τον οποίο βλέπουμε στο μέτωπο των φαραώ106. Η Αίγυπτος, όμως, είναι και η πατρίδα του Μεγάλου Φιδιού, του Ατούμ, του «πατέρα των Εννεάδων της Ηλιούπολης»107, ο οποίος έχει πλάσει με το σπέρμα του όλη τη Δημιουργία κατά την απαρχή του χρόνου, αφού αναδύθηκε από μόνος του από τα πρωτογενή ύδατα. Σύμφωνα με την κοσμογονία των Θηβών, ο ναός του Λούξορ ήταν αντίγραφο του ναού της Ηλιούπολης, τόπου από τον οποίο καταγόταν η Οκτάδα, συλλογικό όνομα των οκτώ πρωταρχικών θεοτήτων, οι οποίες γεννήθηκαν από τον δημιουργό και «πλάστη της γης», το φίδι Ίρτα, γνωστό και ως Κεματέφ108, το οποίο, με τη σειρά του, δημιούργησε τον κόσμο. Σύμφωνα με το μύθο ο Κεματέφ και η Οκτάδα, αφού ολοκλήρωσαν την αποστολή τους, ενταφιάστηκαν σε κάποιο μυθικό τάφο στο Μεντινέτ Χαμπού, τον οποίο επισκεπτόταν σε όλη τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου (περίπου 1539-1070 π.Χ.) ο Άμμων του Λούξορ κάθε δέκα μέρες, στην «Εορτή της Δέκατης Μέρας»109. Το φίδι, ο καταβροχθιστής του χρόνου, αποτελούσε στοιχείο της αιγυπτιακής θρησκείας με όλες τις ιδιότητές του, δηλ. του εμβλήματος του θείου, του φυλαχτού, του ιεροφάντη και του θεού. Ο Κνεφ, ο Θωθ και η Ίσις ξεχώριζαν και κυριαρχούσαν ανάμεσα στους θεούς και τις θεές που συμβολίζονταν έτσι. Επίσης, με τη μορφή του Κνεφ, το φίδι και ειδικά ο ουροβόρος είναι το πρωταρχικό ερπετό, η αρχαιότερη θεότητα του προϊστορικού κόσμου110.

Στην αρχαία Αίγυπτο το φίδι συναντάται σε κάθε βήμα. Στη μετόπη του γιγάντιου πυλώνα στην είσοδο του ναού του Άμμωνα-Ρα στο Καρνάκ υψώνονται δύο υπέροχες πέτρινες κόμπρες, δύο κολόνες γεμάτες χάρη.

Στην άλλη πλευρά του ποταμού, οι τοίχοι όλων σχεδόν των τύμβων, στην Κοιλάδα των Νεκρών, είναι γεμάτοι φίδια που αντιπροσωπεύουν την αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία και σκέψη. Ακόμα και τα ιερά δεν παραλείπουν να δώσουν τη σιωπηλή μαρτυρία τους.

Οι Αιγύπτιοι αναγνώριζαν την ύπαρξη κακοποιών πνευμάτων και συνδέοντάς την ίσως με το παράξενο σχήμα του φιδιού, το σχεδίαζαν τόσο σαν σύμβολο Αγαθού όσο και σαν σύμβολο Κακού. Το «κακό» φίδι σερνόταν, το «καλό» ήταν σηκωμένο. Είχαν μάλιστα κι ένα όνομα για το «κακό φίδι», το έλεγαν «Άποφι» ή «΄Αποπι»111 και ήταν ο βασιλιάς των σκοτεινών δυνάμεων. Αυτό το φίδι, ο Άποφις, ήταν ο μεγαλύτερος δαίμονας και σύμμαχος του Σηθ112. Ο Άποπις ή Απέπ, το ερπετό του χάους, προσπαθούσε να ανακόψει το δρόμο της ηλιακής βάρκας113, αλλά απωθούταν από την επίθεση του θεού Ήλιου και οδηγούταν πίσω με ακόντια, τόξα και βέλη των προστατευτικών θεοτήτων, όπως των τεσσάρων γιών του Ώρου –Ιμεστί, Χαπί, Ντουαμουτέφ και Κεμπεκσενουέφ-, οι οποίοι ήταν, επίσης, οι προστάτες θεοί, που παριστάνονταν επάνω στα κανωπικά αγγεία, που περιείχαν τα ζωτικά όργανα των μουμιοποιημένων νεκρών114. Οι θύελλες και οι εκλείψεις μόνο ερμηνεύονται ως προσωρινές νίκες του Απέπ115. Τον Άποφι το σχεδίαζαν πάντα με χρώματα σκοτεινά. Αντιπροσώπευε τον Διάβολο.

Υπήρχε, όμως, ένας υψηλότερος συμβολισμός, ο εξής: το φίδι προσφέρεται σαν τέλειο σύμβολο της ενεργοποιημένης δύναμης, εκείνης που έφτιαξε το σύμπαν, αλλά και σαν σύμβολο του ίδιου του δημιουργού. Οι φαραώ έφεραν πάντα την εικόνα του φιδιού στο στέμμα τους, σύμβολο της «εξ ουρανού» δύναμής τους116. Έτσι το φίδι αντιπροσώπευε και το θεό και τον διάβολο –τουλάχιστον κάποια είδη του.

Οι Αιγύπτιοι σχεδίαζαν ένα φίδι να δαγκώνει την ουρά του, σχηματίζοντας έτσι τέλειο κύκλο και με αυτό συμβόλιζαν την αναδημιουργία του σύμπαντος. Οι σπείρες του ουροβόρου φιδιού συμβόλιζαν τ’ αστέρια και το δάγκωμα της ουράς τη στιγμή εκείνη κατά την οποία το πνεύμα αποχωρίζεται από την ύλη. Επίσης ο ουροβόρος είναι για τους Αιγύπτιους κύριος της γης, του βάθους και του κάτω κόσμου117. Ο ουροβόρος συμβολίζει, επίσης, την δημιουργική ώθηση της νέας αρχής. Είναι η αρχική περιστροφική κίνηση της ανοδικής σπείρας της εξέλιξης118.



63 Redford, Donald B., “Egyptian Religion”, “The Literature”, The Encyclopedia of Religion, Editor in chief: Eliade, Μ., “Macmillan Publishing Company”, Vol. 5, 1987, 1995, σελ. 59. 

64 Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 257.

65 Τερζάκης, Φ., ό.π.

66 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 114.

67 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 325.

68 LeskoLeonard H., ό.π., σελ. 50 και AltenmüllerHartwig, “Bes”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος I, σελ. 720-724.

69 Lesko, Leonard H., ό.π., σελ. 49 και Foot Moore, George, ό.π.

70 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 124.

71 Ηρόδοτος, Iστορίες ΙΙΙ. 28. Βλ., επίσης, BainesJ., MalekJ., ό.π., σελ. 204-205, όπου διαβάζουμε ότι, ο Έπαφος, «το άγγιγμα του Δία», παντρεύτηκε τη Μέμφιδα, την κόρη του θεού-ποταμού Νείλου και απέκτησε μια κόρη τη Λιβύη. Βλ., επίσης, SolmsenFriedrich, ό.π., σελ. 19-20.

72 LeskoLeonard H., ό.π., σελ. 46.

73 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 128.

74 Griffith, John Gwyn, ό.π., σελ. 19.

75 Griffith, John Gwyn, ό.π., σελ. 30.

76 Άϊονς, Βερόνικα, ό.π., σελ. 35. Εδώ διαβάζουμε ότι ο Γκεμπ, ο θεός-γη, κείτεται πρηνής στο κέντρο ενός στρογγυλού ωκεανού και στην πλάτη του φυτρώνει βλάστηση. Κάποιες φορές αποκαλείται «η χήνα που γέννησε το κοσμικό αυγό».

77 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 99.

78 Τερζάκης, Φ., ό.π., σελ. 34.

79 Fulco, William J., “Inanna”, The Encyclopedia of Religionό.π., Vol. 7, σελ. 146.

80 Sternberg, Heike, “Sehmet”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος V, σελ. 323-333.

81 GehrkeHans-JoachimΙστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, (μετφρ. Άγγελος Χανιώτης), Αθήνα: «ΜΙΕΤ», 2000, σελ. 26.

82 SiliottiAlberto, ό.π., σελ. 135.

83 Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 135.

84 Davis, Virginia Lee, “AkhenatonThe Encyclopedia of Religionό.π., Vol. 1, σελ. 170. Βλ., επίσης, Barta, Winfriend, “Re”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος V, σελ. 171-172, καθώς και Aldred, Cyril, ό.π., σελ. 177. Βλκαι Baines, J., Malek, J., ό.π., σελ. 215. Βλ., επίσης, και Gardiner, Alan, ό.π., σελ. 216.    

85 Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 135.

86 Baines, J., Malek, J., ό.π., σελ. 216.

87 Siliotti, Alberto, ό.π.

88 Aldred, Cyril, ό.π., σελ. 48.

89 László, Kákosy, “Atum”,  Lexikon der Ägyptologie, τόμος I, σελ. 550-552.

90 Pinch, G., Magic Egypt, σελ. 38-39, 78.

91 GodwinJoscelynΜυστηριακές Θρησκείες του Αρχαίου Κόσμου, μετφρ.: Παναγιώτης Χιωτέλλης, Αθήνα: «Καρδαμίτσας», 1984, σελ. 134.

92 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 99.

93 Baaren, Th. P. Van, “Geographies of Death”, The Encyclopedia of Religionό.π., Vol. 1, σελ. 119.

94 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 115.

95 Ηρόδοτος, Ιστορίες ΙΙ. 46, « γυναικί τράγος εμίσγετο αναφανδόν ». Πρβλ. Lloyd, Alan B., Herodotus, Leiden: “E. J. Brill”, Book II, κεφ. 46, 1976, σελ. 216.

96 Strabonis, Geographica, Graz-Austria: “Akademische Druck-u. Verlagsanstalt”, Vol. III, 1969, κεφΙΖσελ. 1118, Βλ., επίσης, Heyob, Sharon Kelly, The Cult of Isis among Women in the Graeco-Roman World, Leiden: “E. J. Brill’’, 1975, σελ. 59  

97 Τερζάκης, Φ., ό.π., σελ. 30-31.

98 Koepping, Klaus-Peter, “Adonis”, The Encyclopedia of Religionό.π., Vol. 1,  σελ. 30.

99 Ηρόδοτος ΙΙ, 170, 171. Πρβλ., Lloyd, Alan B., Herodotus, Leiden, Book II, κεφ. 170,171, 1976, σελ. 206-210.

100 Τερζάκης, Φ., ό.π., σελ. 31.

101 Krappe, Alex, ό.π., σελ. 397-398.

102 Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 116.

103 Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 148 και Beinlich-Seeber, Christine, “Renenutet”,  Lexikon der Ägyptologie, τόμος V, σελ. 232-236.

104 Άϊονς, Βερόνικα, ό.π., σελ. 34.

105 Aldred, Cyril, ό.π., σελ. 37.

106 Άϊονς, Βερόνικα, ό.π., σελ. 34.

107 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 54 και László, Kákosy, ό.π.. Επίσης βλ. LeskoLeonard H., ό.π., σελ. 40 και BainesJ., MalekJ., ό.π., σελ. 215.   

108 Lucker, Manfred, Translated from German by Matthew J. O’Connell, “Snakes”, The Encyclopedia of Religionό.π., τομ. 13, σελ. 370.

109 Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 166-167.

110 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 42.

111 HornungErik και BadawyAlexander, “Apophis”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος I, σελ. 350-352.

112 Baines, J., Malek, J., ό.π., σελ. 217.

113 Άϊονς, Βερόνικα, ό.π., σελ. 38.

114 Lesko, Leonard H., ό.π., σελ. 48-49.

115 Άϊονς, Βερόνικα, ό.π., σελ. 38.

116 Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 116.

117 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 90.

118 Νόιμαν, Έρικ, ό.π., σελ. 52.