Βιβλιοκριτική: "Κίτρινη αζαλέα" της Εύας Αρβανίτη-Μιχαλοπούλου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 

Κίτρινη αζαλέα
Συγγραφέας: Εύα Αρβανίτη-Μιχαλοπούλου
ISBN: 978-618-250-018-7
κατηγορία: Ελληνική Ποίηση
Σελίδες: 122
Ημερομηνία έκδοσης: 01/11/2025
Εκδόσεις: Ενύπνιο


Την πρώτη της ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε πρόσφατα και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 2025 η καταξιωμένη και πολυγραφότατη συγγραφέας Εύα Αρβανίτη Μιχαλοπούλου από τις εκδόσεις «Ενύπνιο», με τίτλο «Κίτρινη Αζαλέα». Κι ενώ πρόκειται για το πρώτο της προσωπικό βιβλίο που υπηρετεί το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, δεν αποτελεί μια πρωτόλεια συγγραφική της προσπάθεια. Η Εύα Αρβανίτη Μιχαλοπούλου μας έχει παρουσιάσει και στο παρελθόν δείγματα της ποιητικής γραφής της, που δικαιολογημένα ανάγουν την ποίησή της σε ποίηση υψηλής αισθητικής. Σε ποίηση, δηλαδή, με ουσία, με πολλά και σπουδαία νοήματα, με περιεχόμενο που αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής, με πλούσιο λεξιλόγιο και βαθιά γνώση της γλώσσας, με πληθώρα εικόνων και περιγραφών που ταξιδεύουν τη σκέψη και την εντυπωσιάζουν, εν ολίγοις με αξία σημαντική που αναδεικνύει περισσότερο το πνεύμα της, το μορφωτικό της επίπεδο και την αντίληψή της για τα πράγματα.

Η ποίηση της Εύας Αρβανίτη Μιχαλοπούλου με την προσεγμένη επιμέλεια, τη σοβαρότητα, την ποιότητα και το ήθος της, με την κομψή τυπογραφία και την πηγαία μουσικότητά της, ακολουθεί τα χνάρια της αισθητικής σκέψης των ποιητών της αρχαιότητας και δη των κλασικών χρόνων. Σκοπός της είναι η ηδονή της ψυχής και η γοητεία της, η απόδοση της αλήθειας με τρόπο ποιητικό, λυρικό, αισθαντικό και μαγευτικό. Η ρομαντική στάση της απέναντι στο απογύμνωμα της ψυχής χαρακτηρίζει τη γραφή της συνολικά, αφού χαρακτηρίζει γενικότερα το ύφος και τη μορφολογία των ποιημάτων της. Ο εσωτερικός της ποιητικός ρυθμός και η ομορφιά που αναδεικνύεται μέσα από αυτόν αποδεικνύουν περίτρανα ότι το βιβλίο της αποτελεί το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ποιητικής τριβής, που με τη σειρά της προκλήθηκε έπειτα από βαθιά φιλοσοφική αναζήτηση και σκέψη.

Η έντονη φιλοσοφική διάθεση της ποιήτριας είναι επίσης εμφανής σε όλα τα ποιήματα της συλλογής της, γεγονός που θα διαπιστώσει ο αναγνώστης ήδη από την αρχή της ανάγνωσης. Διατηρώντας το πολυτονικό σύστημα γραφής, επιλογή που φανερώνει μια προσπάθεια από μέρους της διατήρησης του μουσικού τόνου της αρχαίας ελληνικής έναντι του δυναμικού τονισμού της σύγχρονης δημοτικής, εισάγει τον αναγνώστη στο δικό της ποιητικό σύμπαν, το απόλυτα επιβλητικό, συμβολικό και άκρως αινιγματικό, με τις πολλές και αναγκαίες μεταφορές, που λειτουργούν βοηθητικά στην κατανόηση των βαθύτερων νοημάτων της, τα οποία και επιδιώκει να φέρει στο φως καταθέτοντας ταυτόχρονα και τη δική της άποψη και θέση.

Η ποιητική της συλλογή χωρίζεται σε ενότητες.

