Βιβλιοκριτική: «Ανυπότακτες σκέψεις. 151 Χαϊκού» της Στέλλας Πετρίδου | Γράφει η Μεταξούλα Μανικάρου

 


Ανυπότακτες σκέψεις
151 Χαϊκού
Συγγραφέας: Στέλλα Πετρίδου
Ημερομηνία έκδοσης: 07/2019
Τόπος έκδοσης: Χίος
ISBN: 978-960-632-046-0
Σελίδες: 36
Θέμα: Ποιητική συλλογή
Εκδόσεις: Άλφα Πι

 Γράφει η Μεταξούλα Μανικάρου


Ι. Ο Τίτλος ως Ποιητική Πράξη και Φιλοσοφικό Κλειδί

Ο τίτλος «Ανυπόταχτες σκέψεις», η πρώτη δήλωση της ποιήτριας, λειτουργεί ως αντίβαρο στη φόρμα και συνιστά μια παραδοξότητα. Το χαϊκού είναι μια ποιητική φόρμα ιαπωνικής προέλευσης που υπακούει σε αυστηρούς κανόνες συλλαβών (5-7-5),  απαιτεί μια λεκτική ακρίβεια, περιγράφει μια εικόνα της φύσης και δίνει στοιχεία για την εποχή του χρόνου μέσα από εποχικές λέξεις (Κίγκο). Ο τίτλος, ως αναγνωστική οδηγία, προδιαθέτει μια ποίηση που θέλει να ταράξει, να αφυπνίσει, να αναδείξει την πάλη του εσωτερικού κόσμου. Η «ανυποταξία» δεν είναι δομική, αλλά θεματική και συναισθηματική. Σκέψεις και συναισθήματα ξεπηδούν αυθόρμητα και πιεστικά, δυναμικά, επαναστατικά, ατίθασα, πέρα από τα προβλέψιμα μονοπάτια, ως μια εξέγερση ενάντια στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη δομική πειθαρχία και την ελευθερία δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πεδίο ανάγνωσης: η ποιήτρια δαμάζει τη μορφή, για να αφήσει ελεύθερο, ατίθασο και ανυπότακτο το πνεύμα.

Ο αριθμός «151 χαϊκού» προκαλεί ερωτήματα σχετικά με την επιλογή του, με το δεδομένο ότι δεν υπάρχει άμεση δήλωση της συγγραφέως που να εξηγεί τον ακριβή λόγο. Η ποιητική αυτή χειρονομία, που δεν είναι απλώς μια αριθμητική καταγραφή, μας επιτρέπει να οδηγηθούμε σε κάποιες εικασίες. 

Μήπως εμπεριέχει την έννοια της υπέρβασης, καθόσον δεν είναι ένας τακτοποιημένος, στρογγυλός και υπάκουος αριθμός, όπως το 100, αλλά ένας αριθμός που σπάει τον κανόνα, που αρνείται να μείνει στην τελειότητα του «στρογγυλού», που φεύγει πέρα από το σύνηθες και αναμενόμενο και δένει απόλυτα με τον τίτλο «Ανυπόταχτες σκέψεις»;

Άραγε, αυτή η «περιττότητα» των 51 επιπλέον χαϊκού να συνιστά ένα νεύρο προς την παράδοση,  αφού στην ιαπωνική παράδοση είναι συνηθισμένο να δημοσιεύονται συλλογές 100 χαϊκού και να λειτουργεί ως η ενσάρκωση της ανυποταξίας;

Ίσως να αποκρύπτει ένα προσωπικό ίχνος της ίδιας της ποιήτριας και να συνδέεται με σημαντική ημερομηνία, ένα γεγονός,  μια μνήμη, μια περίοδο στη ζωή της;

Τάχα νάναι ένας αριθμός αυθόρμητος και βιωματικός και να προέκυψε φυσικά και αβίαστα, ως το σημείο όπου ολοκληρώθηκε ο κύκλος των σκέψεών της ή να αποτελεί αποτέλεσμα μιας διαδικασίας επιλογής από μεγαλύτερο σύνολο, χωρίς να επιδιώξει στρογγυλό ή συμβατικό αριθμό, ή μια δημιουργική πρόκληση που έθεσε στον εαυτό της (π.χ. να γράψει ένα χαϊκού για κάθε μέρα εντός συγκεκριμένου διαστήματος) ή οι 151 ημέρες συγκεκριμένης περιόδου έμπνευσης και γραφής;

Μπορεί να υποκρύπτει τον συμβολισμό των αριθμών «1» και «5», δηλαδή το «1», ως η αρχή, η πρωτοπορία, η  ατομικότητα, το «5»,  ως η ισορροπία, οι αισθήσεις, η αρμονία και πάλι το «1» που κλείνει τη συλλογή με έναν κύκλο, με σκοπό να επαναφέρει τον αναγνώστη στην αφετηρία και να του δείξει πως η ποίηση είναι μια διαρκής αρχή;

Μήπως… Άραγε… Ίσως… Τάχα… Μπορεί… το «151» λειτουργεί σαν κωδικός που αφήνει χώρο για μυστήριο και που αποκαλύπτεται μόνο εν μέρει στον αναγνώστη.

 

ΙΙ. Το εξώφυλλο ως ποιητική δήλωση

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Ανυπόταχτες Σκέψεις-151 Χαϊκού» της Στέλλας Πετρίδου λειτουργεί ως σιωπηλή εισαγωγή στο ποιητικό σύμπαν της συλλογής.

Η λευκή επιφάνεια κυριαρχεί και θυμίζει το χαρτί πριν γραφεί ο στίχος. Ο λευκός αυτός χώρος μπορεί να ερμηνευτεί ως χώρος αναμονής, παύσης, ανάσας και παραπέμπει στη φιλοσοφία του χαϊκού, όπου η σιωπή και το ανείπωτο συνομιλούν με τον λόγο και το ειπωμένο. Λειτουργεί σαν «λευκό χαρτί» που καλεί τον αναγνώστη να το γεμίσει με τις δικές του εικόνες και συναισθήματα.

Το μικρό εικαστικό σύμβολο στο κέντρο του εξωφύλλου, ένα σχέδιο με λεπτούς, διακλαδιζόμενους κλώνους που μοιάζουν με φυτό, ξερό και γυμνό κλαδί ή ρίζα, συμβολίζει αφενός τη φύση, τον βασικό άξονα του χαϊκού και αφετέρου τη σκέψη και την εσωτερική ζωή που είναι ανυπότακτες και απρόβλεπτες, όπως οι γραμμές και οι κλώνοι του σχεδίου. 

Ο τίτλος είναι τυπωμένος με μεγάλα, καθαρά, σύγχρονα γράμματα και έντονα γραφικά. Πρώτα είναι η έννοια («ανυπόταχτες σκέψεις») και μετά η μορφή («χαϊκού») με τον ακριβή αριθμό («151»). Πρόκειται για την οπτικοποίηση μια δημιουργικής διαλεκτικής ανάμεσα στην ελευθερία της σκέψης  και στην αυστηρή δομή του χαϊκού. Το βιβλίο δηλώνει ότι σέβεται τη φόρμα, αλλά δεν υποτάσσεται ολοκληρωτικά σε αυτήν.

Το όνομα της συγγραφέως τοποθετείται ψηλά, με σεμνότητα και οι λεπτομέρειες της έκδοσης «Άλφα Πι» και του έτους «Χίος 2019» είναι διακριτικές, με το λογότυπο να προσθέτει μια αίσθηση τοπικής ταυτότητας.

Συνολικά, το εξώφυλλο είναι ασκητικό, λιτό και βαθιά εύγλωττο. Ψιθυρίζει, δεν φωνάζει. Υπονοεί το περιεχόμενο, δεν το εξηγεί. Και τελικά, προετοιμάζει τον αναγνώστη για μια ποιητική εμπειρία εσωτερική, στοχαστική, ουσιαστική και ανυπότακτη.

 

ΙΙΙ. Το μότο ως σιωπηλή αυτοδήλωση της ποιητικής ταυτότητας

Το μότο που προτάσσει η Στέλλα Πετρίδου στην ποιητική της συλλογή, «Η ποίησή μου, / το καθάριο κομμάτι / της ύπαρξής μου», λειτουργεί ως πυκνή ποιητική αυτοδήλωση και ταυτόχρονα ως κλειδί ανάγνωσης ολόκληρου του έργου.

Η χρήση της αντωνυμίας «μου» προσδίδει έντονο βιωματικό χαρακτήρα και αναδεικνύει την ποίηση ως αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξης της δημιουργού. Δεν παρουσιάζεται ως τεχνική ή δραστηριότητα, αλλά ως πυρήνας της ταυτότητάς της, ως ουσιώδες στοιχείο αυτογνωσίας και αυτοαποκάλυψης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το επίθετο «καθάριο». Δηλώνει μια βαθιά εσωτερική διαύγεια και όχι μια επιφανειακή καθαρότητα. Μπορεί να ιδωθεί και ως αντίστιξη στον θόρυβο της εποχής, στην ταχύτητα, στις φθαρμένες λέξεις, στον συμβιβασμό, στην υπερπληροφόρηση. Το καθάριο κομμάτι της ύπαρξης είναι εκείνο που δεν υποτάσσεται, που αντιστέκεται στη φθορά, στον συμβιβασμό και στην ευκολία.

Το μότο, τρεις σύντομοι στίχοι, σχεδόν σαν χαϊκού, αποτελεί τον πυρήνα της ποίησης, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για το ύφος της συλλογής. Μπορεί να διαβαστεί ως μια μορφή εσωτερικής αντίστασης, ως μια ηθική διάσταση της ποιητικής πράξης, ως μια πράξη ευθύνης απέναντι στον εαυτό και στον Άλλο, ως μια σιωπηλή πρόσκληση προς τον αναγνώστη: να αναζητήσει και εκείνος το δικό του «καθάριο κομμάτι».

 

ΙV. Η εσωτερική γεωγραφία των 151 χαϊκού

Τα 151 χαϊκού της Στέλλας Πετρίδου παρουσιάζονται σε ομάδες τεσσάρων ή πέντε ανά σελίδα, χωρίς διακριτές ενότητες ή υποκεφάλαια, και συνοδεύονται στο κάτω μέρος από μικρά, μαύρα αφηρημένα εικονίδια του Γεώργη Διλμπόη, που θυμίζουν κλαδιά ή ρίζες. Αυτή η σελιδοποίηση ευνοεί μια αδιάκοπη, ρέουσα ανάγνωση, σαν ακολουθία σκέψεων που ξεδιπλώνονται φυσικά.

Σε επίπεδο θεματικής, τα χαϊκού της Πετρίδου αγγίζουν όλο το φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας: από την καθημερινότητα και τη μοναξιά έως τον έρωτα, την κοινωνική ανησυχία, την ελπίδα, τη νοσταλγία, τη φθορά του χρόνου, τη μνήμη και την επιθυμία υπέρβασης.

Η γλώσσα, λιτή και αιχμηρή, αποκτά εκφραστική ισχύ, καθώς αποφεύγει τη ρητορεία και τον υπερβολικό συναισθηματισμό, επιλέγοντας τον σεβασμό προς το αντικείμενο που περιγράφει. Οι εικόνες δεν λειτουργούν ως απλά φυσικά στιγμιότυπα, αλλά ως αντανακλάσεις του εσωτερικού κόσμου, ως φορείς συγκρούσεων, πόθων, αγωνιών και ελπίδας. Μέσα από αυτή τη διακριτική, σχεδόν ψιθυριστή, ποιητική, ο αναγνώστης καλείται να βρει τη δική του φωνή, ολοκληρώνοντας τα χαϊκού όχι μόνο στη σελίδα, αλλά και μέσα του.

 

V. Τρεις Φάσεις της Νοσταλγίας: Δημιουργία, Απώλεια, Επίγνωση

Από το σύνολο των 151 χαϊκού επιλέγω τα τρία ακόλουθα και επιχειρώ μια προσέγγισή  τους.

α) «Παραμυθένια / εικόνα που σ’ έπλασε / η νοσταλγία» (σελ. 30). Το χαϊκού εστιάζει στη δημιουργική αλλά και παραπλανητική και εξιδανικευμένη δύναμη της νοσταλγίας. Η νοσταλγία λειτουργεί ως καταφύγιο, με την έννοια ότι αναπλάθει μια όμορφη εκδοχή του παρελθόντος. Αλλά είναι και αυταπάτη, καθόσον   αναπλάθει το παρελθόν σύμφωνα με τις συναισθηματικές ανάγκες του παρόντος. Συνεπώς,  η νοσταλγία «πλάθει» εικόνες και μνήμες σαν παραμύθι. Έτσι, το χαϊκού υπαινίσσεται ότι αυτό που θυμόμαστε δεν είναι απαραίτητα αυτό που υπήρξε, αλλά αυτό που έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε ότι υπήρξε.

β) «Αλησμόνητη / νιότη μου, σε βλέπω, πια, / φωτογραφία» (σελ. 32). Η νιότη δεν είναι πλέον βίωμα, είναι ανάμνηση. Γίνεται φωτογραφία, μαρτυρία ενός χρόνου που δεν επιστρέφει. Έτσι το χαϊκού  καταγράφει τη νοσταλγία και την οδυνηρή αυτοσυνειδησία ότι η νιότη υπάρχει ως αποτύπωμα, ένα στατικό τεκμήριο, μια απόσταση ανάμεσα στο τότε και το τώρα.

γ) «Το πρωτοβρόχι. / Χαρά που αρρωσταίνει / το φθινόπωρο» (σελ. 32). Το τρίτο χαϊκού μεταφέρει τον αναγνώστη στο φυσικό τοπίο. Το πρωτοβρόχι δεν είναι ανανέωση, αλλά συνοδεύεται από μια χαρά που δεν ολοκληρώνεται («αρρωσταίνει»), γιατί ακολουθεί το φθινόπωρο, εποχή παρακμής και φθοράς. Εδώ η νοσταλγία για τον χρόνο που περνά σκιάζει ακόμη και τις πιο φωτεινές εμπειρίες.

Αποτιμώντας συνολικά τα τρία χαϊκού, διαπιστώνουμε ότι σχηματίζουν μια ποιητική χειρονομία:

·           η νοσταλγία του παρελθόντος ως εξιδανικευμένη αφήγηση,

·           η νοσταλγία της νιότης ως στατική εικόνα φωτογραφίας,

·           η νοσταλγία της χαράς ως εμπειρία που φέρει μέσα της τη φθορά.

Η επιλογή αυτή ας εκληφθεί ως μια προσωπική προτίμηση και συνειδητή αναγνωστική στάση. Γιατί τα τρία αυτά χαϊκού:

·           Αποκαλύπτουν τον βαθύ μελαγχολικό πυρήνα του βιβλίου.

·           Αναδεικνύουν τον πόνο της συνείδησης που παρατηρεί την ασταμάτητη ροή του χρόνου.

·     Έχουν μια βαθιά και κρυφή εννοιολογική σύνδεση: «Παραμυθένια» (από τον μύθο), «Αλησμόνητη» (από τη λήθη, την άρνηση της λήθης), «Αρρωσταίνει» (αναφορά στη νόσο, τη φθορά). Ως εκ τούτου, η λεξιλογική αλληλουχία είναι η εξής: πλάθουμε μύθους, αλλά το αποτέλεσμα είναι άρρωστο, γιατί η πραγματικότητα φθίνει.   

·           Η Νοσταλγία είναι γλυκόπικρη ανάμνηση. 

·          Είναι δείγματα της μοναδικής φωνής της ποιήτριας που μπορεί να παίρνει μια απλή, οικεία έννοια (φωτογραφία, βροχή, νοσταλγία) και να τη στρέφει λίγο προς την παραδοξότητα, αποκαλύπτοντας μια οδυνηρή αλήθεια.

 

VΙ. Αργές αναγνώσεις, βαθιές ρίζες: 151 χαϊκού – 151 μικρές αποκαλύψεις

Το βιβλίο «Ανυπότακτες σκέψεις. 151 Χαϊκού» της Στέλλας Πετρίδου προσφέρεται ως τόπος εσωτερικής περιήγησης. Δεν ενδείκνυται για γρήγορη, συνεχόμενη, μονορούφι ανάγνωση, αλλά για μια αργή και ουσιαστική εγκατάσταση μέσα στον αναγνώστη. Ο αναγνώστης μπορεί να το ανοίγει σε μια τυχαία σελίδα και να συναντά μια μικρή στιγμή αποκάλυψης, αφήνοντας κάθε χαϊκού να εισχωρεί αθόρυβα, σαν ψίθυρος ή σαν σπόρος που απαιτεί χρόνο, για να ριζώσει και να ανθίσει.

·           151 μικρά υπέροχα «σφηνάκια» ποίησης

·           151 μικρές «επαναστάσεις»

·           151 στιγμές εσωτερικής ανάφλεξης

·           151 σύντομες, πυκνές ματιές στον ψυχικό κόσμο της ποιήτριας

·           151 μεστές, ποιητικές εκρήξεις

·           151 τρόποι να κατοικήσεις τη σιωπή

·           151 ανυπόταχτες φλόγες…

Και ίσως εδώ να εντοπίζεται το μεγαλύτερο επίτευγμα της συλλογής: ότι, μέσα στο αυστηρό όριο των 17 συλλαβών, η Στέλλα Πετρίδου καταφέρνει να αναδείξει το ελάχιστο σε ουσία και να μεταπλάσει το προσωπικό σε εμπειρία κοινή. Τα 151 χαϊκού δεν προσφέρονται για απλή ανάγνωση, αλλά για βίωση· για να εγκατασταθούν μέσα μας σαν μικρές, ανυπότακτες φλόγες που σιγοκαίνε σιωπηλά.

 

 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια