Η συγγραφή είναι η φωνή της, ο καθρέφτης και το καταφύγιό της. Είναι ο τρόπος για να ζήσει τη ζωή, η απόδραση από το ασήκωτο βάρος της σιωπής που πλέον αδυνατεί να αντέξει άλλο και να διαχειριστεί. Αυτά εξομολογείται σήμερα στις Τέχνες η εκπαιδευτικός και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας (αν και όχι μόνο αυτό) Έλενα Αγγελοπούλου στη συνέντευξη που ακολουθεί. Αφορμή, τι άλλο φυσικά, από την πρόσφατη έκδοση του νέου της βιβλίου 
με τίτλο «Χάρης και Χαβιέ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ηλιαχτίδα».

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Αγγελοπούλου, η αγάπη σας για τη συγγραφή είναι μεγάλη και αξιοπρόσεκτη. Απόδειξη το γεγονός ότι δε σταματάτε να γράφετε και να καταπιάνεστε με διάφορα είδη του λόγου ανταποκρινόμενη σε κάθε έμπνευση της στιγμής και σε κάθε πρόσκληση-πρόκληση η οποία γίνεται για τον σκοπό αυτό. Πού οφείλεται όμως αυτή η μεγάλη σας αγάπη και πώς ακριβώς προέκυψε στη ζωή σας;

Κατ’ αρχάς κυρία Πετρίδου, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω, τόσο για τη φιλοξενία στον ιστότοπό σας Texnesonline.gr, όσο και για το βήμα που δίνετε σε νέους συγγραφείς -όπως είμαι κι εγώ- να μιλήσουν για το έργο τους, σε ένα ευρύ κοινό, όπως είναι το κοινό σας.

Στην ερώτηση τώρα που μου θέτετε, θα σας έλεγα πως η συγγραφή ήρθε στη ζωή μου κάπως σαν την άνοιξη -χωρίς να με ρωτήσει... Ξεκίνησε σαν ψίθυρος στις σελίδες ενός τετραδίου -τότε που ήμουν ακόμη παιδί- και έψαχνα να βρω πού θα μπορούσαν να χωρέσουν όλα όσα ένιωθα. Οι λέξεις αυτές και οι πρώτες μου ανέκδοτες ιστορίες έγιναν οι γέφυρές μου προς τον κόσμο, αλλά και τα καταφύγιά μου στις σιωπές μου. Με το γράψιμο μπορώ να αγγίξω το άπιαστο, να ζωντανέψω όνειρα και φόβους, να μοιράσω κομμάτια του εαυτού μου χωρίς να τα χάσω. Δεν ξέρω αν εγώ διάλεξα τις λέξεις ή αν οι λέξεις διάλεξαν εμένα, πριν καν τις σκεφτώ, μα ξέρω πως χωρίς αυτές η σιωπή θα ήταν πολύ βαριά για να την αντέξω. Η συγγραφή για μένα είναι πια τρόπος ζωής. Είναι η φωνή μου, ο καθρέφτης μου και το καταφύγιό μου.

Η επαγγελματική σας ιδιότητα ως εκπαιδευτικός συμβαδίζει απόλυτα με το ενδιαφέρον σας να γράφετε ιστορίες για μικρά παιδιά. Επηρεάζει κατά κάποιον τρόπο την πένα σας ώστε να κινηθεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο με αποδέκτη ένα συγκεκριμένο κοινό. Συμφωνείτε με αυτό;

Η δουλειά μου ως εκπαιδευτικός και η αγάπη μου για τη συγγραφή δεν είναι δύο ξεχωριστοί δρόμοι -είναι το ίδιο μονοπάτι, φωτισμένο από διαφορετικές πλευρές. Η καθημερινή επαφή με τα παιδιά μου προσφέρει έναν ανεκτίμητο θησαυρό από αυθεντικές εκφράσεις, αβίαστα συναισθήματα και αστείρευτη φαντασία. Αυτά τα στοιχεία επηρεάζουν αναπόφευκτα την πένα μου, όχι περιορίζοντάς την, αλλά δίνοντάς της κατεύθυνση. Το κοινό μου –τα παιδιά– δεν είναι για μένα «αγοραστικό κοινό», αλλά ζωντανές ψυχές που τις νιώθω, τις αγαπώ και θέλω να εμπνεύσω. Γράφω με τη σκέψη πως κάθε ιστορία μου μπορεί να γίνει σπίθα, που θα ανάψει τη φαντασία τους και θα τους δώσει δύναμη να ονειρεύονται.