Η πρώτη ενότητα του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Εκατόμβη εκατόμφυλων ρόδων». Το πρώτο ποίημα της ενότητας αυτής, επομένως και του βιβλίου, είναι αφιερωμένο στην παγκόσμια ημέρα της ποίησης και στους αφανείς ποιητές. Καθόλου άστοχη ή τυχαία η επιλογή της αυτή, αφού η ποιήτρια επιχειρεί εξαρχής να αφήσει το προσωπικό της στίγμα στην ποίηση.

Φυσικά, όλα τα ποιήματα της Εύας Αρβανίτη Μιχαλοπούλου έχουν κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Η ποιήτρια δεν είναι αποκομμένη από το σήμερα και τα παράλογά του, από την περιθωριοποίηση του ιδανικού και το κυνήγι του εφήμερου. Το βλέπει μπροστά της, άλλωστε, και το παρακολουθεί. Το άδικο καραδοκεί, ενώ το τίμιο παραγκωνίζεται.

Η επιβίωση στο προσκήνιο με κάθε τίμημα είναι αισθητή.

«Όλα παρανάλωμα πυρός
στον βωμό της επιβίωσης
για ένα ακόμη επίδομα
πολυτελούς φτωχοποίησης
σε μια πάλαι ποτέ περήφανη
των ιδεών Πλάτωνος Πολιτεία» (Σελίδα 16)

Κυνηγός της φθοράς καταλήγει ο άνθρωπος. Κλείνει τα μάτια στην ισονομία για να επιβιώσει. Ωστόσο, κάπου ανάμεσα στη φθαρτότητα των πάντων, στο χάος της ευτέλειας και της ψυχικής αποχαύνωσης, διακρίνει ένα ίχνος ελπίδας, την ομορφιά που ακόμα επιμένει να ποτίζει με το νερό της καλοσύνης την επίγεια παρουσία της. Κι εκεί, αλλάζει διάθεση, γαληνεύει, χαμογελά, αισιοδοξεί εγκωμιάζοντας την εξαίρεση που φωτίζει το σκοτάδι με οράματα, πίστη και αγάπη. Εξαιτίας της γίνεται ξανά λυρική, ρομαντική, ευαίσθητη. Το σονέτο της στη σελίδα 18 του βιβλίου καθρεφτίζει την ομορφιά του έρωτα και τη δυναμική του. Ώσπου η διάθεσή της σκοτεινιάσει και πάλι. Ώσπου ο λόγος της γίνει θρήνος, καθώς απευθύνεται στη χώρα της και τη βαριά της μοίρα. Ένας θρήνος όμοιος με σύντομη πράξη αρχαίας τραγωδίας, με αναφορές στις συμφορές, στους φόβους, στις συγκρούσεις και στα πάθη της.

«Σημαίνον μα και σημαινόμενο,
ώ ειρωνεία τραγική,
τέλος δε θάχει η δυσμένεια
χωρίς του κάθε ικέτη τη μεταστροφή
στα ιδεώδη μας και την ελληνική σοφία.
Από το τραγικό μας μεγαλείο αναδύονται
οι ελεύθεροι, ανώτεροι άνθρωποι.» (Σελίδα 22)

Η ποιήτρια έπειτα μιλά για τις προσωπικές της προσδοκίες. Για τα όνειρα, τις ιδιωτικές αναταράξεις, τις λοξοδρομίες, τα εμπόδια, τις τρικλοποδιές, τα ιδιωτικά πάθη και λάθη.

«Πόσο ποθώ ποίηση να τα κάνω όλα,
πάθη λανθάνοντα, λάθη διαφυγόντα,
χαρές και χάρες, μνήμες, βιώματα,
ή ψευδεπίγραφες αναφορές.» (Σελίδα 28)

Διεισδύοντας σε αυτά, διαπιστώνει πως όλα αποτελούν την καθημερινότητα της σύγχρονης ζωής για την οποία η ίδια, ως παρατηρητής αυτής, επιβάλλεται να πολεμήσει μέσω της τέχνης της, εξασφαλίζοντας θαύματα φωτός εκεί όπου το φως τείνει να νικηθεί από το σκοτάδι.

