Βιβλιοκριτική: "Ανθρακωρύχοι ψυχών" του Γιάννη Μπερούκα | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Ανθρακωρύχοι ψυχών
Συγγραφέας: Γιάννης Μπερούκας
Ημερομηνία έκδοσης: 09/2025
ISBN: 978-618-231-255-1
Σελίδες: 64
Εκδόσεις: Βακχικόν


Την όγδοη ποιητική συλλογή του κυκλοφόρησε πρόσφατα ο Γιάννης Μπερούκας από τις εκδόσεις «Βακχικόν», με τίτλο «Ανθρακωρύχοι ψυχών». Άκρως εξομολογητική καθώς είναι στο σύνολό της, μια ειλικρινής κατάθεση σκέψεων και συναισθημάτων, ξεδιπλώνει σταδιακά και εντελώς αβίαστα κάθε κρυφή προσωπική πτυχή του εαυτού του για να αγγίξει στο τέλος τα όρια της ψυχής του.

Υπαρξιακού περιεχομένου τα ποιήματά της συλλογής αυτής διακατέχονται από μια βαθιά μελαγχολία. Ο ποιητής φροντίζει ήδη από το πρώτο του ποίημα να περιγράψει με ακρίβεια το παγωμένο τοπίο που τον περιβάλει στην παρούσα φάση της ζωής του, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό τον αναγνώστη στον δικό του πλέον αθέατο κόσμο, που είναι, όπως θα διαπιστώσει και ο ίδιος, γεμάτος πληγές, μαρτυρικά σκοτάδια και αβάσταχτο πόνο.

«Τη διαδρομή μιας
παγωμένης αστροφεγγιάς
ακολουθώ, το σώμα μου γέρνει
μέσα σε μαύρα ρούχα
και στέκει εκεί
ακίνητο τοπίο στη σειρά.» (Σελίδα 10)

Ο ποιητής παρατηρεί την πτώση της ύπαρξης και την περιγράφει χωρίς περιττές ωραιοποιήσεις. Άδειο τοπίο η ζωή, σημειώνει, μια απολιθωμένη ομορφιά που πεθαίνει, τη χαρακτηρίζει, για να δικαιολογήσει έπειτα και τη δική του ερειπωμένη ζωή, την άκρως μοναχική, τη μονότονη, την άδεια, την πέρα ως πέρα θλιβερή, που προκάλεσε μέσα του, αν και πρόωρα, τον ψυχικό του θάνατο. Δεν ήταν πάντοτε έτσι η συνθήκη, φροντίζει να δικαιολογηθεί. Όνειρα πλημμύριζαν την ορμή του, πόθοι και ελπίδες. Μόνο που η υπομονή του λιγόστεψε με τα χρόνια κι η απόσταση από τα όνειρα μεγάλωσε για το κακό του.

Ο ποιητής χρησιμοποιεί ενίοτε, πέρα από το πρώτο, και το δεύτερο ή το τρίτο πρόσωπο θέλοντας να δει από απόσταση τα πράγματα γύρω του. Τα συμπεράσματά του, ωστόσο, καθρεφτίζουν και τη δική του φουρτουνιασμένη ψυχή, που ακόμα περισσότερο πονά, όταν αυτά αγγίζουν χωρίς δισταγμό πλέον την αλήθεια του.

«Όμως τι ωφελεί και τι σου ανήκει
όταν αυτό που ψάχνεις
δεν είναι εδώ,
και οτιδήποτε αγγίζεις
μιας λάμψης η λευκότητα
είναι μόνο,
για να θυμάσαι ένα σπίτι
που τώρα ησυχάζει από φωνές.» (Σελίδα 13)

Φόβος και ματαιότητα κινούν τα βήματα όλων, παραδέχεται. Κάθε επιλογή και μια αποτυχία, σημειώνει. Μόνο η φαντασία υπερνικά την πραγματικότητα, διευκρινίζει, τους επίγειους δαίμονες που σκοτεινιάζουν τα ταξίδια του αυθορμητισμού και της νιότης, αυτά που μένουν πάντα στη μέση τελικά, χωρίς να φτάνουν ποτέ στον προορισμό τους, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Ο ποιητής κάνει λόγο επίσης για ανεκπλήρωτους πόθους, για χαμένα ιδανικά και για ουδέτερες ζωές. Αναφέρεται στον μηδενισμό των πάντων, στο τίμημα των ονείρων που διεκδικούνται με πάθος και αυθορμητισμό στην αρχή, αλλά και στην αποκαμωμένη υπομονή και τη φθορά της ελπίδας που χαράσσει τη συνέχεια, για να καταλήξει στο τέλος στη χαμένη ευκαιρία και το ξεψύχισμα της αθωότητας, στο θρηνητικό μαύρο της σιωπής και το σβησμένο χαμόγελο που σηματοδοτεί τη λήξη της προσπάθειας, επομένως και της ίδιας της ζωής.

«Νεκρή η ζωή που με ταξίδεψε
στα γιορτινά της παρουσίας σου,
νεκρός στο τέρμα ξαποσταίνω.» (Σελίδα 19)

Η επιλογή του τίτλου της συλλογής δεν είναι τυχαία. Στη σελίδα 20 του βιβλίου το ομότιτλο ποίημα εξηγεί ξεκάθαρα τον λόγο. Η τραγικότητα της ζωής, το αδιαπέραστο της μοίρας, η πορεία προς τον θάνατο παρουσιάζουν μία και μόνο εικόνα στο τέλος, τους ανθρακωρύχους των ψυχών που παλεύουν να δικαιολογήσουν στα σκοτάδια της λήθης την αλλοτινή ύπαρξή τους.

«Θαμπές φωνές των μαγεμένων,
μοναχικοί της άνοιξης,
το αιώνιο σκοτάδι ψηλαφώντας.»

Το μαύρο πρωταγωνιστεί στον λόγο του ποιητή, παρόλο που αντάρτικα και εντελώς επαναστατικά το λευκό σπάει τη νεκρική μονοτονία του για λίγο προκαλώντας τη μνήμη, τη φαντασία, την έκσταση. Είναι η στιγμή που γεννιέται το φως στην ψυχή του ταξιδεύοντας την, έστω και μαρτυρικά, έστω και για λίγο, στο ποθητό. Ώσπου να επέλθει και πάλι η φθορά του χρόνου στη σκέψη του, η σκιά της πολυκαιρισμένης συνήθειας, το υστερόγραφο μιας μουντής πραγματικότητας, ο μαρασμός που φέρνει στο τοπίο η μη επιλέξιμη, ανυπόφορη κι επιβλητική σιωπή, μέχρι να τυλίξει τα πάντα γύρω του ο θάνατος.

«Στην ομορφιά παραδέρνω
μιας τυφλής ανυπακοής
σ’ ένα θαμπό φεγγάρι
πάνω ταξιδεύω
και πάντα
με βρίσκει η νύχτα του
λιωμένο κρύσταλλο σε μια
βαλίτσα καλοκαιριού.» (Σελίδα 34)

Ο ποιητής κάνει λόγο φυσικά και για τον έρωτα, αυτός που κάποτε έζησε όμορφα τη ζωή, μα που τώρα πια δεν υπάρχει. Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ, καταλήγει με μια δόση έντονης θλίψης στους στίχους του. Ίσως γιατί αμφιβάλει ακόμα κι ο ίδιος για την ύπαρξή του, μελαγχολεί και απογοητεύεται αναπολώντας την αξεπέραστη φρεσκάδα του, τον πόθο που ξυπνά στην ψυχή η φωτεινή παρουσία του.

«Κι έγινες όλα
όσα ποτέ δεν είχα,
ένα σημάδι
στο μισοσκόταδο
που ζωντανεύει
μ’ έναν πόνο στο στήθος,
ένα φως συνεχώς αναμμένο,
η νύχτα που πλαγιάζει
στο μολυβένιο μου
σούρουπο.» (Σελίδα 47)

Εν ολίγοις, η ποίηση του Γιάννη Μπερούκα είναι μια ποίηση βαθιά υπαρξιακή και ταυτόχρονα συμβολική. Ολιγόστιχη και περιεκτική σε περιεχόμενο, μεστή και καλοδουλεμένη, ευαίσθητη και απεγνωσμένα μελαγχολική, με μια πληθώρα νοημάτων και επεξηγήσεων να διεγείρει και να προκαλεί ολοένα και περισσότερο τη σκέψη του αναγνώστη, άλλοτε αφηρημένη και άλλοτε πιο συγκεκριμένη, σκοτεινή οπωσδήποτε και αρκετά ευαίσθητη και ρομαντική, εστιάζει κυρίως στο βαρύ κλίμα που προκαλεί στην ψυχή του ανθρώπου η σιωπή, όταν αυτή αδυνατεί να φωνάξει και να εξωτερικεύσει όλα όσα πνίγει μέσα της για χρόνια με σκοπό να χαθούν οριστικά, μνήμες, προσδοκίες, χαμένα όνειρα, παγωμένα συναισθήματα.

Αν μη τι άλλο, αξίζει να διαβαστεί.


Περισσότερα για το βιβλίο: εδώ 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια