![]() |
1. «Ερωτόκριτος»: η διάδοση, η πρόσληψη και η αντοχή του στον ιστορικό χρόνο
Ο «Ερωτόκριτος», η έμμετρη ερωτική μυθιστορία, όπως έχει γραμματολογικά χαρακτηριστεί, εκτείνεται σε παραπάνω από 10.000 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στην κρητική διάλεκτο και αποτελεί το αριστούργημα της ώριμης κρητικής λογοτεχνίας (ΙΣΤ΄ και ΙΖ΄ αιώνα) του εμβληματικού ποιητή της Κρήτης του Βιτσέντζου Κορνάρου. Το έργο, το οποίο κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα και τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1713 στη Βιέννη, είναι θαυμαστό για την αντοχή του και την ακτινοβολία του στον χρόνο.
Διαβάστηκε αμέτρητες φορές και απλοί, αγράμματοι άνθρωποι το απομνημόνευαν. Οι Κρητικοί το είχαν ως ακρόαμα για την αναπτέρωση του εθνικού τους φρονήματος στα χρόνια της σκλαβιάς και έδιναν ως βαφτιστικά τα ονόματα των ηρώων του. Μεταφράστηκε σε ξένες γλώσσες, μελοποιήθηκε, παραστάθηκε στο θέατρο και ενέπνευσε τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ και άλλους καλλιτέχνες. Πέρασε στην περιοχή της λαϊκής φαντασίας και του μύθου, έγινε θρύλος, παραμύθι, σύντομο αφήγημα, τραγούδι, δρώμενο, μαντινάδα, λιανοτράγουδο, θυμοσοφική συμπύκνωση, θεματικό, υφικό και στιχουργικό πρότυπο τόσο για το κρητικό δίστιχο, τη μαντινάδα, όσο και για μείζονες δημιουργούς, και ρίζωσε στο πολιτισμικό σύμπαν του ελληνόφωνου κόσμου. Τέλος, ο «Ερωτόκριτος» με τις κατάλληλες στοχαστικές προσαρμογές διδάσκεται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Μεγάλη και σημαντική στροφή για την πορεία των ερωτοκρίτειων σπουδών (δεκαετία του 1980 και εξής) ήταν η κριτική έκδοση του έργου από τον Στυλιανό Αλεξίου, καθώς και ο Συμφραστικός Πίνακας («concordance»), που επιτρέπει στον αναγνώστη με οικονομία δυνάμεων να ελέγχει όλο το κείμενο με διαφορετικούς τρόπους από τη γραμμική σειρά της συνηθισμένης ανάγνωσης.
2. Η εικονοποιία του Έρωτα ως κληρονομιά και δημιουργική
σύνθεση
Η εικονοποιία του
Έρωτα στον «Ερωτόκριτο» εντάσσεται σε ένα ευρύ, σύνθετο και πολυστρωματικό διακειμενικό πεδίο, όπου συναντώνται και
αλληλοσυμπληρώνονται στοιχεία της αρχαίας ελληνικής και λατινικής παράδοσης,
της αναγεννησιακής εικονογραφίας και της πετραρχικής ποιητικής. Ο Κορνάρος δεν
επινοεί εκ νέου τη μορφή του Έρωτα, αλλά αξιοποιεί δημιουργικά και ανασυνθέτει
ένα πλούσιο συμβολικό, ήδη παγιωμένο, οπλοστάσιο, το οποίο προσαρμόζει στις
ανάγκες της αφήγησης και της ψυχολογικής απόδοσης των ερωτικών παθών των ηρώων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Έρωτας δεν αποτελεί απλώς μια μυθολογική φιγούρα ή ένα
διακοσμητικό στοιχείο της αφήγησης, αλλά αναδεικνύεται σε ενεργό δραματικό
παράγοντα, ο οποίος καθορίζει τις πράξεις, τις επιλογές και τις εσωτερικές
συγκρούσεις των προσώπων. Η εικονοποιία του λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο
εξωτερικό αφηγηματικό επίπεδο και στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο των ηρώων,
μετατρέποντας αφηρημένες συναισθηματικές καταστάσεις σε απτές, ορατές εικόνες.
Έτσι, ο Κορνάρος φαντάζεται πολύ συχνά τον Έρωτα, σύμφωνα με την αρχαία και
αναγεννησιακή εικονογραφία, ως μικρό
γυμνό παιδί, να είναι αρματωμένο με βέλη, τόξα και ξίφος, να έχει φτερά, να
κρατά φωτιά και να είναι τυφλό.
2.1. Ο Έρωτας ως παιδί: αθωότητα και απειλή
Ο Έρωτας στον «Ερωτόκριτο» προσωποποιείται συχνά ως μικρό, γυμνό παιδί (Α274:«ἔχει τ’ ὁλόγδυμνο παιδὶ ποὺ παίζει τὸ δοξάρι·»). Η εικόνα αυτή αποκτά αλληγορική διάσταση: η παιδική μορφή δηλώνει την έλλειψη λογικού ελέγχου, τη συναισθηματική αστάθεια και την ανωριμότητα που χαρακτηρίζει τους ερωτευμένους. Υπογραμμίζεται η αντινομία που βρίσκεται στον πυρήνα του ερωτικού πάθους, καθόσον το παιχνίδι μετατρέπεται σε απειλή, αφού το παιδί αυτό κρατά όπλα ικανά να πληγώσουν βαθιά την ανθρώπινη ψυχή.
2.2. Τα όπλα του Έρωτα και η τυραννία του ερωτικού πάθους
Ο έρωτας είναι
αρματωμένος με τόξο, σαΐτες και ξίφος
(Α1667, 1668: «μ’ ἄρματα φοβερίζει με καὶ μὲ φωτιὰ κεντᾶ με·/μὲ τὸ ξιφάρι μοῦ
μιλεῖ, μὲ τὴ σαΐτα λέγει,»). Τα όπλα αυτά μεταφέρουν στη γλώσσα και τη λογική
του πολέμου. Ο ερωτευμένος παρουσιάζεται ως παθητικό υποκείμενο, πλήρως
εκτεθειμένο στη δύναμη του Έρωτα, ο οποίος λειτουργεί ως τύραννος και δυνάστης.
Η ερωτική εμπειρία αποδίδεται ως βίαιη επίθεση και τραυματισμός της ψυχής,
μοτίβο βαθιά ριζωμένο στη λατινική ερωτική ποίηση και ιδιαίτερα στον
πετραρχισμό όπου ο εραστής είναι πάντα ο «ηττημένος». Η μεταφορά του έρωτα ως
μάχη υποδηλώνει τη βία και την αναγκαστική υποταγή του ερωτευμένου, ο οποίος
βιώνει τον έρωτα ως τραυματική εμπειρία. Το ερωτευμένο υποκείμενο δεν δρα αλλά
πλήττεται, δεν επιλέγει αλλά υποτάσσεται.
Τα βέλη και οι σαϊτιές του Έρωτα που λαβώνουν τον ερωτευμένο αποτελούν κοινό τόπο (πρβλ. τις νεοελληνικές εκφράσεις: λαβώνομαι από τα βέλη του έρωτα, με χτυπούν τα βέλη του έρωτα). Στον «Ερωτόκριτο» το έμβλημα του Διοφάνη έχει ως θέμα ένα τοξευμένο ελάφι, μια παρομοίωση βιργιλιανής καταβολής που η διάχυσή της έγινε γνωστή με τη μεσολάβηση του Πετράρχη και δηλώνει την αδυναμία του ερωτευμένου να γιατρευτεί ό,τι και αν κάνει. Στη «Βοσκοπούλα» (στίχοι 17-20) και την «Ερωφίλη» (στίχοι 585, 615-617), ο Έρωτας τοξεύει μέσα από τα μάτια των γυναικών και εκεί έχει τον θρόνο του: «Στρέφομαι και θωρώ τη μες στα μάτια/κ’ ερράγην η καρδιά μου τρία κομμάτια,/γιατί Έρωτες είχαν κ ’ εδοξεύγα/και να με σαϊτέψουν εγυρεύγα» και «Έρωτα [...] Στω γυναικώ τ ’ αμμάτια το θρονί σου/κρατείς, κ’ εκ τα χιονάτα κι όμορφά τως/προσώπατα πληθαίνει η μπόρεσή σου». Επίσης, η εικόνα του Έρωτα ως πανίσχυρου άρχοντα ενισχύεται από παράλληλα κείμενα της εποχή, όπως στη παραλλαγή του «Βασίλειου Διγενή Ακρίτη», που παραδίδεται το 1632 από τον λόγιο γραφέα Μελέτιο Βλαστό. Εδώ, ο Έρωτας είναι ο φρικτός τοξοφόρος ρήγας, ο δυνάστης στον οποίο οφείλει να υποδουλωθεί όλη η πλάση «Και εκεί μέσα εκάθετον ο φρικτός Έρως, εκείνος ο τοξότης, [...]/Τις είναι τούτος ο φρικτός, ο φοβερός και μέγας, ο δυνατός και κραταιός και μέγας τοξότης; [...]». Συνεπώς, η παράδοση αυτή φωτίζει και τον «Ερωτόκριτο», όπου ο Έρωτας λειτουργεί ως δύναμη υπερπροσωπική, στην οποία υποτάσσονται οι ήρωες ανεξαρτήτως βούλησης.
2.3. Ο φτερωτός Έρωτας και η αλληγορία της φυγής
Ο Έρωτας έχει φτερά (Γ253, 254: «Ὁ Ρώκριτος εἶν’ Ἔρωτας κι ἂν καὶ φτερὰ δὲν ἔχει, [...] /εἰς τὴν καρδιά μου τά ’πεψε κ’ ἐκεῖ ’ναι τὰ φτερά του,»). Η γνωστή εικόνα του φτερωτού Έρωτα, καθώς και η αλληγορική εικόνα της αγαπημένης που κρατά στην καρδιά της τον εραστή της του οποίου τα φτερά έχουν κοπεί ή καεί, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να φύγει από την καρδιά της, είναι κοινότατο μοτίβο στην πετραρχική παράδοση. Από την άλλη η ταύτιση του Ερωτόκριτου με τον φτερωτό Έρωτα, που φεύγει και πετά, ενώ η Αρετούσα είναι κοντά του και συνδέει την αιτία των δεινών της με τον ίδιο τον Ρώκριτο μπορεί να ερμηνευθεί ειρωνικά ως παράδοξη εισβολή μιας φαινομενικής λογικής στην τόσο φορτισμένη συγκινησιακά Αρετούσα.
2.4. Η φωτιά του έρωτα και η αντινομία ηδονής–οδύνης
Η παρομοίωση του έρωτα με φωτιά είναι από τις συχνότερες στο έργο (Α306:«κ’ ἤβαν’ ὁ Ἔρωτας κρουφὰ τὰ ξύλα στὸ καμίνι.». Α 1042: «πῶς μᾶσε δείχνει δροσερὸν ἐκεῖνον ὁποὺ βράζει!». Α1654:«βαστᾶ φωτιὰ κι ἀναλαμπὴ κι ἀπάνω μου τὴ ρίχνει.»). Η φωτιά του έρωτα καίει, αλλά ο ερωτευμένος τη βιώνει ως δροσιά, σύμφωνα με την πετραρχική αντινομία. Η αυταπάτη αυτή φανερώνει τη διαστρέβλωση της αντίληψης και την ψυχική αλλοίωση που επιφέρει το ερωτικό πάθος. Ο Κορνάρος αξιοποιεί το μοτίβο αυτό για να αποδώσει με ενάργεια την εσωτερική σύγκρουση των ηρώων και τη διττή φύση του έρωτα ως πηγή ηδονής και οδύνης. Με άλλα λόγια, η φωτιά του έρωτα δεν βιώνεται ως οδύνη από τον ερωτευμένο, αλλά ως γλυκιά αυταπάτη, γεγονός που αποκαλύπτει τη διαστρέβλωση της αντίληψης και τη βαθιά ψυχολογική αλλοίωση που επιφέρει το ερωτικό πάθος.
2.5. Η τυφλότητα του Έρωτα και το βλέμμα ως
γενεσιουργός δύναμη
Ο Κορνάρος αποδίδει
στον Έρωτα την ιδιότητα της τυφλότητας
(Β514:«τὸ κοπέλι τὸ τυφλὸ»). Η έννοια της τυφλότητας («Τυφλός ο έρως» του Θεόκριτου) και η άποψη ότι «ο
ερωτευμένος είναι τυφλός ως προς αυτόν που αγαπά» («τυφλοῦται περί τὸ
φιλούμενον ὁ φιλῶν» του Πλάτωνα) διατυπώνονται συχνά στην κλασική γραμματεία.
Αυτή ωστόσο η τυφλότητα αναφέρεται στον έρωτα ως συναίσθημα και ψυχική
κατάσταση και όχι στον θεό Έρωτα, δηλαδή το μοτίβο των κλεισμένων ματιών ήταν
άγνωστο στην ελληνική και ρωμαϊκή τέχνη. Σε όλες τις σχετικές ποιητικές περιγραφές
ο Έρως δεν είναι ποτέ τυφλός, γιατί θα ήταν απαράδεκτο το όργανο με το οποίο
γεννιέται και ζει ο Έρως, δηλαδή τα μάτια, να ήταν τυφλά.
Στον «Ερωτόκριτο» η σημασία του βλέμματος είναι καθοριστική για τη γέννηση του ερωτικού συναισθήματος, αφού μέσα από τα μάτια (Α1265-1266:« Τὰ μάτια μοναχά ’χουσι, σὰν κεῖνα ποὺ θωροῦνε,/σύβαση μὲ τὸν Ἔρωτα καὶ μιὰ βουλὴ κρατοῦνε.») περνά η εικόνα του αγαπημένου για να φτάσει στην καρδιά του εραστή, όπου εδράζεται το ερωτικό συναίσθημα. Το ερωτικό βλέμμα ως το κύριο αίτιο της γέννησης του πόθου αποτελεί πετραρχικό στοιχείο και επανεμφανίζεται σε πολλούς από τους εκπροσώπους της πετραρχικής παράδοσης. Έτσι, η τυφλότητα λειτουργεί περισσότερο ως αλληγορία της άλογης δύναμης του έρωτα και όχι ως άρνηση της σημασίας της όρασης. Συνεπώς, η εικονογραφία του τυφλού Έρωτα αποτελεί επινόηση των ηθικοπλαστικών μυθογράφων. Μάλιστα, στην ιταλική τέχνη του 14ου και 15ου αιώνα ο Έρωτας, εκτός από τη νεοαποκτημένη τυφλότητά του, ξαναπαίρνει τη μορφή του φτερωτού αγοριού ως μια επάνοδο στα κλασικά πρότυπα.
3. Ο Έρωτας ως συμβολικό και ψυχοδυναμικό σύστημα
Ο Έρωτας στον «Ερωτόκριτο» αναδεικνύεται ως άλογη, αντιφατική και πανίσχυρη δύναμη, η οποία διαπερνά και επηρεάζει τον ψυχισμό των ηρώων και καθορίζει τόσο τις εσωτερικές τους διεργασίες όσο και τη συνολική εξέλιξη της αφήγησης. Οι ποικίλες εικόνες που λαμβάνει -του παιδιού, του πολεμιστή, του φτερωτού, του τυφλού και του φορέα της φωτιάς- δεν λειτουργούν ως απλές ποιητικές συμβάσεις και καθιερωμένα ποιητικά σχήματα, αλλά συγκροτούν ένα οργανωμένο και λειτουργικό συμβολικό πλέγμα συμβόλων, μέσα από το οποίο ο Κορνάρος αποδίδει με ενάργεια την πολυπλοκότητα της ερωτικής εμπειρίας. Η εικονοποιία αυτή μετατρέπει αφηρημένες ψυχικές καταστάσεις σε απτές, ορατές εικόνες, επιτρέποντας στον αναγνώστη να παρακολουθήσει τη σταδιακή υποδούλωση του ερωτευμένου υποκειμένου στο πάθος.
Παράλληλα, οι ερωτικές εικόνες εντείνουν τον λυρισμό και τη δραματικότητα του έργου, προσδίδοντάς του συναισθηματικό βάθος. Ο έρωτας παρουσιάζεται ως δύναμη αντιφατική, που πληγώνει και ευφραίνει ταυτόχρονα, θολώνει την κρίση αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την αντοχή και την αυτογνωσία των ηρώων. Έτσι, ο Κορνάρος αποδίδει τον έρωτα όχι απλώς ως αφηγηματικό στοιχείο, αλλά ως κεντρική και διαχρονική διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας.

0 Σχόλια