Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Νυχτερινό Τρένο" της Κατερίνας Θεοδώρου | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

 


Συγγραφέας: Κατερίνα Θεοδώρου
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 214
Εκδόσεις: Πηγή


Το βιβλίο αυτό μοιάζει με το καλύτερο έργο της ΝοτιοΑμερικάνικης Λογοτεχνίας το «Πέδρο Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο…

Μια νεαρή γυναίκα άνοιξε δειλά τα μάτια και κοίταξε τριγύρω. Βρισκόταν πεσμένη σε μια ασυνήθιστη στάση πάνω στις παγωμένες πλάκες  ενός δαπέδου, που έδειχναν θολωμένες από τη βρόμα και τη στάχτη. Ερημιά…

Που είμαι; αναρωτήθηκε. Ήταν ντυμένη στα μαύρα. Το αίμα στα ρούχα της έχει ξεραθεί και καμουφλαριζόταν απόλυτα στο σκούρο ύφασμα χωρίς να γίνεται αντιληπτό.  Στη θέα του ξεραμένου αίματος τρόμαξε.

Τι έκανα; Άρχισε ξανά να τρέμει ανεξέλεκτα. Το πολικό ψύχος που κρατούσε το σώμα της ακινητοποιημένο δεν επέτρεπε ούτε στο μυαλό της να λειτουργήσει. Το κεφάλι της νεαρής γυναίκας κόντευε να σπάσει.  Μόλις το βλέμμα της καθάρισε περισσότερο, διέκρινε πιο χαμηλά τις ράγες του σιδηροδρόμου. Ήταν όλα τόσο αφύσικα…

Τίποτα γύρω της δεν φαινόταν οικείο. Μια έρημη πλατφόρμα όλη κι όλη, στο κέντρο του πουθενά. Δεν υπήρχε εκδοτήριο, ούτε καν ένα στοιχειώδες κτίσμα για την εξυπηρέτηση των επιβατών.Το μέρος έμοιαζε εγκαταλελειμμένο από δεκαετίες. Απελπισία και φόβος!

Άραγε ονειρευόταν;  Μήπως πέθανε; Να ήταν λοιπόν αυτό που βίωνε το μεταίχμιο μεταξύ ζωής που ξεθωριάζει και του επέκεινα; Όλη κι όλη μια καταραμένη ερημιά, χωρίς φωτεινό τούνελ και αιθέριες παρουσίες για οδηγούς όπως έλεγαν;  

Τα πόδια της τεντώνονταν  ακόμη με δυσκολία και πόνο, μέχρι που ένα ουρλιαχτό  που  έσκισε το πηχτό σκοτάδι έκανε την απελπισία της να μετατραπεί σε ατόφιο πανικό. Ήταν μια κραυγή λύκου που έσπασε τη θανατερή σιωπή. Την άκουσε στα αλήθεια;

Κάτι παραφύλαγε στο σκοτάδι!..

Αν κάτι κακό την πλησίαζε, μουδιασμένη και ανήμπορη καθώς έστεκε, δεν θα μπορούσε να αντιδράσει. Θα γινόταν βορά, ηττημένη και τσακισμένη από τα αιχμηρά δόντια του θηρίου , όποιο κι αν ήταν αυτό. Το ουρλιαχτό που ακούστηκε τρίτη και έπειτα τέταρτη φορά δεν ήταν μια ψευδαίσθηση της ζάλης που της δημιούργησε η παγωνιά. Οι κραυγές του θηρίου ακούγονταν καθαρότερα.

Κάτι παραμόνευε για εκείνη!...

Ξαφνικά τα δεδομένα άλλαξαν. Ο ήχος και το φως…

Ήταν ένα τρένο που πλησίαζε. Προς το παρόν αποτελούσε για αυτήν τη μοναδική σανίδα σωτηρίας που μέσα στην απελπισία της αναζητούσε. Ήταν ένας από μηχανής θεός, ικανός να τη σώσει για την ώρα από το πολικό ψύχος και τα νύχια των θηρίων της σκοτεινής ερημιάς.

Ήταν όμως έτσι;

Η αμαξοστοιχία σταμάτησε μπροστά της. Η νεαρή επιβιβάστηκε σε αυτό. Στο βαγόνι ήταν εντελώς μόνη. Ήταν τεράστιο και παντελώς έρημο.

Το ταξίδι στο άγνωστο μόλις άρχιζε…

Η εσωτερική πόρτα του βαγονιού άνοιξε με φόρα. Η νεαρή κοίταξε τον άγνωστο. Ένας μεγαλόσωμος άντρας με αγριεμένα χαρακτηριστικά και γυάλινο βλέμμα την πλησίασε ασθμαίνοντας.

-Ποια είσαι εσύ; Είμαι η Αγγελική Μαρτίνου (αυτό το είχε δει  από την ταυτότητά της στο σακίδιό της) - Εσύ;  Άγης. Πώς βρέθηκε εσύ εδώ; Δεν θυμάμαι και πολλά. -Μήπως ξέρεις που πηγαίνουμε;  -Χμ …Κατά διαόλου! είπε ο ψηλός άντρας. Ούτε κι εγώ ξέρω πόσο καιρό είμαι σε αυτό το καταραμένο τρένο…

Η Αγγελική θα γνωρίσει επίσης, στο ταξίδι προς το άγνωστο,  μια ηλικιωμένη γυναίκα, τη Σωτηρία,  έναν άγνωστο νεαρό, τον Ορέστη και τον Χρήστο, τον καθηγητή μαθηματικών. Κανείς δεν θυμάται τίποτα από την ζωή του. Κανείς δεν ξέρει που πάνε. Το τρένο σταμάτησε μπροστά τους και μπήκαν χωρίς να ξέρουν τι γυρεύουν. Δεν επέλεξαν να κλειστούν σε ένα βαγόνι με άλλους τέσσερις άγνωστους. Στο ίδιο καζάνι βράζουνε… Ούτε νερό έχουν ούτε τροφή. Πείνα, δίψα, εγκλωβισμός, πανικός και εξάντληση. Τι θα κάνουνε στο τέλος;

Ένα ταξίδι, από τη ζωή στον θάνατο και αντίστροφα…

Τίποτα δεν γίνεται χωρίς ανταλλάγματα …

Πόνος για τον πόνο, πίκρα για την πίκρα, θάνατος για τον θάνατο!!

Ένα τρένο που κυλάει στις ράγες του επέκεινα,  σε έναν ασαφή χωροχρόνο, με άγνωστο προορισμό…

Πώς γίνεται να ζεις μέχρι πρότινος μια φυσιολογική ζωή και να καταλήγεις σε αυτό το καταραμένο τρένο-φυλακή; Γιατί λέγεται το τρένο του τρόμου, τρένο της θεάς; Είναι το τρένο ψυχοπαγίδα; Τι ήταν αυτά τα λυκόμορφα πλάσματα μέσα στα βαγόνια; Οι Λύκοι είναι Αμαρτοβόροι; Ποια ήταν η Τισιφόνη; Ποια είναι τα μωρά της Τισιφόνης; Ποιος απονέμει δικαιοσύνη; Μπορεί να πεθάνει άραγε ξανά ένας νεκρός; Μήπως όλοι οι επιβάτες είναι πεθαμένοι; Αν η ψυχή του καθενός δεν ποθούσε τη λύτρωση και τη συγχώρεση, δεν θα πραγματοποιούσαν ποτέ αυτό το ταξίδι με το τρένο; Μήπως είναι ένα ταξίδι συγχώρεσης; Οι μνήμες μιλούν; Ποιοι διέπραξαν εγκλήματα; Ποιους καταδιώκουν οι Ερινύες; Ποιο είναι το Πέρασμα;  Ποιοι ποθούν την δεύτερη ευκαιρία; Πώς μπορούσε να διορθωθεί το μη αναστρέψιμο;

Το βιβλίο αυτό της συμπατριώτισσας Κατερίνα Θεοδώρου σε γενικές γραμμές περιέχει αγωνία, φόβο, ανατριχίλα, λυπημένα και μελαγχολικά πεδία, φανταστικά σκοτεινά τοπία, διευρύνσεις και σμικρύνσεις της πραγματικότητας, διαστάσεις που διανοίγουν απρόσμενα στον χώρο και στον χρόνο, εσωστρέφεια, αποπνικτικά κλειστά βαγόνια, πολλαπλές επί μέρους ιστορίες σε τροχιά συνεχούς διασταύρωσης, μόνιμη ρευστότητα αλλά και επίμονη αναζήτηση μιας καθαρτήριας εξόδου, απανωτά θανατικά, ήρωες  οι οποίοι ονειρεύονται τις ζωές των άλλων, ακατάληπτες προφητείες,  δαιμονικές συμφωνίες, κορμιά που προδίδουν μια ερεβώδη ομορφιά, ταξίδια θανάτου…

Μια μαγική και εφιαλτική αφήγηση, από μία συγγραφέα που ελέγχει με άνεση το μυθοποιητικό της υλικό, χάρη στην εξαιρετικά ακριβή, όπως και υψηλά συμπυκνωμένη γλώσσα της.

Ένα παραμύθι τρόμου και μια δυστοπική αλληγορία.

Καταπληκτικό βιβλίο.

Η Κατερίνα Θεοδώρου ζει στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και είναι δασκάλα. Είναι παντρεµένη και έχει δύο κόρες. Το πρώτο της βιβλίο «Ο δρόµος για την Κόλαση» κυκλοφόρησε τον Δεκέµβριο του 2016. Τον Οκτώβριο του 2018 κυκλοφόρησε το δεύτερό της  βιβλίο , «Εκείνη».  Την ίδια χρονιά συµµετείχε στην ανθολογία διηγηµάτων φαντασίας «Βρόχος». Τα διηγήµατά της που έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισµούς είναι: «Θανάσιµος Οιωνός», «Η φρικτή αλήθεια», «Για πάντα…», «H επέτειος» ενώ δύο νέα διηγήµατά της θα συµπεριληφθούν σε συλλογές µέσα στους επόµενους µήνες.