Ποιος μιλά για ειρήνη σ’ έναν κόσμο που έχει μάθει προ πολλού να μπερδεύεται, να επιδιώκει τον πόλεμο για συνθήκη του και να ορμά σα μανιασμένο κύμα μπρος στον θάνατό του; Που έχει μάθει να μη νοιάζεται για τη χαρά του την πραγματική, για τη γαλήνη της ψυχής του, την ευτυχία του, για το μοίρασμα στιγμών με τον συνάνθρωπο. Παντού σκυμμένα βλέμματα το σκηνικό του, σκοτεινά, παγωμένα, περίεργα, μοναχικά. Κάποτε έμοιαζαν χαρούμενα στα μάτια του. Ναι, το παραδέχεται, κάποτε ήταν όλα γύρω του τόσο μα τόσο διαφορετικά.
Κάποτε οι άνθρωποι γελούσαν κι ονειρεύονταν, αγκαλιάζονταν δίχως φραγμό, μιλούσαν για ειρήνη και τη ζούσανε. Κάποτε το χέρι του ενός ήταν η συνέχεια του άλλου, ο λόγος καρπερός, ζεστασιά στις κρύες νύχτες των μεγάλων δυσκολιών. Πουθενά κακία, πουθενά μιζέρια, πουθενά φθορά. Λευκό τοπίο η ζωή τους. Αγνός παράδεισος.
Τώρα; Τι έγινε τώρα κι όλα σκοτείνιασαν; Γιατί αφήνιασαν οι άνθρωποι; Γιατί μαράζωσε η γη; Μεθυσμένες καρδιές το ριζικό τους, κατεστραμμένες απ’ τη ζάλη του παραλογισμού και της καχυποψίας, μεταλλαγμένες. Αποξενωμένες από φόβο και από πίκρα μαζί, αγριεμένες κι ακυβέρνητες. Απάτη κι εκμετάλλευση το χρώμα που απλώθηκε σεντόνι τους. Βουτηγμένο στο ψέμα το ξανθό, για να ποτίσει το κακό με το στανιό, βαθιά ως το κόκαλο. Πόλεμος η νέα εκδοχή. Πόλεμος ψυχών και σωμάτων, λογικής και τρέλας. Πόλεμος ζωής και θανάτου. Πόλεμος νικητών και ηττημένων.
Λάθος. Μέγα λάθος. Ο πόλεμος δε βγάζει νικητές. Ποιος ισχυρίστηκε το αντίθετο; Ποιος έπαιξε στα ζάρια τη ζωή κι ήταν συμφέρον του; Ποιο συμφέρον, αναλογίστηκε; Κυνηγώντας για το δήθεν ποθητό κατατροπώθηκε. Η αχαριστία του τον νίκησε παταγωδώς, το ίδιο το εγώ του τον συνέτριψε, το είναι τού γύρισε την πλάτη του, με δυο λόγια… η ουσία του τον εγκατέλειψε. Κι ύστερα, απόμεινε δειλός και ηττηθείς να αρνείται κάθε του ντροπή από συνήθεια. Κι η ενοχή του έγινε βίωμα, μια συντροφιά τις κρύες νύχτες της οδύνης του, που πια… πολλές μαζεύτηκαν με τον καιρό και τον σκοτείνιασαν αλύπητα, ακόμα πιο πολύ, ακόμα πιο βαθιά.
Κι η ειρήνη μαράθηκε απ’ τον καημό. Αποτυπώθηκε λεκιασμένη στα σκελετωμένα σώματα των πεινασμένων παιδιών, στα ματωμένα ρούχα των νεκρών αδερφών, στα δάκρυα των απεγνωσμένων κραυγών, στα βασανισμένα βλέμματα των στεναγμών, στα καραβάνια των χιλιάδων προσφύγων. Κι ο πόλεμος γιγάντωσε απ’ την ορμή, άπλωσε τα πλοκάμια του απ’ άκρη σ’ άκρη, θέριεψε, γκρέμισε, ισοπέδωσε, κυρίεψε. Έγινε βίωμα καθημερινό, καθόλου περίεργο πια και μισητό, καθόλου αποκρουστικό.
Η πένθιμη γη του μεταλλαγμένου ανθρώπου είναι εδώ. Η κόλασή του είναι εδώ. Η πλάνη του είναι εδώ. Στο ίδιο σημείο που κάποτε ευώδιαζε αγάπη, στο ίδιο σημείο που κάποτε ευώδιαζε ζωή. Ξεριζώθηκε η αγάπη απ’ το χώμα της και μαζί της ξεριζώθηκε η ζωή.
Ποιος να μιλήσει πια για ειρήνη σ’ έναν κόσμο που έχει πάψει προ πολλού να ονειρεύεται; Ποιος να ελπίσει στο καλό, να αποζητήσει θαρρετά τη σωτηρία του, αν δε γνωρίζει στοιχεία ελάχιστα γι’ αυτήν; Ποιος να σταθεί ανθρωπινά κι όχι ρομποτικά μπρος στον καθρέφτη του μ’ ορμή παιδιού για να χαθεί στα βάθη της κρυμμένης του εκδοχής, να σπάσει μια το τζάμι της ρουτίνας του, να πάρει ανάσα αληθινή και αποζητώντας την αλήθεια του να ευχηθεί ευλαβικά μια δεύτερη ευκαιρία της ζωής;
Παγκόσμια ημέρα Ειρήνης, είπαν χθες. Για ποιον άραγε;

0 Σχόλια