Το ότι ξεκίνησα όμως τη συγγραφική μου διαδρομή με την παιδική λογοτεχνία, δεν σημαίνει πως δεν με ενδιαφέρει και η λογοτεχνία για ενήλικες. Έχει κι αυτή τη δική της μαγεία, προσφέροντάς σου παράλληλα και μια βαθιά απελευθέρωση. Λατρεύω να βυθίζομαι στις σκιές της ανθρώπινης ύπαρξης και ν’ αναζητώ αλήθειες βαθιά θαμμένες στα άδυτα του ψυχισμού. Επίσης, στη λογοτεχνία ενηλίκων και δη στην ποίηση μου αρέσει να αναμετριέμαι με υπαρξιακά ερωτήματα, με τη μνήμη, την απώλεια, την ευθύνη, την ταυτότητα κ.α.. Δεν μπορώ λοιπόν τη συγγραφή να τη δω μέσα από ένα μονοδιάστατο πρίσμα, αλλά ως ένα δαιδαλώδες μονοπάτι αυτοέκφρασης με πολλαπλούς προορισμούς.

Είναι δύσκολο στη σημερινή εποχή να αγαπήσουν τα παιδιά το βιβλίο αν δεν υπάρξει η ανάλογη κινητοποίηση, προσπάθεια και επιμονή των γονέων και των εκπαιδευτικών. Το διαδίκτυο, τα τεχνολογικά μέσα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι αποτρεπτικοί παράγοντες όσα καλά κι αν θεωρούμε ότι προσφέρουν σε άλλους τομείς. Υπάρχει ελπίδα ωστόσο; Με ποιον τρόπο θα επιβιώσει το βιβλίο αν όλα κινούνται εναντίον του; Ποια η γνώμη σας ως γονέας αλλά και ως εκπαιδευτικός;

Το βιβλίο είναι για μένα σαν ένας παλιός φίλος που περιμένει υπομονετικά να τον ανακαλύψεις ξανά, ακόμη κι αν γύρω σου γίνεται τόσος θόρυβος. Ναι, η εποχή μας βομβαρδίζει τα παιδιά με εικόνες και ερεθίσματα που απαιτούν ελάχιστη συγκέντρωση και άμεση κατανάλωση. Όμως ακριβώς γι’ αυτό, το βιβλίο είναι σήμερα πιο απαραίτητο από ποτέ.

Ως γονείς και εκπαιδευτικοί, δεν έχουμε απλώς το προνόμιο, αλλά έχουμε και την ευθύνη να γίνουμε οι “ξεναγοί” τους, στον μαγικό του κόσμο. Όταν διαβάζουμε μαζί τους, όταν γελάμε, συγκινούμαστε ή ταξιδεύουμε μέσα από τις σελίδες του, τους δείχνουμε ότι η ανάγνωση δεν είναι μια παλιά συνήθεια που ανήκει στο παρελθόν, αλλά ένα ζωντανό μονοπάτι που οδηγεί σε φανταστικούς τόπους και νέες ιδέες. Η τεχνολογία μπορεί να τους τραβά την προσοχή, αλλά το βιβλίο μπορεί να τους κερδίσει την καρδιά.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός καλού βιβλίου κατά τη γνώμη σας και δη ενός παιδικού;

Ένα καλό παιδικό βιβλίο είναι σαν ένας μικρός θησαυρός κρυμμένος μέσα σε σελίδες. Δεν αρκεί μόνο να διαβάζεται, πρέπει να μπορεί και να ζει μέσα στο παιδί -και να το συνοδεύει- ακόμη κι όταν αυτό κλείσει. Οι λέξεις του πρέπει να είναι σαν χρώματα που βάφουν τη φαντασία, και οι εικόνες του σαν παράθυρα που ανοίγουν σε νέους κόσμους. Οφείλει να μιλά τη γλώσσα της καρδιάς των παιδιών, χωρίς να τους στερεί τη μαγεία του να ανακαλύπτουν μόνα τους το νόημα. Και, ίσως το πιο όμορφο απ’ όλα, είναι όταν μπορεί να κάνει ακόμη και τον ενήλικα που το διαβάζει να χαμογελά, να συγκινείται, ή να θυμάται το δικό του παιδικό όνειρο. Γιατί τα καλά παιδικά βιβλία, για μένα, δεν έχουν ηλικιακό όριο. Διαβάζονται από όλους, σε κάθε εποχή, γιατί έχουν κάτι να πουν...