Η ποιήτρια προτρέπει στην προσωπική ελευθερία, στην απεξάρτηση από καθετί κακόβουλο που καραδοκεί να ευτελίσει την ορμή μιας ελεύθερης βούλησης. Επισημαίνει, ωστόσο, τον κίνδυνο της εξάρτησης, του αποπροσανατολισμού και στο τέλος της υποδούλωσης του εαυτού λόγω της άγνοιας, του ενθουσιασμού, της αλαζονείας. Η ίδια, κάνοντας την ενδοσκόπησή της, νιώθει περήφανη που κατάφερε να παραμείνει πιστά προσηλωμένη στο δίκιο, στη λευτεριά και την αλήθεια, αντιστεκόμενη στους σφετεριστές και άσπονδους φίλους, που πριόνιζαν συχνά το ακέραιο του χαρακτήρα της επιχειρώντας βάναυσα την πτώση της, τα φίδια της ζωής της, όπως τους χαρακτηρίζει, με την ουρά της ζήλιας τους μεγάλη, απειλητική και πάντα επιθετική.

Η ποιήτρια παρομοιάζει τον άνθρωπο αρπακτικό με παγόνι, με ανοιχτά τα φτερά του, σαν βεντάλια υπεροψίας. Κι ύστερα τον περιγράφει. Επιδιώκει τον θαυμασμό, υποκρίνεται τον τέλειο. Ο ναρκισσισμός του τον καθοδηγεί σε λάθος μονοπάτια, που μόνο μοναξιά του προσφέρουν, παρόλο που εγωισμός και η έπαρση τον εμποδίζουν να αποδεχτεί την ήττα του. Μια ήττα που ούτε ο πλούτος ούτε η δόξα μπορούν να αποτρέψουν για χάρη του. Κι έτσι, αυτάρεσκος καθώς είναι, πατώντας επί πτωμάτων για να διατηρήσει την υποτιθέμενη υπεροχή του, νικιέται από την ίδια του την αυταρέσκεια. Αντικαθίσταται, στο τέλος, από κάτι περισσότερο ευτελές, για να συνειδητοποιήσει έστω και αργά ότι τίποτα δεν άξιζε περισσότερο από την ψυχή του, που εις γνώση του κατέστρεψε κόβοντάς της τα φτερά της δύναμής της.

«Από τότε, μισή ψυχή,
πλανιέσαι τις νυχτιές, σκιά ερεβώδης,
ζητώντας εκμαγείο των φτερών σου.
Εκείνα πέταξαν –αυθύπαρκτα πια- για κει,
όπου εσύ ποτέ δεν θα πετάξεις.» (Σελίδα 44)

Η ποιήτρια φυσικά δίνει λύση στο πρόβλημα. Υπάρχει ακόμα ελπίδα, ισχυρίζεται. Γι’ αυτό κινείται συμβουλευτικά στον αποπροσανατολισμένο και δυστυχισμένο άνθρωπο. Σιωπή και ταπείνωση συνιστά η συμβουλή της, προκειμένου η κακότητα μετουσιωθεί σε ανθρωποσύνη.

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου της φέρει τον τίτλο «Ψήγματα πρώιμης γραφής». Πράγματι, τα ποιήματα αυτής της ενότητας μαρτυρούν την αρχική απόπειρα της ποιήτριας να εκφραστεί ποιητικά, πειθαρχημένα πολλές φορές, ίσως και ομοιοκατάληκτα. Άλλο ένα σονέτο της αναδεικνύει το ταλέντο της και την άνεσή της να εκφραστεί και στον έμμετρο στίχο με την ίδια πειθαρχία και την ίδια αφοσίωση που δείχνει και στον ελεύθερο.

