Ο Χρήστος Καρανάσιος είναι πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας. Το πρώτο του βιβλίο είναι μυθιστόρημα, φέρει τον τίτλο «Το ανώμαλο δέρας» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γλαρόλυκοι». Σήμερα φιλοξενείται στις Τέχνες για να μας μιλήσει γι' αυτό, αλλά και για την αγάπη του για τη συγγραφή γενικότερα. Ας δούμε τι έχει να μας πει.
Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου
Κύριε Καρανάσιο, πώς προέκυψε η αγάπη σας για τη συγγραφή; Στο βιογραφικό σας σημείωμα χαριτολογώντας γράφετε ότι αυτό μόνο μπορείτε να κάνετε από τον καναπέ σας. Τι είναι όμως αυτό που στην πραγματικότητα σας ωθεί προς αυτή την κατεύθυνση και ποια η φιλοδοξία σας;
Η αγάπη για τη συγγραφή ενυπήρχε μέσα μου. Από μικρός θυμάμαι να ενδιαφέρομαι για έννοιες όπως η φιλία, ο θάνατος, οι σχέσεις. Αυτό το κατάλαβα από ένα ημερολόγιο που ξεκίνησα να κρατώ, το 2000, με την κλασσική μορφή που γνωρίζουμε, παραθέτοντας διάφορες ασχολίες μέσα στη μέρα μου. Όμως, στο τέλος έγραφα και ένα μικρό γνωμικό ή μια φιλοσοφική ερώτηση (όσο φιλοσοφική μπορεί να είναι η υπόσταση μου στα 15 μου), κάτι που ξεχώριζε σε σύγκριση με την απλή καταγραφή γεγονότων. Από τότε ξεκίνησα με κάποιες ιστορίες αλλά δεν πήραν τη μορφή που ήθελα. Μετά από το 2020, ξεκίνησα να γράφω συστηματικά.
Κυρίως με ωθεί η παρατηρητικότητα για να γράφω. Μπορώ να εντοπίζω τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω μου και να τα μεγεθύνω, να τα πλέκω, να τα χρησιμοποιώ κατάλληλα. Η συνέχιση της συγγραφής είναι αυτό ακριβώς που ήθελα να πετύχω. Μια σωστική λέμβος πάνω στη θάλασσα του παραλογισμού που φαίνεται ότι έπλεα και συνεχίζω να πλέω.
Πείτε μας δυο λόγια για εσάς προκειμένου να σας γνωρίσουμε καλύτερα.
Γεννήθηκα το 1987, σ’ ένα χωριό έξω από τη Λάρισα, τη Φαλάνη. Από μικρός ένιωθα την ανάγκη να φύγω, να απομακρυνθώ από αυτό το μέρος που ένιωθα να με κρατάει πίσω. Κι όμως, πάντα κατέληγα να επιστρέφω εκεί, μέχρι που, κάποια στιγμή, έγραψα το πρώτο μου βιβλίο.
Δεν ολοκλήρωσα ποτέ τις σπουδές, αν και το προσπάθησα. Η φυγή μου στη Φλώρινα, τόπος σπουδών και, τελικά, μακροχρόνιων διακοπών, έμοιαζε περισσότερο με προσωπική άνοιξη. Ήταν η πρώτη φορά που απέκτησα έναν δικό μου ρυθμό, μακριά από το δεδομένο.
Από παιδί είχα πάντα επαφή με τον κόσμο. Μεγαλωμένος μέσα στην εξωστρέφεια, χαρακτηριστικό και των δύο μου γονιών, ένιωθα πως η επαφή με τους ανθρώπους ήταν κάτι φυσικό, σχεδόν απαραίτητο. Χαιρόμουν την εγγύτητα, την κοινωνική επαφή. Σήμερα, όμως, όταν λέω ότι δεν βρίσκω πλέον ιδιαίτερη ευχαρίστηση στην αδιάκοπη συνδιαλλαγή με τους άλλους, κάποιοι με κοιτούν σαν να είμαι εξωγήινος. Ίσως επειδή έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους μέσα από διπολικά σχήματα, είναι ή δεν είναι, ανήκει ή δεν ανήκει, κοινωνικός ή μοναχικός. Μέσα σε τέτοιες απλοποιήσεις, εξαφανίζονται οι αποχρώσεις, χάνονται οι ατέλειες και ο κόσμος παρουσιάζεται πιο ευανάγνωστος έτσι. Όλα κινούνται ανάμεσα σε δύο πόλους· είναι πιο εύκολο να φτιάξουμε κανόνες, να ορίσουμε συμπεριφορές, να αξιολογήσουμε τον άλλο. Και, ειρωνικά, οι ίδιοι που σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο, συχνά κρατούν για τον εαυτό τους το προνόμιο της ασάφειας. Όταν δεν υπάρχει ενδιάμεσο, δεν υπάρχει και αμφιβολία.
Μένω στην Αθήνα για την ώρα. Δεν πιστεύω ιδιαίτερα στην έννοια του "λιμανιού", τη βρίσκω κάπως αφελή. Η σταθερότητα είναι για εκείνους που αισθάνονται πως το ξεκίνημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Εγώ μπορώ να ξαναρχίσω από το μηδέν χωρίς κόπο.
Η ιδέα της επανεκκίνησης δεν με εξουθενώνει· με κρατάει σε μια διαρκή εγρήγορση, ίσως και για αυτό συνεχίζω να ξαναγράφω. Δεν έχω ανάγκη να δένομαι με τόπους, ούτε με τα αντικείμενα που μαζεύονται γύρω μου. Αν εξαφανιστούν, θα τα ξαναχτίσω. Αν μείνω μόνος, θα ξαναπιάσω το νήμα από την αρχή. Ίσως γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχει μία γραμμική διαδρομή ζωής· όλα είναι διακλαδώσεις.
Είναι, θεωρείτε, η έμπνευση ο κινητήριος μοχλός για τη δημιουργία ή δεν είναι πάντα απαραίτητη και αναγκαία η παρουσία της; Μπορεί δηλαδή κάποιος να γράψει και χωρίς αυτήν;
Παλιότερα το πίστευα περισσότερο. Πιστεύω η έμπνευση από μόνη της τίποτα δεν κινεί. Αν δεν σηκωθείς να πράξεις, τίποτα δεν θα τρέξει μόνο του. Ξεκίνησα να πιστεύω ότι το βίωμα με κάνει να εμπνέομαι, που είναι η μια πλευρά, αλλά τελικά συνειδητοποιώ ότι όλα είναι μέσα μου. Αυτό είναι και το κοινό στοιχείο που ενώνει τους συγγραφείς. Κανείς δεν ταξίδεψε περισσότερο από τον άλλον κι όμως ο κάθε ένας είχε μια προσωπική θέα των πραγμάτων που έβλεπε. Όσο μεγαλώνω, τόσο καταλαβαίνω ότι η αποστασιοποίηση από το αντικείμενο της έμπνευσης φέρνει και την περάτωσή του.
Το συναίσθημα του να ολοκληρώνει ένας δημιουργός το πνευματικό του έργο μπορεί να αποδοθεί με λέξεις; Με τι άλλο θα μπορούσε να συγκριθεί; Εσάς ποιο συναίσθημα σας κατέκλυσε συγκεκριμένα όταν γράψατε για πρώτη φορά σε δικό σας έργο τη λέξη ΤΕΛΟΣ;
Σίγουρα, η ολοκλήρωση ενός έργου φέρνει και την έξη του, υπό την έννοια της κατοχής. Δηλαδή νιώθεις πως αυτό που δημιούργησες, καλώς το έπραξες, γιατί εμπιστεύτηκες λίγο περισσότερο την εσωτερική φωνή σου. Εγώ, επειδή αρχικά φαντάστηκα σκηνογραφικά το έργο, είχα πολύ συγκεκριμένο θέμα για το τέλος. Κάτι που πιστεύω πέρασα και στη γραφή.
Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;
Διαβάζω αρκετά και έχω, χωρίς όμως να το υπολογίζω εξαρχής, μια κλίση προς τον μοντερνισμό. Εστιάζω στην υποκειμενικότητα και στην προσωπική αφήγηση. Εσωτερικό μονόλογο και ροή συνείδησης. Δομική συνέχεια της ιστορίας, αλλά ο Προυστ με ξεκλείδωσε γιατί εμπιστεύτηκα πολύ τη ροή των δικών μου σκέψεων και τις έγραφα χωρίς να έχω στην αρχή έναν περιορισμό. Μου αρέσει ο Τζον Αμπντάικ, η Τόνι Μόρισον, Καζαντζάκης, Σώτη Τριανταφύλλου, Άντριου Σώμα Γκρίερ.
Ποιο λογοτεχνικό είδος και γιατί σας αρέσει περισσότερο είτε ως συγγραφέας είτε ακόμα και ως αναγνώστης;
Μέχρι τώρα πάω στη μυθιστορία και στα ιστορικά γεγονότα, που συνήθως συμβαίνουν παράλληλα με την αφήγηση. Έχω ένα πάθος για την ιστορία. Μαθαίνω καλύτερα έτσι και το προτιμώ. Επίσης, διαβάζω κάποιους κλασσικούς συγγραφείς αλλά και αμιγώς ιστορικά βιβλία. Έχω ένα τυφλοσούρτι για το τι θα διαβάσω, αλλά συνήθως ανάμεσα από αυτά, εκπλήσσω τον εαυτό μου γιατί είμαι και απρόβλεπτος σαν άνθρωπος. Δεν πάω ευθεία.
Από την προσωπική σας εμπειρία θεωρείτε ότι υπάρχει συγκεκριμένη συνταγή για τη συγγραφή ενός καλού βιβλίου; Ποιο βιβλίο χαρακτηρίζεται ποιοτικά καλό και τι είναι αυτό που συμβάλει κυρίως στην επιτυχία του;
Εγώ προσωπικά σηκωνόμουν για να γράψω. Ήθελα από πάντα να γράφω και με αυτή τη διαδικασία είναι σαν να μπαίνει κάτι στη θέση του. Βέβαια, όταν άρχισα να έχω τη δομή, άρχισα να γράφω καλύτερα και πιο συγκροτημένα. Γράφουμε καλύτερα όταν είμαστε αποστασιοποιημένοι από το θέμα μας. Δεν είναι απαραίτητο να κάνουμε την πιο μεγάλη εμβάθυνση επί του θέματος, εκτός αν είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Και τέλος, πιστεύω πως η ποιότητα έγκειται στην αυτότητα του έργου.
Θεωρείτε ότι το αναγνωστικό κοινό στη χώρα μας είναι μεγάλο σε αναλογία με την ολοένα και αυξανόμενη εκδοτική παραγωγή του τόπου μας;
Πολλοί γράφουν, λίγοι διαβάζουν. Δεν υπάρχει αναγνωστικό κοινό, απλά είμαστε, όπως το μεταφράζω εγώ, ένα μεγάλο κλαμπ βιβλίου. Η ανάγνωση είναι αρέσκεια, ωφέλιμη πάντα. Δεν είναι για όλους. Αλλά νιώθω ότι, αν και υπήρχε πτώση, θα ξανά ευοδώσει.
Μετά τη δημιουργία προκύπτει οπωσδήποτε η κυκλοφορία ή σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση παίζει και ο οικονομικός παράγοντας, μια και στις μέρες μας ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος, τις περισσότερες φορές αν όχι όλες, να πληρώσει ο ίδιος για την έκδοση του βιβλίου του; Στη δική σας περίπτωση για παράδειγμα, πώς πήρατε την απόφαση να εκδώσετε το πρώτο σας βιβλίο;
Δεν ήξερα πώς λειτουργεί ο κλάδος. Ήξερα σίγουρα ότι υπάρχουν κάποιες μορφές έκδοσης. Αν είσαι ένας γνωστός συγγραφέας, προτείνουν την ανάληψη του κόστους. Στις περιπτώσεις των ανθρώπων που είναι νέοι στη συγγραφή, είναι απίστευτα δύσκολο και εφόσον υπάρχει και ποιότητα στο έργο. Τα έργα πάλι που είναι εύπεπτα, για το πόπολο, είναι εκείνα που επίσης αναλαμβάνουν οι εκδοτικοί οίκοι να πληρώσουν εξ ολοκλήρου, καθώς οι πωλήσεις είναι κατακόρυφα αυξητικές. Εγώ θα το έβγαζα και μόνος μου, αν δεν με αναλάμβανε κάποιος. Γράφω επειδή έχω εμπειρίες να διηγηθώ και όσο κυκλοφορώ εκεί έξω, τόσο περισσότερο θα γράφω. Κυκλοφορώ όταν θέλω να εμπνευστώ. Απομονώνομαι όταν θέλω να γράψω.
Ας αναφερθούμε συγκεκριμένα στο βιβλίο σας. Είναι μυθιστόρημα, φέρει τον τίτλο «Το ανώμαλο δέρας» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γλαρόλυκοι». Πρόκειται, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλό του, για μια ιστορία για τη διαφορετικότητα, τις κοινωνικές κατασκευές και τον φόβο της απόρριψης. Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό του.
Είναι μια κλισέ ιστορία επιστροφής, δοσμένη από τον Αλέξανδρο ο οποίος χάνει τον πατέρα του. Στο χωριό νιώθει ξένος. Στην οικογένεια επίσης. Όλες αυτές τις σκέψεις τις νιώθει ανώμαλες. Μη συμβατές. Παράλληλα, μια ομάδα του χωριού δεν τον θέλει και προσπαθεί να τον διώξει. Γενικότερα, όσα φοβόταν στο παρελθόν, τον διασυρμό και την αποκάλυψη, τώρα προσπαθεί να τα αντιμετωπίσει. Τελικά, επιστρέφει στο χωριό και από εκεί ξεκινά και η υπόθεση. Το πένθος τον φέρνει σε γνώριμα εδάφη, αλλά ο φόβος της απόρριψης τον ταρακουνά περισσότερο. Για αυτό και δεν είναι ένα έργο εξ ολοκλήρου για το πένθος.
Τι άλλο θα διαβάσει ο αναγνώστης στο βιβλίο σας πιάνοντάς το στα χέρια του;
Νομίζω το απάντησα παραπάνω. Γενικά στις μικρές περιοχές λιμνάζουν τέτοιες συμπεριφορές που, λόγω του μικρού χώρου, κάνουν μεγαλύτερο πάταγο. Δεν αλλάζει το γεγονός, αλλά η αντίδραση της ομήγυρης.
Γιατί δώσατε αυτόν τον ιδιαίτερο τίτλο στο βιβλίο σας; Πώς προέκυψε και γιατί;
Το είχα στο μυαλό μου εξαρχής. Κάτι ο μύθος του δέρατος, λίγο το βιβλίο της Κάριγκτον που διάβαζα, “Το ακουστικό κέρας”, συνέταξαν στο μυαλό τον ήχο του. Πάντα πίστευα ότι οι άνθρωποι που νιώθουν διαφορετικοί υποβάλλονται σε αυτήν την αλλαγή δέρματος, απ' το ομαλό στο ανώμαλο, δηλαδή στο μη ομαλό, άρα πιο τραχύ, άρα πιο ζωώδες. Εκείνος που βάλλεται νιώθει ότι ένα στοιχείο πάνω του απωθεί και αναγνωρίζεται ως διαφορετικό. Μόνο οι άλλοι το βλέπουν.
Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να ολοκληρώσετε τη συγγραφή του βιβλίου σας;
Ένα χρόνο ακριβώς. Από τον θάνατο του πατέρα μου, μέχρι και την ολοκλήρωση της ακολουθίας του χρόνου. Απίστευτο ακούγεται, αλλά είχα ένα μικρό μέρος ήδη έτοιμο. Έγραφα ήδη αυτή την ιστορία αλλά δεν ήξερα πώς να την δομήσω. Ο θάνατος τελικά μου γέννησε αυτά τα συναισθήματα, πράγμα οξύμωρο.
Υπάρχουν μηνύματα που επιδιώκετε να περάσετε στον αναγνώστη σας μέσα από την ιστορία που αφηγείστε; Ποια είναι αυτά αν όντως υπάρχουν;
Ναι, υπάρχουν. “Το Ανώμαλο Δέρας” είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που γράφτηκε για να πω ακριβώς αυτά που δεν έβλεπα ως έφηβος. Δεν είχα σκεφτεί εξαρχής να κάνω τριλογία, αλλά μετά το τέλος της ιστορίας, ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω. Όπως όταν στεκόμουν μπροστά στην τηλεόραση, έτοιμος να αλλάξω κανάλι μη με δει κανείς να βλέπω “Queer as Folk”.
Και οι τρεις ιστορίες αφορούν σχέσεις μεταξύ ανδρών, όχι απαραίτητα αμοιβαίες. Συναισθήματα που δεν βρίσκουν χώρο να εκφραστούν. Δεν γράφω μόνο για άντρες, ούτε με ενδιαφέρει να μπω σε μια μόνο πλευρά. Απλώς, σε αυτή την τριλογία, υπάρχει αυτή η ανάγκη: να πω κάτι για ανθρώπους σαν εμένα. Ή σαν τον Αλέξανδρο.
Ένα από τα πιο προσωπικά κομμάτια είναι μια σκηνή με τον Κώστα, που λέει στον ήρωα: «Δεν μπορείς να κάνεις παιδιά». Είναι κάτι που μου έχουν πει κι εμένα στην πραγματικότητα. Και αντί να απαντήσω εκείνη τη στιγμή, το απάντησα μέσα στο βιβλίο. Ξεκάθαρα εκδικητικό.
Οπότε, αν πρέπει να μιλήσω για “μηνύματα”, ίσως είναι καταρχάς πως μετά τον θάνατο, τίποτα δεν αλλάζει στον κόσμο όταν πρέπει να σηκωθείς και να αντέξεις την επόμενη ημέρα, μείον ένα ζευγάρι μάτια.
Εφηβικό κυρίως, αλλά επειδή οι έφηβοι δεν πολυδιαβάζουν και επειδή αναλύω το πένθος αλλά και κάποιες σκέψεις, ίσως το προσπεράσουν. Οι ενήλικοι θα βρουν πολλά πράγματα κοινά με τη ζωή τους.
Είστε ευχαριστημένος από την πρώτη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Γλαρόλυκοι»;
Είμαι ευχαριστημένος τελεία. Δεν υπάρχει υπερθετικός γιατί οι Γλαρόλυκοι, μέσα στον συρφετό, έχουν καταφέρει πέτρα-πέτρα να ευοδώσουν σε ένα δύσκολο περιβάλλον. Είναι μια παρέα που κάνει αυτό που αρέσκεται να κάνει. Να εκφράζεται μέσα από την τέχνη και να βοηθούνε άλλους ανθρώπους να ακουστούν.
Ποιοι είναι οι επόμενοί σας στόχοι; Προγραμματίζετε κάτι για το μέλλον;
Λοιπόν, έχω γράψει το 2ο μέρος της τριλογίας και είμαι στο στάδιο της τελειοποίησης, της διόρθωσης, ανάπτυξης συγκεκριμένων κομματιών και να τελειώσω το τέλος του. Δηλαδή να το γράψω.. Μιλά για τη βία, μιλά για τη φροντίδα, για τη μανιώδη ανάγκη μας να σωθούμε από κάποιον, να υπαγόμαστε σε σχέσεις σαν φροντιστές ή σαν άρρωστοι. Επίσης, τελείωσα και ένα θεατρικό, που σκεφτόμουν όταν ήμουν στο Λονδίνο. Αφορά την ιστορία κυρίως και θέλω πολύ να το δω να ανεβαίνει κάπου. Από το δημοτικό θέατρο του χωριού μου, μέχρι και την Επίδαυρο, δεν ξέρω.
Μια ευχή σας που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί ποια θα μπορούσε να είναι αυτή;
Να έχω τη σοφία να επιλέγω πάντα τις πιο ορθές επιλογές και αν όχι, να μη φοβάμαι να το ξεπερνάω. Αν με ρωτάς για κάτι υλικό, θέλω να πάρω έναν υπολογιστή.
Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.
Σελ.490
και τα ευτράπελα.
Να τους έλεγα για τα προβλήματά μου, να μοιραζόμουν αυτό που ένιωθα και να τους εξηγούσα, σαν αυθεντία έτσι όπως ένιωθα πλέον, πως κάθε πρόβλημα ήταν και ένας κρότος που μας κάνει να γυρνάμε στη λάμψη και στο ἀκουσμά του ξεχνάμε τους κρότους των άλλων και ζητά με προσοχή να πούμε αυτό που ακούσαμε. Μόλις φύγει το παιχνίδισμα στα μάτια, γυρνάμε στα προβλήματα των άλλων μέχρι να έρθει κάτι άλλο να μας απασχολήσει και όσο ακόμα έχουμε την ανοχή να τα προσπερνάμε, τότε ξέρουμε ότι πάντα θα έρχονται και άλλοι, επόμενοι, μεγαλύτεροι κρότοι που θα μας αποσπούν και θα ζητούν την προσοχή μας για λίγο ακόμα, μέχρι να έρθει κάτι άλλο και να ταράξει τη ζωή μας και, ακόμα κι αν έχουμε να απαριθμούμε διάφορα παραδείγματα απανθρωπιάς γύρω μας και κακής συμπεριφοράς από κάποιον σε κάποιον άλλον, για κάποιο λόγο, παρότι αυτά τα σημάδια υπάρχουν και τα βλέπουμε, συνεχίζουμε να κάνουμε και να φερόμαστε άσχημα σε ανθρώπους γύρω μας...
Κύριε Καρανάσιο, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι καλοτάξιδο το πρώτο σας βιβλίο και καλοδιάβαστο! Ας είναι η αρχή για πολλά ακόμα βιβλία σας που θα ’ρθουν.
Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία και τις όμορφες ευχές. Εύχομαι κάθε επιτυχία!
Ο Χρήστος Καρανάσιος γεννήθηεκ στη Λάρισα και παραμένει εκεί, γιατί όπως λέει ο ίδιος: "πού να τρέχεις τώρα;"
Χωρίς πτυχίο και χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο που να εντυπωσιάζει, ο Χρήστος αποφάσισε να γίνει συγγραφέας, γιατί τουλάχιστον αυτό μπορεί να το κάνει από τον καναπέ του.
Έχει μια μοναδική ικανότητα να αντλεί έμπνευση από τις μικρές χαρές και λύπες της ζωής, όπως το να βρίσκει ψιλά στον καναπέ ή να χάνει το λεωφορείο.
Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο, οπότε να είστε επιεικείς μαζί του.
Ελπίζει να σας κάνει να γελάσετε, να κλάψετε ή έστω να το χρησιμοποιήσετε για να ισιώσετε το τραπέζι.
0 Σχόλια