Ποιο παιδικό βιβλίο συγκεκριμένα θεωρείτε ότι έχει τη δύναμη να επηρεάσει σε τόσο μεγάλο βαθμό τα παιδιά ώστε να αγαπήσουν την ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων γενικότερα; Σας έρχεται κάποιο στον νου;

Αν έπρεπε να διαλέξω ένα παιδικό βιβλίο που έχει τη δύναμη να καλλιεργήσει την αγάπη για τη λογοτεχνία, θα έλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Σαιντ Εξυπερύ. Ο Μικρός Πρίγκιπας δεν ήταν ποτέ για μένα απλά ένα βιβλίο. Ήταν ένα βλέμμα, μια χειραψία, μια φωνή που μου ψιθύρισε πως η καρδιά βλέπει καλύτερα από τα μάτια. Τον συνάντησα μικρή, και τότε τον είδα σαν έναν τρυφερό ταξιδιώτη, που μιλούσε με τριαντάφυλλα και αλεπούδες. Όμως, κάθε φορά που επέστρεφα σε εκείνες τις σελίδες, ήταν σαν να με περίμενε υπομονετικά, για να μου αποκαλύψει κάτι καινούργιο -μια αλήθεια που δεν ήμουν έτοιμη να καταλάβω πριν.

Νομίζω πως όποιο παιδί τον γνωρίσει, καταλαβαίνει ασυνείδητα ότι τα βιβλία δεν είναι μόνο ιστορίες -είναι φίλοι που σε ακολουθούν μια ζωή. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις λέξεις, γεννιέται η αγάπη για την ανάγνωση, χωρίς να το συνειδητοποιήσει καν.


Στην παιδική σας ηλικία υπήρξε κάποιο βιβλίο που σας άγγιξε πολύ και επηρέασε κατά κάποιον τρόπο τον νου και την ψυχή σας;

Όπως ανέφερα και παραπάνω, ο Μικρός Πρίγκιπας ήταν εκείνο το βιβλίο που άγγιξε κάτι βαθύτερο μέσα μου. Δεν θυμάμαι απλώς να το διάβασα -θυμάμαι να το «ρούφηξα». Σαν να μου μίλησε κατευθείαν στην ψυχή, χωρίς να περάσει από το μυαλό.

Ως παιδί, με γοήτευε η περιπέτεια και η μαγεία των τόπων που επισκεπτόταν. Ως ενήλικη, ανακάλυψα ότι μέσα σε αυτές τις φαινομενικά απλές ιστορίες κρύβονταν μεγάλες αλήθειες για τη φιλία, την αγάπη, την απώλεια, τη μοναξιά και την ευθύνη. Εκεί έμαθα ότι ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολλά πράγματα μαζί: καθρέφτης, πυξίδα, καταφύγιο. Και από τότε, σε κάθε σελίδα που γράφω, υπάρχει λίγο από εκείνη την πρώτη συνάντηση -σαν υπόσχεση να μην ξεχάσω ποτέ πώς είναι να βλέπεις τον κόσμο με τα μάτια της καρδιάς.

Παρότι εστιάζετε το ενδιαφέρον σας περισσότερο στη συγγραφή παιδικών ιστοριών, ωστόσο ως δημιουργός έχετε καταπιαστεί ήδη και με το διήγημα αλλά και με την ποίηση. Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι μια βαθύτερη ανάγκη σας, μια προσπάθεια του γράφοντος να καταπιαστεί και με άλλα είδη του λόγου ή και κάτι άλλο;

Για μένα, η συγγραφή δεν είναι στάση σε δωμάτια στεγανά, αλλά ταξίδι ενιαίο. Κάθε λογοτεχνικό είδος -το παιδικό παραμύθι, το διήγημα, η ποίηση- μοιάζει με ένα διαφορετικό τοπίο, που αξίζει να το περπατήσεις, για να δεις τον κόσμο από άλλη οπτική γωνία.