«Προσφιλής μνήμη, κύμα παυσίλυπο,
εκτόνωση αρνητικού φορτίου,
κλαυσίγελως πρώην έντιμου βίου,
ψυχής βαλαντωμένης ελιξίριο.» (Σελίδα 57)

Η θεματική της ταξιδεύει τον αναγνώστη στην ομορφιά του δειλινού, στην ασφυξία των δεινών, στη μνήμη που χάνεται, στα όνειρα και στις προσδοκίες, στον κύκλο της ζωής, στον αγώνα της ανάδειξης του καλού και στην τροχιά της μετάλλαξης του ανθρώπου σε Άνθρωπο.

Η τρίτη ενότητα του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Θαλασσογραφίες». Η ποιήτρια στην ενότητα αυτή συνομιλεί με τη θάλασσα. Τη χαρακτηρίζει μαριόλα, πικρο-θάλασσα και πικρο-κυματούσα, θάλασσα δακρύων κι ανάσα, θάλασσα που κρύβει μέσα της όλα τα όνειρα και τους καημούς των ανθρώπων.

«Παρηγορήσου, μοναχή δεν είσαι.
Δεν βλέπεις, χιλιάδες άνθρωποι
το φάντασμα της ερημιάς
σε σένα πνίγουν,
θάλασσα δακρύων,
θάλασσα άνασσα, ανάσα
δίνεις.» (Σελίδα 64)

Η θάλασσα είναι παντού παρούσα, έστω και από απόσταση, παρατηρεί. Εισχωρεί στα βάθη της καρδιάς για να προκαλέσει τη μνήμη, την αφύπνιση, την κατάργηση του πόνου και του φόβου. Είναι πανέμορφη η εικόνα της, σημειώνει, αναστατώνει ο πλούτος του βυθού της, ενώ πολλά μηνύματα περνά καθώς η αγάπη γεννιέται απ’ το χάδι της.

Η τέταρτη ενότητα του βιβλίου της φέρει τον τίτλο «Δώδεκα στιχοπλόκοι μήνες». Το περιεχόμενο της ενότητας αυτής είναι αυτό ακριβώς που μαρτυρεί και ο τίτλος της. Η ποιήτρια ξεκινώντας από τον μήνα Ιανουάριο αφήνεται ελεύθερη για να κάνει τον απολογισμό της ζωής. Κόντρα στα υποκατάστατα της ανθρώπινης υπόστασης, αναφέρει, ο άνθρωπος σε πρώτο πληθυντικό καταφέρνει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του, μετρώντας φυσικά ανοιχτές πληγές, επιβιώνοντας ωστόσο με τη βοήθεια της θείας (Ανωτέρας) Προστασίας. Ο Φεβρουάριος, που συνεχίζει τον χρόνο, αναδύει μνήμες μοσχομυριστές κι ευωδιαστές, παρηγοριά στον άνθρωπο που ακόμα ζει μέσα από τις αναμνήσεις του. Με τον Μάρτιο η ποιήτρια ταξιδεύει τον αναγνώστη στης καρδιάς της το νησί, στη Λέσβο. Με τον Απρίλιο παρουσιάζει την ευωδιαστή Άνοιξη, που έχει ως μελωδία της την αγάπη. Ο Μάιος που τον ακολουθεί φαίνεται να προκαλεί για την ποιήτρια τη σιωπή, κυρίως όταν η μοναξιά επιστρέφει στην αγκαλιά της ανεπανάληπτης ανάμνησης. Ο Ιούνιος παρουσιάζεται στο ποίημά της μελαγχολικός, αφού προκαλεί δοκιμασίες και πόνο μαζί, λύπη, μαρασμό και μοναξιά. Ο Ιούλιος έπειτα φυσά φωτιά στους στίχους της, ενώ ο αίτιος ακόμα αναζητείται. Ο Αύγουστος παρουσιάζεται να μαγνητίζει βλέμματα νωθρά που αναζητούν άνθρακες θησαυρούς. Ο Σεπτέμβριος, μελαγχολικός κι εκείνος, αρνείται να απαρνηθεί το καλοκαίρι. Στον Οκτώβριο η ποιήτρια αλλάζει θεματική. Μέσα από τις θυσίες γενναίων στρατιωτών ο μήνας αυτός καταφέρνει να ορθώσει το ΟΧΙ για να προκύψει το μεγάλο ΝΑΙ της λευτεριάς. Στον Νοέμβριο κάνει λόγο για την ερήμωση των ναών, μα πάνω απ’ όλα για την ερήμωση των ψυχών. Και τέλος, στον Δεκέμβριο υμνεί τον μήνα των λυτρωμών, που σβήνει τις άμποτες και τα δάκρυα απ’ τα μάτια των παιδιών με τη γέννηση του θείου βρέφους.

