Βιβλιοκριτική για το βιβλίο "Αδιέξοδοι καιροί" του Κωνσταντίνου Λίχνου | Γράφει Νόπη Ταχματζίδου

 


Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Λίχνος
Έτος έκδοσης: 2022
Σελ.: 240
Εκδόσεις: Γράφημα



Η συλλογή «Αδιέξοδοι καιροί» του Κωνσταντίνου Λίχνου περιλαμβάνει 15 διηγήματα του συγγραφέα, αρκετά από τα οποία είχαν δημοσιευτεί παλαιότερα (από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», «Άπαρσις», «Κέφαλος», «Διάνοια») και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΓΡΑΦΗΜΑ ( Αύγουστος 2022), με επιμέλεια και εισαγωγή του Αντώνη Χαριστού. Πρόκειται για συγκεντρωτική έκδοση των πονημάτων του συγγραφέα και περιλαμβάνει διηγήματα που γράφηκαν την περίοδο 2017-2022. Κυρίαρχη θεματική του έργου αποτελεί η εργασιακή πραγματικότητα, όπως βιώνεται σήμερα, και τα αποτελέσματά της στην καθημερινότητα αλλά και στην ψυχολογία των ηρώων, κύριων ή δευτερευόντων, των διηγημάτων. Για την παρουσίαση της παραπάνω θεματικής θα στηριχθώ σε στοιχεία (μυθοπλασίας, αφηγηματολογίας και ψυχολογίας) που παρουσιάζονται στα διηγήματα: «Η συνέντευξη», «Νέα αγωγή» και «Ονείρου μονόπρακτο», ώστε να καταστεί σαφής η λογοτεχνική στόχευση που επιχειρείται από τον συγγραφέα, ανεξάρτητα από τις διαφορές που παρουσιάζουν τα παραπάνω διηγήματα τόσο ως προς τη λογοτεχνική απόδοση της θεματικής όσο και ως προς το καλλιτεχνικό κίνημα που υπηρετούν.

Ο ανώνυμος ήρωας στο πρώτο διήγημα («Η συνέντευξη») με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και έντονη διάθεση εξομολόγησης αφηγείται τις εργασιακές του εμπειρίες : έναυσμα της αφήγησης αποτελεί μια συνέντευξη που καλείται να δώσει για την κατάληψη μιας θέσης εργασίας ,η οποία δεν ορίζεται με ακρίβεια, φαίνεται, όμως, από την ανάπτυξη του μύθου ότι επιδιώκεται από τον ήρωα για λόγους βιοπορισμού. Ο ήρωας προβαίνει σε εξομολόγηση προηγούμενων εργασιακών εμπειριών προκειμένου να δικαιολογήσει την απροθυμία αλλά και την αίσθηση ματαιότητας που βιώνει στην προσπάθειά του να ανταποκριθεί στους όρους που θέτει η εργοδοσία προκειμένου να τον προσλάβει.

(«Βρίσκομαι, τώρα, στα γραφεία μιας εταιρίας που ανακοί­νωσε προσλήψεις, κι έχω ώρες ολάκερες που με περνούν από κόσκινο: Γραπτή εξέταση, ομαδική εργασία, προφορική συνέντευξη και, τελικά, κι άλλη συνέντευξη! Από κόσκινο κυ­ριολεκτικά απ’ το πρωί, ενώ έχει ήδη μεσημεριάσει. Κι έχουμε μέλλον ακόμα…»)

Η ασάφεια των όρων εργασίας σε συνδυασμό με τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του κεντρικού ήρωα, από την απροθυμία μέχρι την άρνηση, διαμορφώνουν το περιβάλλον της αφήγησης στο παρόν τονίζοντας τη σωματική, πνευματική αλλά και ψυχολογική εξάντληση, που βιώνει, αίσθηση που επιτείνεται από τη συνεχή χρήση του πρώτου προσώπου και από τη συνειδητή επιλογών των όρων του ρεαλισμού, ενώ παράλληλα ο γοργός ρυθμός της αφήγησης αναδεικνύει τα στοιχεία που ορίζουν τον χώρο της εργασίας σήμερα.