Όταν γράφω λοιπόν για παιδιά, η γλώσσα μου γίνεται απλή, αλλά όχι απλοϊκή. Όταν γράφω διήγημα, η ιστορία μου παίρνει σχήμα πιο γήινο. Και όταν γράφω ποίηση, αφήνω τη μουσική των λέξεων να με οδηγεί, να με απογειώνει. Δεν το κάνω για να αποδείξω κάτι, αλλά γιατί πιστεύω ότι ο/η συγγραφέας που τολμά να αναμετρηθεί με όλα τα είδη, μαθαίνει να ακούει τη φωνή της ίδιας της ιστορίας και να της δίνει τη μορφή που της αξίζει. Στο τέλος, όλα είναι κομμάτια της ίδιας διαδρομής -κομμάτια του ίδιου εαυτού. Συχνά λέω πως ο/η συγγραφέας που θέλει να ωριμάσει, πρέπει να περπατήσει όλα τα μονοπάτια του λόγου· μόνο έτσι θα μάθει ποιο είναι πραγματικά το δικό του/της.

Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας συνήθως για να πλάσετε τους δικούς σας παραμυθένιους κόσμους;

Η έμπνευσή μου είναι σαν σπόρος που μπορεί να φυτρώσει οπουδήποτε -σε μια παιδική ανάμνηση, σε μια εικόνα, σε μια είδηση, σε ένα τραγούδι που άκουσα τυχαία στον δρόμο. Άλλοτε τη βρίσκω στις σκιές και άλλοτε στο φως, στα ταξίδια μου και στις ήσυχες γωνιές του σπιτιού μου. Τα βιώματά μου είναι το χώμα· τα ερεθίσματα γύρω μου, το νερό και ο ήλιος. Από αυτά πλάθω κόσμους όπου μπορεί να συναντηθεί το αληθινό με το φανταστικό, το χθες με το αύριο. Όλα αυτά γίνονται τα νήματα που υφαίνουν τους παραμυθένιους κόσμους μου. Και νομίζω πως όσο περισσότερο αφήνω την καρδιά μου ανοιχτή στα ερεθίσματα γύρω μου, τόσο πιο ζωντανές και αληθινές γίνονται οι ιστορίες που γράφω.

Από τη μέχρι τώρα συγγραφική σας πορεία ποια εντύπωση έχετε διαμορφώσει για το αναγνωστικό σας κοινό; Είναι απαιτητικοί αναγνώστες τα παιδιά και γιατί;

Αν και η πορεία μου στο χώρο των εκδόσεων δεν είναι μακρά, εντούτοις το αναγνωστικό μου κοινό είναι πολύ ένθερμο και είναι αυτό που μου δίνει τελικά την απαραίτητη δύναμη να συνεχίσω και μάλιστα δυναμικά. Εκτός από το τελευταίο μου βιβλίο «Χάρης και Χαβιέ», πρόκειται να κυκλοφορήσουν μέσα στους επόμενους μήνες άλλα τρία μου βιβλία (δύο παιδικά και μία ποιητική συλλογή).

Όσο τώρα για τα παιδιά που με ρωτήσατε, αν είναι απαιτητικό κοινό, ναι, αυτό ισχύει. Τα παιδιά, βλέποντας μέσα από τα μάτια της καρδιάς, φιλτράρουν διαφορετικά τα πράγματα και είναι αδύνατο να τους κρυφτείς. Επίσης διαθέτοντας μια φοβερά αφοπλιστική ειλικρίνεια κι έναν τεράστιο αυθορμητισμό, δεν μπορούν τίποτα να σου κρύψουν. Δίνουν απίστευτη σημασία, ακόμη και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, και οτιδήποτε το μεγεθύνουν στον υπέρτατο βαθμό. Για όλους αυτούς τους λόγους, μα και για ακόμη περισσότερους, πιστεύω πως όποιος αποφασίσει να ασχοληθεί με το παιδικό βιβλίο θα πρέπει να είναι διπλά και τριπλά προσεχτικός, και να έχει έντονα ανεπτυγμένη την ενσυναίσθησή του. Αυτό ισχύει βέβαια, τόσο για το κείμενο, όσο και για την εικονογράφηση.


Πρόσφατα και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2025 κυκλοφόρησε ένα ακόμα παραμύθι σας, το τρίτο κατά σειρά έκδοσης, με τίτλο «Χάρης και Χαβιέ» από τις εκδόσεις «Ηλιαχτίδα». Πείτε μας δυο λόγια για την ιστορία που φιλοξενείτε σ’ αυτό.

Το παραμύθι «Χάρης και Χαβιέ» αποτελεί μία πρωτότυπη και τρυφερή αφήγηση, που γεφυρώνει με μοναδικό τρόπο τον κόσμο της φαντασίας με την ιστορική πραγματικότητα.

Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται μια αληθινή πηγή έμπνευσης: η μοναδική βιβλιοθήκη Joanina, του Πανεπιστημίου της Κοΐμπρα στην Πορτογαλία, ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κέντρα γνώσης στην Ευρώπη. Εκεί λοιπόν θα βρεθεί ο Χάρης και τότε θα ξεκινήσουν όλα... Χωρίς να το περιμένει αρχίζει ν’ ανακαλύπτει έναν κόσμο γεμάτο μυστήριο, γνώση και απρόσμενους φύλακες.

«Ο Χάρης και Χαβιέ» είναι μια τρυφερή και μαγική ιστορία για την αξία των βιβλίων και των παγκόσμιων βιβλιοθηκών, καθώς και για την αγάπη και τον σεβασμό που οφείλουμε να δείχνουμε για τη διατήρηση τους. Γιατί κάθε βιβλιοθήκη είναι μια νέα πύλη προς έναν κόσμο μαγικό...

Τι στάθηκε η αφορμή για να γράψετε τη συγκεκριμένη ιστορία «Χάρης και Χαβιέ»;

Αφορμή για το τρίτο μου κατά σειρά παραμύθι στάθηκε η ίδια η βιβλιοθήκη Joanina, που χτίστηκε τον 18ο αιώνα και θεωρείται ένα από τα ωραιότερα παραδείγματα μπαρόκ βιβλιοθηκών στην Ευρώπη. Αυτό που κάνει όμως τη βιβλιοθήκη Joanina μοναδική -και το οποίο αποτυπώνεται δημιουργικά στο παραμύθι «Χάρης και Χαβιέ»- είναι η ύπαρξη μιας αποικίας νυχτερίδων, που ζουν εδώ και αιώνες ελεύθερες -προστατευμένες και ευπρόσδεκτες- στον χώρο της συγκεκριμένης βιβλιοθήκης, επιτελώντας έναν απρόσμενο αλλά κρίσιμο ρόλο. Προστατεύουν τα πολύτιμα παλιά χειρόγραφα, βιβλία και παπύρους, καταναλώνοντας έντομα, όπως σκόρους και ακάρεα, τα οποία θα μπορούσαν διαφορετικά να καταστρέψουν ανεπανόρθωτα, αυτά τα σπάνια τεκμήρια της ανθρώπινης γνώσης. Το προσωπικό της βιβλιοθήκης τοποθετεί κάθε βράδυ δερμάτινα καλύμματα πάνω από τα έπιπλα, ώστε να προστατεύονται από τα περιττώματα των νυχτερίδων. Η βιβλιοθήκη αυτή αποτελεί ένα παράδειγμα αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης, όπου η φύση γίνεται ο καλύτερος φύλακας της ανθρώπινης γνώσης.

Έτσι λοιπόν, το παραμύθι «Χάρης και Χαβιέ» είναι μια μαγευτική ιστορία που συνδυάζει τη φαντασία με την αξία της γνώσης και της φιλαναγνωσίας, μέσα από τα μάτια ενός σύγχρονου παιδιού, και τη δύναμη μιας απρόσμενης φιλίας που ξετυλίγεται στις σελίδες του.

Είπαμε και προηγουμένως ότι είναι δύσκολο να απωθήσουμε τα παιδιά από τα τεχνολογικά μέσα και το διαδίκτυο προκειμένου να τα ωθήσουμε κατόπιν στο βιβλίο και την ανάγνωσή του. Κάπως έτσι ξεκινάτε κι εσείς την ιστορία του βιβλίου σας με τον δικό σας αφηγηματικό τρόπο, περιγράφοντας τον ήρωά σας Χάρη να βρίσκεται προσκολλημένος στο τάμπλετ του, αρνούμενος να επισκεφτεί μια βιβλιοθήκη που του προτείνει η μητέρα του. Για ποιο λόγο ξεκινάτε με αυτή τη συγκεκριμένη εικόνα; Τι θέλετε να καταδείξετε στον αναγνώστη σας και τι λύσεις του προτείνετε για το πρόβλημα το οποίο φέρνετε έμμεσα στην επιφάνεια της σκέψης;

Επέλεξα να ξεκινήσω την ιστορία του «Χάρης και Χαβιέ» με αυτή την εικόνα -ένα παιδί «κολλημένο» στο τάμπλετ- γιατί είναι μία σκηνή που δυστυχώς βλέπουμε πολύ συχνά γύρω μας. Ήθελα ο μικρός αναγνώστης να αναγνωρίσει κάτι οικείο, να δει ίσως και τον εαυτό του μέσα στον Χάρη, να ταυτιστεί. Αυτό το «καθρέφτισμα» είναι άλλωστε και το πρώτο βήμα για να ακολουθήσει τον ήρωα στο ταξίδι του... στην μοναδική, ιστορική βιβλιοθήκη Joanina. Δεν ήταν στις προθέσεις μου, αλλά ούτε και ήθελα να «δαιμονοποιήσω» την τεχνολογία, γιατί ξέρω ότι αποτελεί μέρος της ζωής μας. Θέλω μόνο να δείξω ότι υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος -αυτός των βιβλίων- που μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστικός, αν όχι περισσότερο.

Θυμάμαι όταν διάβασα στον τύπο ένα άρθρο για τη συγκεκριμένη βιβλιοθήκη, είπα μέσα μου «Δε γίνεται να συμβαίνει αυτό; Η φύση να προστατεύει και να φροντίζει αυτόν τον τεράστιο πλούτο της γνώσης -μέσα στους αιώνες- και ο άνθρωπος απλώς ν’ αδιαφορεί και να γυρίζει την πλάτη στην παγκόσμια πολιτιστική του κληρονομιά... Αυτό δεν πρέπει να μείνει στα αζήτητα, αλλά πρέπει να χυθεί μελάνι... να γίνει μια νέα ιστορία».

Μέσα λοιπόν από την ιστορία του «Χάρη και του Χαβιέ», σκοπός μου ήταν να δείξω πως η ανάγνωση δεν είναι μία αγγαρεία, αλλά είναι περιπέτεια. Μια πόρτα που ανοίγει σε απίθανους τόπους και με απρόβλεπτες συναντήσεις. Και πράγματι στη βιβλιοθήκη αυτή, η πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε φαντασία.

Στους γονείς τώρα και στους εκπαιδευτικούς θα πρότεινα να κάνουν αυτή την πόρτα λίγο πιο ελκυστική: να διαβάζουν μαζί με τα παιδιά, να τους αφήνουν να διαλέγουν οι ίδιοι βιβλία, να συνδέουν την ανάγνωση με χαρά, φαντασία και παιχνίδι. Μόνο τότε το βιβλίο μπορεί να γίνει πραγματικός φίλος και να τεθούν οι βάσεις της φιλαναγνωσίας. Το βιβλίο δεν πρέπει να το βλέπουμε ως έναν αντίπαλο της τεχνολογίας, αλλά ως ένα διαφορετικό μονοπάτι, πιο «ήσυχο», αλλά γεμάτο θησαυρούς. Αν και οι μεγάλοι σταθούν δίπλα στα παιδιά, μοιραστούν ιστορίες μαζί τους, και αφήσουν τη φαντασία να πρωτοστατήσει, τότε οι μικροί αναγνώστες δεν θα αφήσουν ποτέ αυτό το μονοπάτι.

Ποια είναι τα μηνύματα που περνάτε στα παιδιά μέσω της ιστορίας που αφηγείστε; Γίνονται αντιληπτά στον μικρό αναγνώστη; Θα κατανοήσει το πρόβλημα και θα αγαπήσει τελικά το βιβλίο; Τι πιστεύετε;

Μέσα από την ιστορία του «Χάρης και Χαβιέ» θέλω να περάσω στα παιδιά την ιδέα ότι η ανάγνωση δεν είναι κάτι “παλιομοδίτικο”, αλλά ένα μαγικό ταξίδι που μπορεί να τους χαρίσει χαρά, περιπέτεια και νέες ιδέες. Θέλω να καταλάβουν ότι η τεχνολογία μπορεί να έχει τη θέση της στη ζωή μας, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αίσθηση του να χάνεσαι μέσα σε μια ιστορία, να συναντάς ήρωες που σε κάνουν να γελάς, να συγκινείσαι ή να βλέπεις τον κόσμο διαφορετικά.

Πιστεύω πως τα παιδιά μπορούν εύκολα να κατανοήσουν το μήνυμα του βιβλίου -όχι μέσα από ηθικολογίες, αλλά μέσα από τον ίδιο τον Χάρη- που στην αρχή σκέφτεται όπως πολλά από αυτά, μα στη συνέχεια ανακαλύπτει κάτι καινούριο, κάτι ευφάνταστο και μαγικό. Όταν βλέπουν ότι ο ήρωας αλλάζει γνώμη, επειδή βίωσε ο ίδιος τη μαγεία των βιβλίων, τότε είναι πιο πιθανό να θελήσουν κι εκείνα να δοκιμάσουν.

Είμαι αισιόδοξη λοιπόν, ότι ο μικρός αναγνώστης φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου, όχι μόνο θα έχει καταλάβει το μήνυμα, αλλά και θα έχει κάνει το πρώτο βήμα για να αγαπήσει το βιβλίο. Γιατί, τελικά, η αγάπη για την ανάγνωση δεν φυτεύεται με κανόνες, αλλά ανθίζει με ιστορίες.


Πείτε μας δυο λόγια και για την εικονογράφηση του βιβλίου σας; Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με την εικονογράφο Στέλλα Μάντακα; Ανταποκρίνονται οι εικόνες της στις απαιτήσεις του κειμένου σας και τις δικές σας; Βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση των όσων περιέχονται σε αυτό και των όσων αφήνουν να εννοηθούν;

Η συνεργασία μου με την κα Στέλλα Μάντακα -για την εικονογράφηση του «Χάρης και Χαβιέ»- ξεκίνησε ως μία πρόταση από τον εκδοτικό οίκο. Από την πρώτη στιγμή όμως, και από τα πρώτα της σχέδια, κατάλαβα πως θα απέδιδε το κείμενό μου με την καρδιά της και όχι απλά διεκπεραιωτικά. Οι εικόνες της όχι μόνο συνοδεύουν την ιστορία μου, αλλά την αγκαλιάζουν, της δίνουν φως, χρώμα και ζωντάνια. Κατάφερε να αποτυπώσει όχι μόνο όσα περιγράφω, αλλά και όσα αφήνω σκόπιμα να αιωρούνται, αφήνοντας χώρο στη φαντασία του παιδιού.

Νιώθω πραγματικά ευχαριστημένη από τη συνεργασία μας, γιατί κάθε εικονογράφηση της κυρίας Μάντακα είναι και μια μικρή ιστορία, μέσα στην ιστορία, μια γέφυρα που ενώνει το κείμενο με τον μικρό αναγνώστη, κάνοντας το ταξίδι πιο ζωντανό, πιο τρυφερό και πιο αξέχαστο.


Σε ποιες ηλικίες απευθύνεται κυρίως το παραμύθι σας;

Το «Χάρης και Χαβιέ» απευθύνεται κυρίως σε παιδιά ηλικίας 5 έως 10 ετών, δηλαδή σε εκείνη την ηλικιακή περίοδο που αρχίζουν να διαβάζουν μόνα τους, αλλά συγχρόνως εξακολουθούν να απολαμβάνουν τις ιστορίες που τους διαβάζουν και οι μεγάλοι. Ωστόσο πιστεύω, ότι το βιβλίο μπορεί να το απολαύσει κάθε παιδί -ή και κάθε ενήλικας- που αγαπά τις τρυφερές, φανταστικές ιστορίες, με μηνύματα για τη φιλία, τη φαντασία και τη δύναμη των βιβλίων.

Άλλωστε το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει και ένα έναυσμα για περισσότερη σκέψη, πάνω στην διαχρονική αξία των βιβλιοθηκών και στον ρόλο τους, για την προαγωγή της γνώσης και του πολιτισμού, κάτι που καλό θα ήταν -ειδικά στις μέρες μας- να το ξαναθυμηθούμε και να το καλλιεργήσουμε και στα παιδιά μας, μέσω επισκέψεων, δανεισμού και συμμετοχής σε ποικίλες δράσεις που διοργανώνονται εκεί.