«Η γέννα σου, ώ θείο βρέφος,
άμποτες οριστικά να σβήσει,
τα δάκρυα στα μάτια των παιδιών του κόσμου,
όσο οι μεγάλοι θα θρηνούνε απαρηγόρητοι,
αφού απ’ την ηρώδεια θηριωδία μας
η Αυτού Αθωότης τους
υποφέρει, κλαίει και πονά,
καθημερνά σταυρώνεται μαζί Σου.» (Σελίδα 98)

Η πέμπτη ενότητα του βιβλίου της φέρει τον τίτλο «Δεκαπενταύγουστος στη Λέσβο». Εδώ η αναφορά της ποιήτριας εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος τιμά την απληστία του βαφτίζοντάς την εορτασμό, με πανηγύρια δηλαδή, συνεστιάσεις, πλούσια εδέσματα και οίνους. Έπειτα, ωθείται σε εσωτερικό διάλογο με την Παναγία. Αναπολεί τα παιδικά της χρόνια, εξομολογείται και υμνεί τη χάρη Της, προσκυνά μπροστά Της καταθέτοντας την ψυχή της ως ένδειξη της βαθιάς της πίστης.

Η ποιήτρια στη συνέχεια ωθείται σε σκέψεις εσωτερικές. Συμπεραίνει τα αυτονόητα, τη θρασύτητα του εγώ και τη μάχη του με το θέλω, αναπολεί ξανά τα παιδικά της χρόνια, μελαγχολεί και θλίβεται καθώς ανατρέχει σε ξεθωριασμένες μνήμες, που όμως ευωδιάζουν ακόμα σαν τρυφερό κλωνάρι άγριας κίτρινης αζαλέας, αυτού του σπάνιου όμορφου και προστατευόμενου φυτού, με τη γλυκιά μυρωδιά και τα μεγάλα εντυπωσιακά κίτρινα πενταμερή άνθη της, το κίτρινο ροδόδεντρο όπως αλλιώς αποκαλείται, που φύεται αποκλειστικά στο δάσος της Δυτικής Λέσβου, πλησίον του οικισμού των Παρακοίλων, που αποτελεί και τη γενέτειρα της ποιήτριας. 
 
«Ἐ, σεῖς ὀρφανεμένες μνῆμες,
ροδαμοί ἄγριας ΚΙΤΡΙΝΗΣ ΑΖΑΛΕΑΣ
στῆς ἀναπόλησης τὸ θυμητάρι
ἀναζητῆστε νέα δρομολόγια
στοῦ νόστου τὶς κοσμογραμμές
γιὰ τὸν ἀνώτατο κόρυμβο.

Αὐτὴ τὴ φορά, εἶπα, δὲν θὰ δακρύσω
μά ἡ συγκίνηση ἐπέπληξε
δάκρυ ἑτοιμόρροπο,
δειλὰ ἀγκιστρωμένο 
στοῦ ματοτσίνορου
τήν ἄτεγκτη κλεψύδρα.

Μὲς στὴ στιλπνὴ σταγόνα του
καθρεφτιζότανε μπονσάι
ΚΙΤΡΙΝΟ ΡΟΔΟΔΕΝΤΡΟ,
τό ἀνεκπλήρωτο νόστιμον ἦμαρ.
»
 (Σελίδα 115)

Πολλά συγχαρητήρια στην ποιήτρια Εύα Αρβανίτη Μιχαλοπούλου γι’ αυτή τη σπουδαία ποιητική συλλογή της, που αναμφισβήτητα αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την πλούσια ποιητική παραγωγή του τόπου μας, αλλά και την ποιότητά της.
 

Περισσότερα για το βιβλίο: εδώ


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια