Άλλη μια νύχτα
που καίγεται η ζωή. Στάχτες κι αποκαΐδια θα τη βρούνε το πρωί, πικρό ενθύμιο
για κείνους που την έκλαψαν ξανά και ξανά, γιατί… κάποιοι προτίμησαν στη θέση
της τον θάνατο. Μαύρη μαυρίλα και καπνός, αναπνοή, μια υπόνοια ύπαρξης μονάχα
για ευχή, νεκρός παράδεισος. Το αποτέλεσμα σκληρά θε να μιλήσει. Και τώρα, τι;
Δε φταίει η
φύση, μην ξεσπάς. Ποτέ η φύση είν’ ο λόγος για ό,τι πάνω της κατάρα κυβερνά. Μήτε
κι ο άνεμος, η θέση, η εποχή, τίποτα απ’ όλα αυτά, τίποτα δε της φταίει, μην
ξεσπάς. Μονάχα κείνο το λειψό, το ξερό, το κούφιο το κεφάλι, το χάλι φταίει το
κακό, του ανεγκέφαλου σου κτήνους κεκτημένο, δική σου πράξη κι ευλογία
δυστυχώς. Δική σου φλέβα είν’ κι αυτό, του γνωστού, ναι, του γνώριμου γνωστού
σου, του πιο γνωστού, καλά ακούς, αφού εσύ το ανάθρεψες με το στανιό, εσύ το έλουσες
με το κακό, εσύ του μόλυνες το πιο αγνό, ό,τι καλό είχε εκ γενετής μέσα κι
απέξω του. Κατάντια, θλίψη κι εθισμός.
Και τώρα, τι;
Κλαίει το θύμα, λες, και οδύρεται. Κατηγορεί, σπαράζει, καταριέται κι ύστερα
κρύβεται τον πόνο του μη δει, στριμώχνεται ύπουλα στη μοίρα του κι αναρωτιέται
ακόμα το γιατί. Ορμά ανήμερο θεριό να διώξει το άδικο και προκαλεί την τύχη του
ζητώντας ευλογία. Μα εσύ. Εσύ το θύμα και ο θύτης. Εσύ και τ’ άδικο. Εσύ που ανάθρεψες
το κτήνος με κακία, εσύ που άρπαξες γυμνό τον εαυτό του κι από αγνό και άσπιλο
τον έχρισες εκδικητή.
Καθώς οι μέρες
θα κυλήσουν μες στο άπειρο κι όλα μια ανάμνηση θα γίνουν μα ίσως κι όχι, μιας
νύχτας μεθυσμένης σαν κι αυτή, σαν ένας κύκλος θα σκορπίζει το κακό πάνω απ’ τη
χάρη του σεντόνι και κατάρα, αχάραγα, τυφλά και μανιασμένα, σπέρνοντας σπίθα
και φωτιά από συνήθεια. Γιατί; Ξέρεις γιατί. Κατάντια πάλι και κλαυθμός. Λυγμός κι
απόγνωση.
Πάλι μπροστά ο
εκδικητής. Και τώρα, τι; Όπου σταθεί κι όπου βρεθεί κρατά τιμόνι. Τρόμος
χαρίζεται στον νου και την ψυχή, να βρίσκει χώρο κι αφορμή, να ζει το ίδιο
θαρρετά την ηδονή. Εικόνα, πράξη εφιαλτική. Σα μανιασμένη θύελλα η ορμή του,
ύπουλη κι αιώνια η πληρωμή. Αντίδωρο στην αφορμή που την προκάλεσες. Εσύ.
Πάλι εσύ. Μαύρη μαυρίλα και καπνός, νεκρός παράδεισος. Κτήνος και άνανδρος
εχθρός ο εκδικητής. Το ίδιο αχόρταγος, του τρόμου εθιστής.
Και πάλι, τι; Κρίμα
το θύμα, θα το λες και θα οδύρεσαι. Κι ένα γιατί θα καρτερεί για τη ζωή, σαν
προσευχή να προσπερνά της γης το σύνορο. Απανθρωπιά, ντροπή και αίσχος η σιγή,
σαν ενοχή και σιωπηλό βασανιστήριο, σαν καρτερία, οφειλή κι επιταγή, σαν μια
φρικτά σακατεμένη απ’ τα χρόνια προσμονή. Εσύ. Εσύ το θύμα και ο θύτης. Εσύ και
τ’ άδικο.
Τώρα που
κράτησες μαχαίρι και λεπίδι και την πληγή σου χάραξες με άκρα προσοχή, τώρα που
διάπλατα στον πόνο απ’ τον πόνο αιμορραγείς, τι να ρωτήσεις τώρα, τι, αφού πια
το’ μαθες κι εσύ. Εσύ το θύμα και ο θύτης. Εσύ και τ’
άδικο.
Άλλη μια νύχτα
που χάνεται η ζωή. Φλέγεται! Αύριο, τι; Πόση λαχτάρα να προκύψει για τ’
ανέφικτο, λυτρωτική του παρελθόντος εικόνα ανθρωπινή! Αχ, πώς κατάντησε η γη σου,
ασυλλόγιστε! Αχ, πώς κατάντησες πια ασήμαντος κι εσύ!
Φωτογραφία εξωφύλλου:

0 Σχόλια