Είστε ευχαριστημένη με το νέο σας εκδοτικό σπίτι, τις εκδόσεις «Ηλιαχτίδα»; Είναι εποικοδομητική η μεταξύ σας συνεργασία;

Το να βρεις τον κατάλληλο εκδοτικό οίκο είναι σαν να βρίσκεις το κατάλληλο λιμάνι, απ’ όπου το βιβλίο σου θα ξεκινήσει το ταξίδι του. Με τις εκδόσεις Ηλιαχτίδα ένιωσα από την πρώτη στιγμή ότι το χειρόγραφό μου βρήκε ανθρώπους που το αγκάλιασαν με την ίδια αγάπη που το είχα γράψει. Η συνεργασία μας είναι ζεστή, ειλικρινής και γεμάτη δημιουργικότητα -δεν περιορίζεται σε συμβόλαια και χρονοδιαγράμματα- αλλά στηρίζεται στην κοινή μας πίστη, ότι κάθε βιβλίο μπορεί να αγγίξει μια παιδική καρδιά. Και όταν μοιράζεσαι το ίδιο όνειρο με ανθρώπους που σε καταλαβαίνουν, τότε ξέρεις ότι βρίσκεσαι ακριβώς εκεί που πρέπει.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

Σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου μου:

Πραγματικά ο Χάρης δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο. «Αλήθεια είναι απίστευτη! Και πόσα βιβλία!» είπε έκπληκτος.

«Και με τους πιο παράξενους καθαριστές βιβλίων... Πουθενά αλλού δεν το συναντάς αυτό. Προχώρα όμως, γιατί έχουμε πολλά να δούμε!» είπε η μητέρα και χάθηκε ανάμεσα στους διαδρόμους...

Ο Χάρης μαγεμένος από τον τεράστιο θησαυρό γνώσεων που φυλάσσονταν στα πανύψηλα ράφια της άρχισε να περιφέρεται ανάμεσα στις στοίβες των παλιών χειρόγραφων. Τότε άκουσε μια τσιριχτή φωνή πίσω από ένα ράφι. «Ε εσύ, μπορείς να με βοηθήσεις; Είμαι ένας μαθητευόμενος καθαριστής... Δυστυχώς κατά τη χθεσινή μου πτήση, κάνοντας έναν λάθος ελιγμό, έπεσα, και έχω σφηνώσει πίσω από το ράφι. Είμαι εδώ παγιδευμένος ώρα και η φτερούγα μου πονάει» συνέχισε η ίδια φωνή παραπονιάρικα.

«Ποιος είσαι εσύ; Φανερώσου!» είπε ο Χάρης παραξενεμένος. «Να σου συστηθώ! Με λένε Χαβιέ και ανήκω στους φροντιστές αυτής της παλιάς βιβλιοθήκης. Είμαι ένας ιπτάμενος βιβλιοθηκονόμος, που έχω ως αποστολή να καθαρίζω τα παλιά βιβλία, τρώγοντας τα έντομα των σελίδων τους» είπε ο Χαβιέ, προσπαθώντας να απλώσει την τραυματισμένη του φτερούγα, για μία χειραψία.

Κυρία Αγγελοπούλου, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτησή μας και σας εύχομαι πάντα όμορφες και παραμυθένιες εμπνεύσεις.

Κι εγώ, κυρία Πετρίδου, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω πολύ για τη ζεστή φιλοξενία και ευελπιστώ να τα πούμε ξανά στο μέλλον, με αφορμή κάποιο άλλο μου βιβλίο!


Βιογραφικό:

Η Έλενα Αγγελοπούλου έχει καταγωγή απ’ τη Βόρεια Εύβοια. Η αγάπη της για τα παιδιά, την ώθησε στις σπουδές των Επιστημών της Αγωγής. Είναι απόφοιτη του Παν/μίου Αιγαίου, του Τμήματος Νηπιαγωγών, και κάτοχος MEd του Παν/μίου Δυτικής Αττικής, με ειδίκευση στις Καινοτόμες Τεχνολογίες και στις Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες. Επίσης, παρακολουθεί το ΠΜΣ του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, με θέμα τη Δημιουργική Γραφή. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. Είναι μητέρα δύο παιδιών. Ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός συμμετέχει σ’ εκπαιδευτικά προγράμματα (δημιουργικής γραφής, φιλαναγνωσίας κ.α.), καθώς και σε ελληνικά και πανευρωπαϊκά εκπαιδευτικά δίκτυα. Έχει εκδώσει ήδη δύο παιδικά βιβλία. Το πρώτο με τίτλο «Ο Ασημένιος» (Αθήνα, εκδ. Μ. Σιδέρη, 2023) και το δεύτερο με τίτλο «Ουρά για δύο» (Αθήνα, εκδ. Μ. Σιδέρη, 2025). Επίσης, έργα της (ποιήματα, διηγήματα) έχουν λάβει διακρίσεις σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς κι έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους.