Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Καλύτερα να σ΄ έλεγαν Λισσάβω" της Σοφίας Δημοπούλου | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς


Συγγραφέας: Σοφία Δημοπούλου
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 408
Εκδόσεις: Ψυχογιός


«Ήταν ένα περίτεχνο κλάμα, μακρύ και δυνατό, αλλά δεν είχε ύψος, και δεν είχε βάθος, μονάχα απανωτούς κύκλους θλίψης» Τόνι Μόρισον

Ρουμλούκι (Ρωμιότοπος) ονομαζόταν μέρος της μεγάλης πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, που δημιουργήθηκε από τις συνεχείς προσχώσεις των ποταμών Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα. Στα βόρεια της  περιοχής αυτής, ήταν η λίμνη των Γιαννιτσών, ο Βάλτος.

Στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα η ελληνική αυτή περιοχή  έχει να αντιμετωπίσει δύο εχθρούς την καταπίεση του Τούρκου κατακτητή και τον Βούλγαρο Κομιτζατζή. Οι Ρουμλουκιώτες συμμετείχαν ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908). Το 1912-13, με τους Βαλκανικούς Πολέμους, έγινε δυνατή η απελευθέρωση της Μακεδονίας .

Το έργο αυτό της Σοφίας Δημοπούλου  καλύπτει χρονολογικά μια μεγάλη περίοδο από το 1911 έως το 1995, έχει σαν κεντρικούς ήρωες τον Νάσιο και την Λισσάβω και διαδραματίζεται στην περιοχή Ρουμλούκι της Μακεδονίας. Πρόκειται για την οδύσσεια  των δύο ηρώων.

Στην περιοχή του Βάλτου των Γιαννιτσών, το 1911, σε ένα μικρό χωριό, το Νιχώρι, ζούσε ένα οχτάχρονο ορφανό από πατέρα, μόνο με την μητέρα του την Φιτένιου, ο Νάσιος Γκιζόπουλος. Για εκείνον όλος αυτός ο φτωχός ο τόπος ήταν φιλόξενος. Αλλού βουτούσε μέσα στα λασπόνερα , βουλιάζοντας στον βάλτο ως το γόνατο , πότε μονάχος, πότε με τα άλλα παιδιά που κατηφόριζαν να παίξουν αμάδες ,δίπλα στο ποτάμι ή να ψαρέψουν γριβάδια και πέστροφες κάτω στον Αλιάκμονα ,κι αλλού ανάπνεε μόνος την υγρή μυρωδιά των βούρλων, σκαλίζοντας ένα καλάμι με το μαχαίρι του.

Ο Μούλης, ο Θωμάς Μυσιρόπουλος γνωστός ζουναρτζής και με φήμη δεξιοτέχνη ,μήνες τώρα πολιορκούσε την χήρα Φιτένιου(Φωτεινή). Αυτή όμως δεν ενέδωσε στα ερωτόλογα και τιμούσε το όνομα του άντρα της.

Μια μέρα που η Φιτένιου έφτιαχνε με το γιό της τη σκεπή του σπιτιού της με ψαθιά ,βλέποντάς την μόνη, ο Μούλης όρμησε πάνω της την έριξε στο χώμα και προσπαθούσε να την κάνει δική του .Ο μικρός Νάσιος βλέποντας την μάνα του σε αυτή την κατάσταση έπεσε με ορμή από την σκεπή με το μαχαίρι στο χέρι, πάνω στον Μούλη, αλλά ξαφνικά γύρισε ο Μούλης και ο Νάσιος μαχαίρωσε τη μάνα του. Σε λίγο η Φιτένιου ξεψύχησε στα χέρια του παιδιού της και του Μούλη.

Ο Νάσιος ένιωθε αμαρτωλός ,κακός ,ανάξιος γιος του Τσέλιου και της Φωτεινής, κι έπρεπε να πληρώσει για το σφάλμα του. Μόνο ο παππάς του χωριού έμαθε για το φονικό και αποφάσισαν οι τρεις τους να το αποκρύψουν και να θάψουν γρήγορα τη Φιτένιου, λέγοντας στους χωριανούς, ότι πήγε από βόλι κομιτατζήδων. Ο παππάς ορμήνεψε τον Μούλη να πάρει υπό την προστασία του τον ορφανό Νάσιο. Να γίνει ο πατέρας του και η μάνα του, ταυτόχρονα.

 Ο Μούλης δέχτηκε και έτσι ο Νάσιος μετακόμισε στο σπίτι του Μούλη, στο χωριό Νησί. Ένα χωριό πραγματική νησίδα γης που επέπλεε καταμεσής του κάμπου. Ο Μούλης του φερνόταν καλά. Ούτε το φαΐ του έλειπε ούτε οι συμβουλές. Του Νάσιου του έλειπε η μάνα. Ο Νάσιος   έμενε κλεισμένος στο δικό του σύμπαν. Λίγες οι κουβέντες του, κοφτές, και σπάνια τα χαμόγελά του. Όλο το Νησί τον φώναζαν κιόραβου (χαζό), διότι όλοι πίστευαν πως το παιδί είχε χάσει την ικανότητα να επικοινωνεί με τους ανθρώπους έπειτα από αυτά που είχαν δει τα μάτια του .Και λίγο λίγο απέκτησε το παρατσούκλι κιόλας, ο κιόρας του ζουρνατζή. Όλοι πάντως συμπονούσαν  το αγόρι που είχε χάσει και τους δυο γονείς από χέρι βουλγάρικο, όπως είχαν διαδώσει ο παπάς και ο ίδιος ο Θωμάς (Μούλης).

Όταν μια μέρα ο μικρός Νάσιος ,πήγε να δουλέψει για τον Οσμάν Μπέη, είδε ένα όμορφο μικρό κορίτσι ,λιγνό και ευλύγιστο με μπλε μάτια, ίδια βαμμένα στο γαλάζιο του ξάστερου ουρανού. Ο Νάσιος δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο κορίτσι. Το κορίτσι αυτό ήταν  η Λισσάβω του Τράιου Καραγιάννη.

Ο οχτάχρονος Νάσιος δέθηκε με φιλία με τον Θύμη Πολιτόπουλο, τον Γιώργη Γκίκα και τη μικρή Λισσάβω (Ελισάβετ) Καραγιάννη.

Ο Νάσιος ήταν ευτυχισμένος μόνο με την φιλική του παρέα. Αλλά πιο πολύ πίστευε ότι θα γινόταν ευτυχισμένος αν μεγάλωνε και παντρευόταν την Λισσάβω. Τα δικά του φτερά κανένας και τίποτα δεν θα μπορούσε να τα κάψει. Όλα τα όνειρά του πλέκονταν όλα γύρω από το λιανό κορμί της Λισσάβως, της μικρής με τα γαλανά μάτια και το δειλό χαμόγελο .Κι ίσως ήταν η δική της μορφή , εκείνη η άγουρη παιδική, που τον απάλυνε λίγο από τον πόνο της απώλειας της μάνας. Μα ούτε ο Νάσιος ούτε η Λισσάβω μπορούσαν να κατανοήσουν τι ήταν εκείνο που τους έδενε τόσο, που έκανε τις παιδικές τους ψυχές να νιώθουν χαρά, όταν τα δυο τους αντάμωναν,  και αφόρητη έλλειψη όταν καθένα ήταν στο δικό του σπίτι. Μέρα τη μέρα, τα δυο παιδιά, η Λισσάβω και ο Νάσιος, είχαν γίνει αχώριστα.  Για αυτά τα δύο ζωή ήταν τα απογεύματα στον βάλτο να πιάνουν βατράχια, να χτίζουν κάστρα με λάσπη, να λένε ιστορίες για φαντάσματα και αερικά κάτω από τα παχιά φυλλώματα μιας βελανιδιάς, τα σκαρφαλώματα για τζιτζίκια, να κυλούν τσέρκια βαρελιών στις κατηφόρες και να τρέχουν  ξοπίσω τους ξυπόλυτα  να τα πιάσουν,  να ψαρεύουν χέλια που λίγο μετά τα άφηναν να κυλήσουν και πάλι στο νερό…

Όμως υπήρχε ένα μεγάλο εμπόδιο για αυτά τα όνειρα. Ο Τράιος Καραγιάννης δεν ήθελε με τίποτα η κόρη του να κάνει παρέα με τον κιόρα του ζουρνατζή, πολύ περισσότερο αργότερα να δεσμευτεί με αυτόν. Το ξύλο με την βέργα της μουριάς έπεφτε βροχή στη Λισσάβω, από τον πατέρα της.

 Ο Νάσιος αν και τόσο μικρός απείλησε τον άγριο Τράιο: «ότι και να γίνει, αυτός την Λισσάβω θα την έκαμε γυναίκα του. Αν ξαναμάθω πως την χτύπησες ,θα σε σκοτώσω! Τ΄ ορκίζομαι στα κόκαλα των γονιών μου! »  Για εκείνον ο Τράιος ήταν ο δήμιος που κρατούσε φυλακισμένη αυτή που αγαπούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Η παιδική του ψυχή έβραζε από θυμό. Ήταν σίγουρος πως μόνο η Λισσάβω μπορούσε να τον κάνει ευτυχισμένο ,αν και αγνοούσε τις παραμέτρους που έχει η ευτυχία…

Ο Νάσιος κοιτούσε τον Θωμά στα μάτια όσο του εξηγούσε αυτά που τον πονούσαν. Η Λισσάβω, η αντίδραση του Τράιου, η βέργα της μουριάς, το κλάμα του κοριτσιού, οι απαγορεύσεις και οι απειλές, όλα ανακατεύονταν σε μια διήγηση δίχως αρχή, μέση και τέλος, γεμάτη από το πάθος ενός αγοριού για το δίκαιο , όπως το είχε μάθει από τη μάνα του. Οι λέξεις έβγαιναν πυρωμένες απ΄ το στόμα του, καρφώνονταν σαν βέλη στην καρδιά του Θωμά, που ένιωθε τα συναισθήματα του παιδιού. Μήπως κι ο ίδιος δεν είχε τόσο αγαπήσει τη Φωτεινή, τη μάνα του; Μήπως δεν ήξερε αυτός από αγάπη και δίκιο; Μα πώς να βοηθήσει ένα νιόβγαλτο παιδί να καταλάβει τον κόσμο και αποδεχτεί πως υπάρχουν και πράγματα που δεν μπορεί να τα παλέψει;

Υπάρχουν αποφάσεις ασήμαντες, όπως, ας πούμε, αν θα φας ψωμί ή παξιμάδι. Υπάρχουν άλλες που ορίζουν τη ρότα του κόσμου, όπως είναι ο πόλεμος ή μια πολιτική επιλογή. Υπάρχουν όμως και οι  αποφάσεις που τις παίρνουν άλλοι για λογαριασμό σου και κανονίζουν τη δική σου ζωή.  Ή, πάλι, όχι μόνο τη δική σου. Γι΄ αυτό και είναι οι πιο σκληρές.  Γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή και πρέπει να τις ακολουθήσεις , τυφλά, ανελεύθερα, πειθήνια, γιατί αλλιώς θα βλάψεις κάποιον που αγαπάς.  Αλλά ακόμα κι αν τις ακολουθήσεις, μπορεί και τότε κάποιον άλλον να πονέσεις .Όλα έχουν το αντίτιμό τους κι έρχεται η στιγμή που πρέπει  να το πληρώσεις, χρωστάς δε χρωστάς…

Ο Τράιος ανακοίνωσε στη δεκατριάχρονη Λισσάβω την απόφασή του να τη στείλει στα ξαδέλφια του στην Αμερική και ότι στα δεκαοκτώ θα την προίκιζαν και θα την πάντρευαν με κάποιον καλό άνθρωπο …

Ο Νάσιος θα κατεβεί αργά τα σκαλιά της προσωπικής του κόλασης…

Φαίνεται ότι ο έρωτας έχει το πάνω χέρι, όμως κοινωνικές αντιλήψεις και πολλά γεγονότα θα χωρίσουν τους δυο νέους. Ούτε η ξενιτιά, ούτε οι πόλεμοι, ούτε οι προσωπικοί λαβύρινθοι, ούτε ακόμα κι αυτή η φυλακή δεν καταφέρνουν να σταματήσουν την επιθυμία και το όνειρο…

Ενδιαφέρουσα είναι η διαπίστωση ότι δεν ζουν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια γεγονότα με τον ίδιο τρόπο. Κι επίσης δεν είμαστε όλοι το ίδιο πρόθυμοι να στρέψουμε το βλέμμα μας προς τα πίσω. Είναι σαν τη γυναίκα του Λωτ που κοίταξε πίσω και έγινε στήλη άλατος: η αλμύρα των δακρύων, η βία πάνω στο σώμα και την ψυχή της γυναικείας ύπαρξης, το κόστος της χειραφέτησης, η οδύνη της λύπης, η διαχείριση του ερωτικού τραύματος, τόσα κρίματα, μικρά, μεγάλα ,στο όνομα της αγάπης, η ζωή μας και η ιστορία μας που σαν κορμός δέχεται κάθε λογής χαράγματα, πολλούς χωρισμούς, ενίοτε φωτιές και θύελλες, κάποιες φορές μπορεί κυριολεκτικά να σε κάψει…

Ένα πολύ καλό ιστορικό και ερωτικό  βιβλίο για την αγάπη,  τη φιλία, την ζωή, την απώλεια, τη νοσταλγία, την ξενιτιά, την αθωότητα, την αγνότητα, την ενοχή και τη συγχώρεση.

Ένα μυθιστόρημα απέριττο, γλυκύτατο και ουσιαστικό, ένα έργο υπόγειας συγκίνησης για μια κρίσιμη στιγμή ,τη στιγμή εκείνη που, μες τον ζόφο, το τέλμα ταράζεται και γεννιέται ξανά η ελπίδα και η προοπτική.

Άφθονη πλοκή, πληθωρική αφήγηση, πλήθος χαρακτήρων, σε ένα μυθιστόρημα που λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Τίποτα δεν ξεφεύγει ,κενό δεν υπάρχει σε αυτή την ερωτική ιστορία. Η συγγραφέας «κεντάει». Αφηγείται σαν λαϊκός παραμυθάς, «ζωγραφίζει» με τις λέξεις, όπως ο αυτοδίδακτος Θεόφιλος εικονογραφούσε και αγιογραφούσε απέριττα τη λαϊκή παράδοση. Αντλεί πραγματικά στιγμιότυπα από τα αιματηρά και δραματικά γεγονότα της Ελληνικής Ιστορίας και τα διασυνδέει με την μυθιστορηματική πλοκή του έργου .

Ένα λογοτεχνικό έργο για ένα μεγάλο και σφοδρό έρωτα και μοιραία πάθη, με ταυτόχρονη εξιστόρηση της ακμής και της παρακμής μιας χώρας.

Μια συγγραφέας, η Σοφία Δημοπούλου, με αξιοζήλευτο ταλέντο στη ροή της αφήγησης, αρκεί το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, να  ανακαλύψουν στα ράφια των βιβλιοπωλείων, ότι υπάρχει κάτι σπουδαίο, που αυτοί θα το ανακαλύψουν πρώτοι. Γιατί ξέρουν να διαβάζουν. Και να αγαπούν…

Η ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, η καταγωγή της όμως είναι από τα Λουσικά, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάτρα. Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό πόλεων και κτιρίων. Εργάστηκε ως μηχανικός στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και ασκεί το επάγγελμά της ως σήμερα. Παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή και την ποίηση και παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής, έχοντας ολοκληρώσει το πρόγραμμα «Δημιουργική ανάγνωση και γραφή της πεζογραφίας» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει γράψει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα, ενώ διηγήματά της έχουν κατά καιρούς συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, σε ηλεκτρονικά περιοδικά (themachine.gr, fractal.gr, diastixo.gr) και σε εφημερίδες. Διηγήματα και ποιήματά της υπάρχουν και στον ιστότοπό της www.sophiadimopoulou.gr.