(«Χαμαλοδουλειά έκανα, που δεν είχε σχέση καμία με αυτό που σπούδασα, αλλά ήταν κάτι το σίγουρο. Για ένα διάστημα, όλα βαίνανε καλώς –όπως είθισται να λέ­με, ακόμη κι όταν βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την κατα­στροφή–, μέχρις ότου μου παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα υγείας. Δισκοπάθεια ήταν και διαγνώστηκε ύστερα από ένα μικρό ατύχημα, που είχα στον χώρο δουλειάς. Όπως απο­­­­­­­­­φάνθηκαν οι αρμόδιοι: υπεύθυνος ήμουν εγώ, που δεν τηρού­σα τους κανόνες ασφαλείας, αυτούς που είχα υπο­γρά­­­ψει ο ίδιος κατά την πρόσληψή μου»)

Η μεταφορά στο παρελθόν με την περιγραφή εργασιακών εμπειριών του ήρωα, εργασιακά ατυχήματα ακόμη και θάνατος συναδέλφου λόγω των ανεπαρκών όρων μέριμνας από την πλευρά της εργοδοσίας, δικαιολογούν την τοποθέτησή του στο παρόν και ερμηνεύουν τη θλίψη και την παραίτηση, που κατατίθενται ως στάση ζωής πια.

(«Δεν ήταν ο φυσικός μόχθος που με επιβάρυνε, αλλά όλα τα υπόλοιπα. Αυτά που πρέπει κανείς να υποστεί, για να μην καταλήξει άνεργος και πάλι: τις μικροπροσβολές απ’ τους ανωτέρους, τους μικροεκβιασμούς, τις υποχωρή­σεις, την αίσθηση πως δεν είσαι παρά ένα εργαλείο ανα­λώ­σι­μο. Το αίσθημα της αδικίας, που σε κατακλύζει όταν εισπράτ­τεις στο τέλος τού μήνα τον μισθό, που σε δια­μορ­φώνει εργαζόμενο άπορο»)

Όσο προχωρά και εμβαθύνει η αναδρομή τόσο ισχυροποιούνται τα παραπάνω συναισθήματα στη συνείδηση του αναγνώστη, ο οποίος αναγνωρίζει από τη μια μεριά την αλήθεια του αφηγούμενου μύθου και από την άλλη την αδυναμία αντιμετώπισης της εργασιακής λαίλαπας τόσο από τους ήρωες όσο και από τον ίδιο. Στα εργασιακά αδιέξοδα περιλαμβάνονται και αναφορές στον συνδικαλισμό,

(«Αυτός, ήταν αυτό που λέμε άνθρωπος του συνδικαλισμού και πίεζε τους πάντες να γραφτούν στο σωματείο, μα δεν ήταν γραφτό να στεριώσει και πολύ στη δουλειά. Δύο ή τρεις μήνες τον ανέ­χτηκαν, μέχρι να τον μεταφέρουν σ’ άλλη μονάδα, κι ύστερα να συνειδητοποιήσουμε πως απολύθηκε.»)

ο οποίος, αν και στην αρχή της αναδρομής αντιμετωπίζεται με καχυποψία από τον κεντρικό ήρωα,

(«Πού αλλού θα μπορούσε, αλήθεια, να εναποθέσει κανείς τις ελπίδες του; Στο συνδικαλισμό μήπως; Αυτή η έννοια έχασε παντελώς το ανάστημά της, εφόσον την έζεψαν στης χρησιμοθηρίας το άρμα, τούτο δα, είναι τόπος κοινός»)

προβάλλει στο τέλος της αφήγησης ως η μόνη λύση αν όχι για την αντιμετώπιση των πλείστων προβλημάτων, που καταγγέλλονται, τουλάχιστον ως προς την ενεργή αντιμετώπισή τους από τον ίδιο τον ήρωα.

(«Η ζωή είναι αγώνας, μα το τί είδους αγώνας θα γίνει ας το επιλέξει ο καθένας. Μπο­ρεί να γίνει αγώνας υπομονής, όπου πρέπει να βαστάς την αναπνοή σου μέχρι να σκάσεις ή πάλη για ν’ ανασάνεις σαν άνθρωπος. Εμένα, καλώς ή κακώς, για το πρώτο είδος αγώνα δεν μου έχουν απομείνει πια αντοχές!»)

Στη «Νέα αγωγή», ο συγγραφέας περνά με χαρακτηριστική άνεση στη χρήση του τρίτου προσώπου και αντικειμενικά πλέον, ως εξωτερικός παρατηρητής, εστιάζει στην πραγματικότητα του ήρωα, ο οποίος έχοντας βιώσει τα αδιέξοδα, οικονομικά και προσωπικά, στο παρελθόν και αντιλαμβανόμενος τους παράγοντες που κυριαρχούν στον χώρο της εργασίας («το μέσον», τις «γνωριμίες») αποφασίζει να τους χρησιμοποιήσει και έτσι καταλαμβάνει μια θέση στο δημόσιο.

(«Βλέπετε, στον χώρο που εργάζεται, δεν προσελήφθη, ακριβώς, αξιοκρατικά, αλ­λά αυτό δεν έδειχνε αρχικά να τον επηρεάζει διόλου. Συνη­θισμένος ήταν στο να χαίρει ειδικής μεταχείρισης, του είχε συμβεί και παλιότερα, όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, μα όλως τυχαίως κατόρθωνε να επισκέπτεται διαρ­κώς το σπίτι του ως αδειούχος. Και τότε, όπως και τώρα, απλώς αξιοποιούσε κάθε διαθέσιμο μέσο για να κάνει τη ζωή του πιο εύκολη. Γιατί να χολοσκάει λοιπόν; Με τον σταυ­ρό στο χέρι, κανένας δεν πρόκοψε»)

Ο ρεαλισμός διευκολύνει την παρουσίαση των συνθηκών της αναξιοκρατίας και της φαυλότητας, ενώ παράλληλα η αίσθηση της ματαιότητας επιτείνεται από τους χαρακτηρισμούς που ο ίδιος ο ήρωας αποδίδει στον εαυτό του, οι οποίοι κινούνται από την αυτολύπηση μέχρι την απόλυτη αυτοακύρωση.

(«Στυγνός πρακτικιστής» το λοιπόν· κι αυτός θα μπο­ρούσε να ήταν ένας τίτλος ταιριαστός για εκείνον. Είχε, άλ­λωστε, από καιρό διακόψει κάθε σχέση με τα νεανικά του ορά­ματα, το ομολογούσε με κάθε ευκαιρία κι ο ίδιος»).

Ο σαρκασμός του αφηγητή, ορατός ακόμη και στον τίτλο, απευθύνεται μεν στον ήρωα, ο οποίος - εξ αιτίας της ανάγκης που δημιουργεί ο βιοπορισμός- αποδέχεται έμπρακτα το σύνολο σχεδόν των κακώς κειμένων της εργασίας σήμερα, κυρίως, όμως, στρέφεται εναντίον εδραιωμένων συνθηκών που, τουλάχιστον έμμεσα, εκτρέφουν τα κοινώς αποδεκτά αδιέξοδα στον εργασιακό χώρο διαιωνίζοντας καταστάσεις απαράδεκτες από κοινωνική, πολιτική και κυρίως ηθική άποψη.

(«Μπορούσε, πλέον, να ελίσσεται επιδέξια σε κάθε κατάσταση, αλλά και να επινοεί δικαιολογίες για να επαναπαύει διαρκώς τη συ­νεί­δησή του. Το σημαντικότερο ήταν, ότι κατείχε τη δε­ξιότητα να διατυπώνει σιβυλλικά τις απόψεις του και όταν το απαιτούσε η περίσταση, να αλλάζει τεχνηέντως δέρμα σαν φίδι.»)

Αυτά τα θέματα της ηθικής παρουσιάζονται με μεγάλη έκταση μέσω της εστίασης του αφηγητή αλλά και του κεντρικού προσώπου και προκαλούν έντονους προβληματισμούς στον αναγνώστη κυρίως επειδή συσχετίζουν την ατομική με την κοινωνική σήψη χωρίς να παρέχουν ελαφρυντικά καμιάς μορφής.

(«Για μια επίπλαστη αίσθηση ασφάλειας και την δυνατότητα να εξασφαλίζει τα απαραίτητα, έκανε τα όσα έκανε. Ασχέτως που το κυνήγι των απαραίτητων, για τη συντήρηση της ζωής αγαθών, έχει μετατραπεί σήμερα σ’ ένα ατέρμον ταντάλιο μαρτύριο»)

Η συνείδηση του ανθρώπου (αφηγητή και αναγνώστη) πάσχει μέσα από την παρουσίαση του εφησυχασμού, της απόλυτης ιδιοτέλειας, της χρηστικότητας των κοινωνικών γνωριμιών. Η αίσθηση της απόλυτης τελμάτωσης της ηθικής στον κοινωνικό χώρο επιτείνεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο ήρωας το συνειδητοποιεί μεν,

(«μα χρησιμοθηρικά, πιο ωφέλιμα αποδεικνύονται πάντοτε τα ηθικώς ανεπίτρεπτα. Κι όσο η ηθική υπνώττει, εφημερεύει η διαφθορά και εδραιώνεται έρποντας στων βολεμένων τις ράχες»)

αλλά με τρόπο κυνικό το αποδέχεται ως αναγκαίο όρο ευζωίας και επομένως δεν δραστηριοποιείται ώστε να δημιουργηθούν νέοι όροι στον επαγγελματικό και ευρύτερα κοινωνικό χώρο. Ο ήρωας καταλήγει να ζει μια ζωή φθηνή, από την άποψη των όρων πραγμάτωσής της, ρηχή , από την άποψη της ικανοποίησης που λαμβάνει από το σύνολο των στοιχείων που την συνιστούν, προβληματική τελικά για τον ίδιο και για το περιβάλλον του κυρίως επειδή η ρηχότητα και ο ωφελιμισμός του στερούν την ικανότητα του υγιούς οραματισμού για το μέλλον ακόμη κι αν αυτό αναφέρεται στους άμεσους απογόνους του, στα παιδιά του.

(« Το μόνο που δυ­σκολεύεται ακόμη να οραματιστεί, είναι τον εαυτό του ως γονέα, γιατί τέτοιος, όπως έχει καταντήσει, δεν θα μπο­ρού­σε παρά να αναθρέψει απογόνους ανήθικους»)

Στο διήγημα: «Ονείρου μονόπρακτο», η αφήγηση κινείται σε δυο επίπεδα. Το πρώτο παρουσιάζει ρεαλιστικά τις συνθήκες που αντιμετωπίζει ο ήρωας στο παρόν σε σχέση με τις υποχρεώσεις του, επαγγελματικές και κοινωνικές, αλλά και τη βίωση των αποτελεσμάτων των υποχρεώσεων από τον ήρωα.

(«Το μυαλό του κατακλύστηκε απ’ τα ζητήματα που θα ’πρεπε να είχε διευθετήσει τις προηγούμενες μέρες»)

Ο αναγνώστης αναγνωρίζει τους όρους μιας πραγματικότητας λυπηρής, απολύτως ισοπεδωτικής, ελάχιστα θελκτικής και τελικά αποπνικτικής.

(«Δεν είναι μονάχα η ανησυχία που τον ενοχλεί, αυτήν την έχει προ πολλού συνηθίσει· είναι μια αδιευκρίνιστη θλίψη, για τις ώρες που χάνονται άσκοπα»)

Η έμφαση σε λεπτομέρειες επιτείνει την προβολή των καθημερινών αδιεξόδων και συμβάλλει στην ανταποκρισιμότητα του αναγνώστη προετοιμάζοντας τη δεύτερη ενότητα. Εδώ αλλάζει ο αφηγηματικός τόπος μέσω του ονείρου του κεντρικού προσώπου: η επιλογή ενός νεκροταφείου, όπου παρουσιάζονται οι μορφές του ερέβους, της σιωπής και της απραξίας προσδίδει στην αφήγηση όχι μόνο συμβολικό αλλά και έντονα ψυχολογικό χαρακτήρα.

(«Τα τρία αλλοπρόσαλλα πλάσματα, έμοιαζαν λιγότερο με αυθύπαρκτες υπάρξεις και περισσότερο με προεκτάσεις κά­ποιας απροσδιόριστης συλλογικής οντότητας»).

Η προσωποποίηση λειτουργεί ενισχυτικά στην εντύπωση που δημιουργεί η αφήγηση από την αρχή: η πρόσθεση του ισχυρού μεν αλλά εύκολα αντιληπτού συμβολισμού, που ενέχεται στη σιωπή, στο έρεβος και στην απραξία, ενισχύει τους στόχους του ρεαλισμού της πρώτης ενότητας αφού εγκολπώνει τον παράγοντα του ονείρου και έτσι καθιστά την αφήγηση όχι μόνο περισσότερο ενδιαφέρουσα αλλά πολυεπίπεδη ενισχύοντας τη λογοτεχνική στόχευση. Η πολύ επιτυχημένη σύζευξη ρεαλισμού και συμβολισμού ενισχύεται από την εκτενή χρήση διαλογικών μερών μεταξύ των προσωποποιημένων μορφών της σιωπής, του ερέβους και της απραξίας και έτσι επιτυγχάνεται η λογοτεχνική απόδοση του ασυνειδήτου μέρους του κεντρικού ήρωα ως αντανάκλαση όσων βιώνει καθημερινά στον χώρο του συνειδητού.

