Συγγραφέας: Γιάννης Κίντζιος
Ποιητική συλλογή: Ονειρεύτηκα τη Διοτίμα
Σελίδες: 91
Εκδόσεις: Κομνηνός
Χρονολογία έκδοσης: Απρίλιος 2025
Γράφει η Στέλλα Πετρίδου
Έρωτας. Αίσθημα ακατανίκητο, συναρπαστικό, ποθητό και υπέροχο, που ενθαρρύνει τη διεκδίκηση του ωραίου και του αληθινού και οδηγεί σταδιακά στην κατάκτηση της πραγματικής ευτυχίας. Όποιος κατακτά τον έρωτα ζει την απολυτότητα της ύπαρξης, επιτρέπει τον εθισμό της ψυχής του στη χαρά του μοιράσματος, εξασφαλίζει την είσοδό του στην αυλή του αιώνιου παράδεισου. Ο έρωτας είναι ο βασιλιάς όλων. Θεοί και άνθρωποι τον προσκυνούν ευελπιστώντας να μείνουν στην αγκαλιά του για πάντα.
Μα πώς αναγνωρίζει κανείς τον έρωτα; Πώς μαθαίνει γι' αυτόν; Πώς τον διεκδικεί; Πώς τον αποκαλεί πόθο, αίσθηση του ωραίου και του ιδανικού, πώς τον υμνεί χωρίς πρώτα να τον γνωρίσει, πώς τον αποκαλεί θεϊκό αν δε νιώσει την αύρα του, αν δε λάβει έστω και για λίγο την ευλογία του; Μαθαίνει, είναι η απάντηση. Άλλωστε, οι ιέρειες του έρωτα αυτή την αποστολή έχουν στον κόσμο των θνητών, να διδάξουν τον άνθρωπο και να τον παρακινήσουν στη διεκδίκηση της αληθινής γνώσης. Την ίδια αποστολή είχε και η ιέρεια Διοτίμα, η οποία, όπως αναφέρεται στο πλατωνικό Συμπόσιο, δίδαξε στον Σωκράτη τα μυστικά του Έρωτα αναγνωρίζοντάς τον ως πόθος και κίνητρο για το αληθινό και το ωραίο. Επί της ουσίας, του έμαθε πως ο έρωτας ενθαρρύνει τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή με τη γήινη ομορφιά ή τα ωραία σώματα. Και πράγματι, τα καταφέρνει περίφημα. Μα όταν ο άνθρωπος αισθανθεί τελικά την ωραιότητα του έρωτα στα γήινα, με τη δύναμη της σοφίας που αποκτά με τα χρόνια ωθείται, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, στην αναζήτηση και μιας άλλης ομορφιάς, ακόμα πιο μοιραίας και καθηλωτικής, αυτής που υπάρχει άπλετη στο πνεύμα και την ψυχή και δυναμώνει όσο μεγαλώνει η γνώση, όσο περνάει ο καιρός και η πείρα ωριμάζει τη σκέψη του.
Γι’ αυτή λοιπόν την πνευματική ιέρεια και δασκάλα του Έρωτα κάνει λόγο ο πρωτοεμφανιζόμενος στα γράμματα Γιάννης Κίντζιος στο πρώτο εκδοθέν βιβλίο του, την ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Ονειρεύτηκα τη Διοτίμα & άλλα εφήμερα ειδύλλια», που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2025 από τις εκδόσεις «Κομνηνός». Η αναφορά του στο όνομα της ιέρειας αυτής δεν είναι τυχαία. Ο ποιητής προσδοκά μέσα από την κατάκτηση των εφήμερων απολαύσεων, των γήινων βιωμάτων του πόθου και του πάθους, του έρωτα και της αγάπης, να πετύχει και κάτι άλλο, την κατάκτηση του ιδανικού και του άπιαστου, να επιδιώξει με δυο λόγια, έπειτα απ’ όλα τα εφήμερα και φθαρτά που συναντά στη ζωή, να έρθει σε επαφή και με άλλες βαθύτερες έννοιες της ύπαρξης που οδηγούν στη σοφία, στην πνευματική του ολοκλήρωση και στην εσωτερική του γαλήνη, τη γαλήνη της ψυχής του. Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Η ποιητική του συλλογή είναι διάχυτη από λυρισμό και βαθιά εξομολογητική διάθεση, γεγονός που θα διαπιστώσει ο αναγνώστης διαβάζοντας αρχικά την αφιέρωση του βιβλίου.
«Στα μάτια σου είδα ό,τι ήθελα
να πω ή να γράψω
και δεν μου μένει τίποτα άλλο
παρά μόνο να κοιτάζω…»
Με αυτά τα λόγια, τα άκρως ερωτικά, ειλικρινή και προσωπικά, ο ποιητής απογυμνώνει την ψυχή του και αφήνει ελεύθερα τα συναισθήματά του σε κοινή θέα, επιδιώκοντας την αλήθεια, τη λύτρωση και τον ίδιο τον έρωτα. Άλλωστε, αυτόν υπηρετεί από πάντα, αυτόν επιδιώκει να έχει στο πλάι του, αυτόν προσδοκά να τον οδηγήσει στην ψυχική, πνευματική και ηθική του ολοκλήρωση. Εξομολογείται σ’ εκείνη, τη δική του ερωτική συντροφιά, και αφήνεται άφοβα στη νοητή αγκαλιά της. Αναπολεί τις όμορφες στιγμές, τις έντονες εικόνες, τα δυνατά συναισθήματα και μοιράζεται ξανά την ομορφιά της αίσθησης που προκαλεί στο κορμί, το μυαλό και την ψυχή η ένωση. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία για εκείνον. Τίποτα δεν είναι ικανό να κλέψει τη μυρωδιά της απόλαυσης, τη φλόγα που όσα χρόνια κι αν περάσουν παραμένει δυνατή και ανέπαφη εντός του, την καύτρα του απόλυτου έρωτα.
Η ομορφιά του έρωτα, θα εξομολογηθεί, νικά κάθε λογική, κάθε σκέψη ανούσια, κάθε φραγμό και δισταγμό. Το πάθος του ποιητή οδηγεί στην τέλεια συνθήκη, ακόμα κι αν έχει χτιστεί με ψέμα, ανηθικότητα και λάθη πολλά. Η επιθυμία ορίζει το τώρα, θα αισθανθεί, ενώ το αύριο παραμένει ασήμαντο μπροστά του να μετρά χαμένες υποσχέσεις και ψεύτικα εφήμερα σχέδια, που χτίστηκαν απότομα την ώρα της ηδονής και του τυφλού πάθους. Η ορμή λυσσαλέα ορμά να ξεδιψάσει τα θέλω της. Κολασμένα κινείται και αδιαφορεί για καθετί άλλο. Κι αν είναι ψέμα η αγάπη τελικά, θ αναρωτηθεί, τι νόημα έχει εκείνη τη στιγμή του απόλυτου έρωτα; Η αλήθεια του ποιητή παραμένει ανέπαφη, ακόμα και μετά απ’ όλα αυτά.
«Ένα βραχάκι μπρος στον γαλάζιο ορίζοντα
Είναι σπίτι μου
Η αμμουδερή σκιά δίπλα στη θάλασσα
Είναι σπίτι μου
Ένα ποτάμι που ξεθυμαίνει μες στο κύμα
Είναι σπίτι μου
Του κορμιού σου η μεθυστική μυρωδιά
μέσα απ’ των ποδιών σου την πλημμύρα
Είναι σπίτι μου» (Σελίδα 22)
Η παρουσία του έρωτα υπάρχει παντού στο βιβλίο, θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, κάνοντας τις περισσότερες ανθρώπινες αισθήσεις του να ξυπνήσουν, έστω κι αν η σωματική επαφή που υπαινίσσεται ο ποιητής στα ποιήματά του παραμένει ανικανοποίητη. Παρόλ’ αυτά, ως ανήσυχη πένα που είναι, επιμένει να αποτυπώνει τις στιγμές της απόλυτης ένωσης. Η απόλαυση του τώρα στέκει κόντρα στην αβεβαιότητα του αύριο, θα καταγράψει. Μα όταν φτάσει πια το τέλος, τότε που ακυβέρνητα εντοπίζεται στα νερά της πλάνης η αγάπη, η συντριβή μοιάζει στις λέξεις του αναπόφευκτο κακό. Ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, ωστόσο, το τώρα απαιτεί, θα ομολογήσει. Η παροδική, εφήμερη απόλαυση διεκδικεί τη στιγμή της, ακόμα κι αν ειλικρινά πια καταθέσει αυτούσια την αλήθεια της φθαρτότητάς της.
Αδιαφορία, προσποίηση, αλλά και φόβος είναι το αποτέλεσμα της επιλογής της. Είναι ο φόβος της απώλειας, της προσδοκίας, της αναμονής, της απόρριψης, της αιφνίδιας απουσίας, της ματαίωσης.
Τρόμο προκαλεί το τέλος που πλησιάζει.
«Να απαλλαγείς από μια απόρριψη,
μια ανεξήγητη ματαίωση
μια αιφνίδια απουσία, μια αναμονή στη βροχή,
μια ακύρωση την τελευταία στιγμή
Ένα ίσως ή ένα αν στο τέλος,
που τρομάζει η αίσθηση ότι πλησιάζει» (Σελίδα 36)
Λύπη επιφέρει η απόσταση, επισημαίνει ο ποιητής, αμφιβολία, απαισιοδοξία, κατάρρευση κι ένα αναπάντητο γιατί, για την αιτία που προκάλεσε το ύστατο τέλος. Κι έπειτα ακολουθεί η συνέχεια, το βαθύ ερώτημα που τρέπει τα αυτονόητα σε ζητούμενα. Και τότε, η σκέψη γιγαντώνει και η κατάληξη σε συμπεράσματα γίνεται πιο αισθητή και πιο ουσιαστική, καθώς εξελίσσεται σταδιακά σε μία βαθύτερη γνώση. Η μνήμη, μοναδικός συνοδός στον αγώνα αυτόν, στέκει ακόμα συντροφιά στη σκέψη, για να διεκδικήσει για χάρη της τη λύτρωση που δεν κατάφεραν να φέρουν αντ’ αυτής η μοναξιά, η απώλεια και η σκιά του θανάτου.
Ο πόνος ωστόσο παραμένει δυνατός για τον ποιητή, ένας κόμπος στο στομάχι. Συναισθήματα που καίνε αντανακλούν οι στίχοι του, γιατί ακόμα υπάρχουν ζωντανά στην ψυχή του. Η αγάπη του, για την ακρίβεια, είναι ζωντανή κι είναι ευδιάκριτη παντού στο βιβλίο του. Κι η μνήμη των στιγμών του είναι ζωντανή, έστω κι αν πολιόρκησε το μοίρασμά τους ο θάνατος. Μα τίποτα δεν είναι όπως παλιά, θα φανερώσει με παράπονο και πίκρα στη συνέχεια. Ο χρόνος παύει να έχει αξία μετά την ήττα. Πεθαίνει μπροστά του, γιατί ακριβώς παύει να ζει όπως πρέπει.
Η συλλογή συνεχίζει με ένα δεύτερο πιο σύντομο κεφάλαιο να ακολουθεί του πρώτου που περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω που αναφέρθηκαν με τίτλο «Ονειρεύτηκα τη Διοτίμα». Τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου είναι «Μικρές ιστορίες και εφήμερα ειδύλλια». Τα ποιήματα στο κεφάλαιο αυτό είναι πιο διαχυτικά, πιο ελεύθερα και παράλληλα πιο σκοτεινά, πιο μελαγχολικά, πιο ρεαλιστικά και πιο σκληρά από τα πρώτα, όπως ακριβώς είναι και η ίδια η ζωή του ανθρώπου εκ φύσεως.
«Εσύ είχες σχέδιο και σκοπό να με σκοτώσεις.
Τη νύχτα ξέπλυνες τις αμαρτίες μου με τα υγρά
σου και εξάγνισες τις επιθυμίες και τους θυμούς
σου παραβιάζοντας κάθε πόρτα, ψειρίζοντας, λεη-
λατώντας, καταστρέφοντας κάθε απομεινάρι του
διαθέσιμου εαυτού μου.
Ξυπνώντας με βρήκα ασκόπως λεηλατημένο στο
εφιαλτικό σου σπίτι.
Μα είχα και εγώ σχέδιο...
Δεν είχα τίποτα μαζί μου για να χάσω, πήρα τα
κλειδιά μου για το αυτοκίνητο και έγινα καπνός» (Σελίδα 88)
Το βιβλίο κλείνει τελικά με το επίμετρο του ποιητή. Πρόκειται στην ουσία για ένα ακόμα δικό του ποίημα, το οποίο μέσα σε λίγες λέξεις κρύβει όλη την αλήθεια της ζωής. Ο έρωτας υπάρχει παντού. Ζει αναδύεται, μαραίνεται και πάλι ξεκινά απ’ την αρχή. Είναι ένας κύκλος που κυλά, που παίρνει χρώμα απ’ τη ζωή κι εκείνος με τη σειρά του της δίνει το δικό του χρώμα για να ομορφαίνει.
«Η Πενία σαν έσμιξε με τον Πόρο
έγινε ορμή ζωής, έγινε σπόρος» (Σελίδα 91)
Ποίηση ρομαντική στο σύνολό της, βαθιά ερωτική, νοσταλγική, γεμάτη μνήμες, μυρωδιές και συναισθήματα, που δίνει έμφαση στη δυναμική του τώρα, στον ψυχισμό και το συναίσθημα, στη μοναξιά και την απώλεια της αγάπης. Εξομολογητική, τολμηρή αλλά και ρεαλιστική ταυτόχρονα, ωμή και αληθινή, απ’ τη μια συμπαρασύρει τον αναγνώστη στα δίχτυα του έρωτα και της δυναμικής του παρουσίας κι απ’ την άλλη τον κρατά δέσμιο στα άλλα δίχτυα, σ' αυτά της απώλειας και της καταναγκαστικής απόστασης, μετρώντας του πληγές που άφησε στο πέρασμά της η φθαρτότητα της ύπαρξής του. Διεκδικώντας τη σοφία και τη γνώση με αυτό εδώ το βιβλίο, ο ποιητής αφήνει δυναμικά το συγγραφικό του αποτύπωμα στον κόσμο της ποίησης ως δώρο σκέψης στον αναγνώστη, προβληματισμού και εσωτερικής του ανασυγκρότησης.
Παρότι πρωτόλεια η ποίηση του Γιάννη Κίντζιου είναι βαθιά στοχαστική, υπαινικτική, μα και απόλυτα ξεκάθαρη, σκηνογραφική και λυρική, πλούσια σε εικόνες, άλλοτε αληθινές και άλλοτε μεταφορικές, που έχουν την πολυτέλεια να αφηγούνται σύντομες ιστορίες πάθους και έρωτα με απόλυτη φυσικότητα. Λιτή αλλά με πυκνότητα έκφρασης, λέει τελικά πολλά. Η ανεπιτήδευτη απλότητα που παρουσιάζουν οι στίχοι της συνθέτουν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο τα χαρακτηριστικά μιας ώριμης γραφής, γεμάτης νοήματα και αφορμές για μεγαλύτερο στοχασμό και επαναπροσδιορισμό προτεραιοτήτων και στόχων ζωής.
Αξίζει μια μικρή αναφορά στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που συνοδεύουν τα ποιήματα της συλλογής αυτής, αντανακλάσεις καθώς στέκονται του νου και της καρδιάς σε τόπο και χρόνο συγκεκριμένο.
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια ποιητική συλλογή με άποψη και περιεχόμενο, με λυρισμό και αλήθεια ψυχής, που αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστεί! Ας είναι καλοτάξιδη!
0 Σχόλια