Βιβλιοκριτική για το βιβλίο "Σμύρνη ταξίδι στον χρόνο" του Λουτς Κλέβεμαν | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς


Συγγραφέας: Λουτς Κλέβεμαν
Έτος έκδοσης: 2022
Σελ.: 328
Εκδόσεις: Ψυχογιός

Με αφορμή τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την Καταστροφή της Σμύρνης, όταν η ανθηρή μητρόπολη, το σημερινό Ισμίρ, διαλύθηκε ολοσχερώς και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, αλλά και τα 200 χρόνια από τη Σφαγή της Χίου, ο διακεκριμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος Λουτς Κλέβεμαν  κάνει ένα οδοιπορικό, επί έναν ολόκληρο χρόνο, στα ελληνικά νησιά και στη Σμύρνη, που καταλήγει να μετατραπεί σ’ ένα ταξίδι στον χρόνο.

Μεταφερόμαστε στη Χίο στο τέλος του 18ου αιώνα και παρακολουθούμε τα γεγονότα που οδήγησαν στον εξανδραποδισμό του πληθυσμού της, καθώς και στο προσφυγικό κύμα προς τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου.

Αυτό που έγινε στη Χίο δεν ήταν απλώς η καταστροφή ενός παραδεισένιου νησιού, αλλά μια σφαγή που θεωρείται ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα πολέμου της σύγχρονης εποχής. Στο τέλος του καλοκαιριού του 1822 είχαν απομείνει στο νησί περίπου 5.000 από τους 120.000 Χιώτες. 10.000 άλλοι Χιώτες κατάφεραν να διαφύγουν στο Αιγαίο.  Η Σφαγή της Χίου δεν έμελλε να αλλάξει μόνο την πορεία του ελληνικού αγώνα για την ελευθερία, αλλά να συγκλονίσει ολόκληρη την Ευρώπη για να επηρεάσει δραστικά τα ευρωπαϊκά εθνικά κινήματα. Η ξεχασμένη προ πολλού Σφαγή της Χίου αποτελεί ένα κομβικό γεγονός της Ευρωπαϊκής ιστορίας.

Η τόσο κοσμοπολίτικη κάποτε Χίος είχε παρακμάσει μετά  τη Σφαγή του 1822 και τον σεισμό του 1881.Οι λιγοστοί περιηγητές που επισκέφτηκαν το νησί στα τέλη του 19ου αιώνα το περιέγραφαν σαν χαμένο παράδεισο. Ο Γερμανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Πάουλ Λίνταου, που επισκέφθηκε το νησί το 1898, βρήκε το νησί ουσιαστικά κατεστραμμένο .Σχεδόν ογδόντα χρόνια μετά τη Σφαγή, η Χίος δεν είχε συνέλθει από την αιματοχυσία και είχε περιέλθει σε κατάσταση ληθαργικής θλίψης. «Τώρα η Χίος πενθεί, χαμένη στη λήθη,  αποκομμένη από τον κόσμο», έγραφε ο Λίνταου.

Ακολουθεί η Σμύρνη. Και μόνο ο ήχος του ονόματος είχε κάτι μυθικό , σαν τη χαμένη Ατλαντίδα. Σμύρνη, ένα όνομα που μοσχοβολούσε μύρο και έφερνε στον νου καμήλες φορτωμένες με σύκα, ανατολίτικα χαλιά και αχνιστούς ναργιλέδες. Ένα θρυλικό λιμάνι, γεμάτο πλούσιους εμπόρους και όλο τον αισθησιασμό της Ανατολής. «Μαργαριτάρι του Αιγαίου» - έτσι αποκαλούσαν κάποτε την οθωμανική μεγαλούπολη. Οι Έλληνες κάτοικοί της την έλεγαν μυροβόλο Σμύρνη.

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα συμβίωναν εκεί ειρηνικά πολλές κουλτούρες και θρησκείες: Έλληνες,Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι,  Αμερικανοί και πολλοί Ευρωπαίοι.

Η εποχή της κοσμοπολίτικης άνθησης της πόλης είχε φριχτό τέλος όταν η Σμύρνη βρέθηκε ανάμεσα στις μυλόπετρες του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1919-1922.Με την κατάληψη της Σμύρνης από τους Έλληνες, τον Μάιο του 1919, ο τουρκικός στρατός ανακατέλαβε την πόλη τον Σεπτέμβριο του 1922, της έβαλε φωτιά και την άφησε να καεί σχεδόν ολοκληρωτικά .Μέσα σε λίγες μέρες, δεκάδες χιλιάδες πολίτες έχασαν τη ζωή τους. Κάηκαν, σφαγιάστηκαν με τον πιο φρικαλέο τρόπο ή εξωθήθηκαν στη θάλασσα, όπου πνίγηκαν μαζικά και όλα αυτά συνέβησαν ενώπιον αρκετών πάνοπλων βρετανικών, γαλλικών και ιταλικών πολεμικών πλοίων, τα οποία ήταν αγκυροβολημένα στον Κόλπο της Σμύρνης Όμως οι διοικητές τους δεν επενέβησαν, παρά έμειναν να παρακολουθούν άπραγοι το μακελειό.

Η Καταστροφή της Σμύρνης ήταν ένα ασύλληπτο έγκλημα πολέμου και προκάλεσε μια προσφυγική κρίση, η οποία έμελλε να αλλάξει για πάντα την Ευρώπη. Σχεδόν όλοι οι χριστιανοί που γλίτωσαν από τη σφαγή εκδιώχθηκαν βίαια από τη Μικρά Ασία, όπως και οι μουσουλμάνοι από την Ελλάδα, πράγμα που οδήγησε σε μια πρωτοφανή στα χρονικά ανταλλαγή πληθυσμών.

Έκτοτε, όσα αποτρόπαια συνέβησαν τη δεκαετία του 1920 περιέπεσαν στη λήθη ή αποσιωπήθηκαν. Τώρα όμως, περίπου εκατό χρόνια αργότερα, υπήρχε πάλι μια μεγάλη προσφυγική κρίση στο Αιγαίο, ενώ η Ευρώπη σπαρασσόταν ξανά από ένα κύμα επιθετικού εθνικισμού. Η ιστορία φαινόταν να επαναλαμβάνεται. Είχε έρθει λοιπόν η ώρα να ξεσκονίσουμε μερικά παλιά μαθήματα.

Γι΄ αυτό και ο συγγραφέας αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σμύρνη, για να ανακαλύψει τα αίτια της Καταστροφής, να μάθει τι ακριβώς συνέβη τότε και ποιες ήταν οι επιπτώσεις της τραγωδίας για την Ευρώπη και την Τουρκία μέχρι σήμερα.

Με βάση τις μαρτυρίες των ανθρώπων που συναντά και τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει από τις βιβλιοθήκες (τον πρόξενο Αρτζέντι, την τραγουδίστρια Βασιλική, τον Λεβαντίνο Ρόντι Σάιμς,την σεναριογράφο Γκαμζέ Κωνστνίνα, τον συγγραφέα Πάουλ Λιντάου, τον Αρμένιο γιατρό Καραμπέτ Χατσεριάν, τον πάστορα Ότο Σταλ, τον ηρωικό σωτήρα των προσφύγων Έισα Τζέκινς κ.α)  και την επιτόπια έρευνά του, ο συγγραφέας αναζητά το νήμα της Ιστορίας που συνδέει το παρελθόν με το παρόν αλλά και τις μετακινήσεις των πληθυσμών στο Αιγαίο, οι οποίες δείχνουν να μην έχουν τέλος…

Στις μετακινήσεις του ο συγγραφέας είχε σχηματίσει την εικόνα πως η ελληνική Χίος και το τουρκικό Ισμίρ ήταν ένα από πολλές απόψεις ενιαίο σύνολο, ένας ανατολικομεσογειακός , μεταοθωμανικός χώρος, που λειτουργούσε σαν ζεύγος από τεκτονικές πλάκες, οι οποίες εισχωρούσαν η μία στην άλλη. Αλλά είχε ταξιδέψει και σε εποχές φαινομενικά μακρινές μεταξύ τους, σε χρονικό διάστημα 200 ετών από το 1822 μέχρι σήμερα, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει πόσο στενά ήταν συνδεδεμένα μεταξύ τους τα γεγονότα-η Σφαγή της Χίου, η Καταστροφή της Σμύρνης και η σημερινή προσφυγική κρίση. Το παρελθόν φαινόταν να είναι παρόν, και το παρόν να έχει παρέλθει. Όλα συνδέονταν μεταξύ τους…

Ένα τέτοιο ταξίδι στο παρελθόν μπορεί να είναι επώδυνο, αλλά σου προσφέρει μια ευκαιρία να συμφιλιωθείς με την ιστορία και να βρεις γαλήνη.

Οι σφαγές είναι μέρος της Ιστορίας. Το φαινόμενο τούτο περιγράφεται συχνά ως «κτηνωδία», αν και τα ζώα δεν εμφανίζουν ποτέ τέτοιου είδους συμπεριφορές. Τα ζώα δεν σκοτώνουν από μίσος ή εκδίκηση. Το μόνο είδος που έχει τάση προς τις σφαγές είναι ο άνθρωπος...

Αν και κάθε μεγάλη ερευνητική αποστολή είναι η αφορμή και για ένα εσωτερικό ταξίδι, με τη συγκεκριμένη ήθελε ο συγγραφέας να μαζέψει και να συναρμολογήσει ξανά και τα κομμάτια της δικής του ζωής. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το Αιγαίο, του φαινόταν ιδανικό γι΄ αυτό. Ίσως ήταν το φως, αυτό το διάφανο, λαμπερό γαλάζιο, που σίγουρα θα μπορούσε να ελαφρύνει τη βορειοευρωπαϊκή βαρυθυμία του. Όπως και να΄ χε, δεν αναζητούσε απλώς μια ιστορία, αλλά μια εμπειρία που θα τον συνέδεε ξανά με τους άλλους ανθρώπους.

Θα τα κατάφερνε , άραγε;

«Μόχθων δ΄ούκ άλλος ύπερθεν ή γάς  πατρίας στέρεσθαι», «Γιατί δεν υπάρχει μοίρα πιο σκληρή από το να στερηθείς τη γη των πατέρων σου » είχε γράψει ο Ευριπίδης ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Με αυτή τη σκέψη στο μυαλό τους, συγγραφείς και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου καταπιάστηκαν με τα τραυματικά βιώματα της ανταλλαγής πληθυσμών. Ο Τούρκος Νετζατί Τζουμαλί και ο Έλληνας Οδυσσέας Ελύτης και οι δυο από τα Βουρλά της Σμύρνης. Το 1950 επιστρέφει ο Σεφέρης στη Σμύρνη και στα Βουρλά. Κίνητρο για την επιστροφή στη Σμύρνη, έγραφε ο Σεφέρης, δεν ήταν ούτε το μίσος ούτε η εκδίκηση, παρά μόνο η επιθυμία να κατανοήσει καλύτερα αυτό που είχε συμβεί. Οι πρώτες εντυπώσεις ήταν αρνητικές. Η πόλη του φάνηκε παραμορφωμένη, γεμάτη ακόμα με συντρίμμια και χαλάσματα. Το σπίτι της οικογένειάς του είχε καεί ολοσχερώς. «…Μετά το γεύμα, δυο βήματα προς το μέρος του σπιτιού μας: Το τίποτε. Κι ακόμη λίγα βήματα, στο Κε. Συλλαβίζεις με δυσκολία σβησμένα γράμματα. Είμαι αλλού… Η Σμύρνη έχει χάσει τον ίσκιο της, όπως τα φαντάσματα».

Τα σπίτια των άλλων - δεν υπήρχαν μόνο στα Βουρλά και στη Σμύρνη, μα σε όλα τα παράλια της Μικρασίας, στην Καππαδοκία, στην Πόλη και στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Όπως τέτοια σπίτια υπήρχαν και στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, στα σοκάκια της Άνω Πόλης στη Θεσσαλονίκη, στο λιμάνι της Καβάλας, στους δρόμους των Ιωαννίνων και στην παλιά πόλη της Χίου. Τα σπίτια των άλλων, κατοικημένα από άλλους ανθρώπους, ξεριζωμένους από αλλού…

Το βιβλίο αυτό εκτός από ένα παράθυρο σε άλλους τόπους και χρόνους, είναι και μια ερμηνεία και ένα σχόλιο για τη σύγχρονή μας κοινωνία σε ιστορικά ζητήματα.

Ακόμη και σε καιρούς ταραγμένους υπάρχουν πολλά πράγματα που μας ενώνουν, όλους μας σε όλον τον κόσμο, και ένα από αυτά είναι η Τέχνη.

Ένα συγκινητικό βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί απ΄ όσο το δυνατόν περισσότερους.

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος LUTZ C. KLEVEMAN (1974) σπούδασε Γαλλική Λογοτεχνία στην Αιξ-αν-Προβάνς και Διεθνή Ιστορία στο London School of Economics (LSE). Από το 1999 έως σήμερα έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος και ως φωτογράφος στα Βαλκάνια, τη Δυτική Αφρική, την πρώην Σοβιετική Ένωση, την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή. Έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά όπως Die Zeit,  Der Spiegel, Newsweek και Daily Telegraph. Είναι συγγραφέας αρκετών αφηγηματικών ιστορικών δοκιμίων όπως Der Kampf um das heilige Feuer (Η μάχη για το ιερόν πυρ, 2002), Kriegsgefangen (Αιχμάλωτος πολέμου, 2011) και Lemberg. Die vergessene Mitte Europas (Λβιβ. Το ξεχασμένο κέντρο της Ευρώπης, 2017).