Σιωπή: Μπορείς να το αρνηθείς, μα τελευταία παρατή­ρησα αλλαγές στη ψυχολογική σου κατάσταση.

Έρεβος: Ναι, αυτό που ειπώθηκε είναι αλήθεια, μέχρι κι εγώ το βλέπω ξεκάθαρα.

Απραξία: Πέρασα απλώς μερικές ημέρες έντονης εσω­στρέφειας και συμπεριφερόμουν απρόβλεπτα.

Τα τρία διηγήματα αποδίδουν τις συνθήκες που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος ως μέλος του συνόλου και τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει (οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, ακόμη και ηθικά) σήμερα. Ο συγγραφέας αποδεικνύεται ικανότατος στην κατάδειξη των παραγόντων που εγκλωβίζουν τον άνθρωπο καθιστώντας τον έρμαιο των συνθηκών και ανίκανο για λήψη ή ,κυρίως, εφαρμογή αποφάσεων ικανών να τον αποδεσμεύσουν ή τουλάχιστον να διευκολύνουν την καθημερινότητά του. Παρουσιάζονται παράλληλα οι άθλιες συνθήκες εργασίας, που επικρατούν σήμερα, μέσα από τις ιστορίες απλών σημερινών ανθρώπων: τα αδιέξοδα, οι έμμεσες απειλές για την κατάκτηση ή τη διατήρηση μιας θέσης, η πλήρης άρση της ηθικής και των κανόνων της, η ανάγκη της προσαρμογής σε πραγματικότητες που θυμίζουν μεσαίωνα, αφού δεν διασφαλίζουν έστω στοιχειωδώς την αξιοπρέπεια της καθημερινής ζωής και όλα αυτά χωρίς υπερβολές ούτε ως προς τη δράση των κεντρικών προσώπων, ούτε ως προς την επιλογή των επιμέρους θεμάτων πάνω στα οποία δομείται η αφήγηση. Με μια γλώσσα εξαιρετική, με ενσυναίσθηση η οποία δίνει την εντύπωση ότι προκύπτει από την προσωπική βίωση των αφηγούμενων καταστάσεων, εξωτερικών και εσωτερικών, με συγκινητική προσήλωση στην αφηγηματική στόχευση ο συγγραφέας τοποθετεί τον πήχη πολύ ψηλά δικαιολογώντας τον χαρακτηρισμό που έχει αποδοθεί στη λογοτεχνία ότι δηλαδή αποτελεί το μέγιστο ανάγνωσμα, το ανάγνωσμα των αναγνωσμάτων.


Βιογραφικό

Ο Κων/νος Λίχνος γεννήθηκε στον Αστακό Αιτ/νίας, και είναι Πτυχιούχος Μηχανικός Πληροφορικής & Επικοινωνιών. Είναι συνεργάτης των εκδόσεων Γράφημα, τακτικό μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Θεσσαλονίκης, και επικεφαλής του τμήματος Πεζογραφίας αυτού. Συντάκτης Πεζογραφίας, Δοκιμίων και Ποίησης στο Λογοτεχνικό Δελτίο, έντυπη φιλολογική ύλη τριμηνιαίας κυκλοφορίας.

Έχει διακριθεί σε πολυάριθμους πανελλαδικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ δοκίμια και διηγήματά του, δημοσιεύτηκαν σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν εκδοθεί σε συλλογικά έργα από τους εκδοτικούς οίκους: Κέφαλος, Σύγχρονη εποχή, Διάνοια, Άπαρσις και Γράφημα.

Τον Σεπτέμβρη του 2021 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του WWW.Dialogos.gr, από τις εκδόσεις Κέφαλος, τον Αύγουστο του 2022 κυκλοφόρησε η Συλλογή Διηγημάτων του «Αδιέξοδοι καιροί» από τις εκδόσεις Γράφημα, και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, το Παραμύθι «Ανοσήρωες εναντίον Μικροβλαβερούληδων» (εκδόσεις Άπαρσις).

Για το σύνολο των διακρίσεων, το έργο και την ενεργή του παρουσία στα γράμματα, στη διανόηση και στη σύγχρονη πνευματική δραστηριότητα, το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλλονιάς του απένειμε το ειδικό Βραβείο Πεζογραφίας «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης».