Ο συγγραφέας Πάνος Νιαβής ασχολείται με την ποίηση και τη μυθιστοριογραφία. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το δεύτερο μέρος της μυθιστορηματικής τριλογίας του, που ακολουθεί το «Δέκα Πόντους Μαύρο Χιόνι» από τις εκδόσεις «Αρμός», με τίτλο «Το μαύρο γάλα της ήττας». Καθώς φιλοξενείται σήμερα στις Τέχνες θα μας μιλήσει αναλυτικά γι' αυτό στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Κύριε Νιαβή, ασχολείστε επαγγελματικά στον χώρο της ναυτιλίας. Παρόλ’ αυτά, η συγγραφή πρωταγωνιστεί στη ζωή σας στον ελεύθερό σας χρόνο και συνυπάρχει με τις υπόλοιπες δραστηριότητές σας αρμονικά. Πώς επιτυγχάνεται αυτό όμως; Μήπως πολλές φορές οι εμπειρίες που αποκτήσατε από τη θάλασσα και από τα πολλά ταξίδια που κάνατε ερχόμενος σε επαφή με εβδομήντα πέντε διαφορετικές χώρες, με πολλούς και διαφορετικούς πολιτισμούς, με πολλά και διαφορετικά πολιτικά συστήματα σας ενέπνευσαν θέλοντας και μη και οδήγησαν έτσι την πένα σας σε πολλά και διαφορετικά συγγραφικά μονοπάτια; Μήπως άνοιξαν νέες πόρτες στη φαντασία και επέδρασσαν ευεργετικά στο δημιουργικό κομμάτι της δικής σας προσπάθειας; Μήπως τελικά αυτό είναι το μυστικό ενός πετυχημένου συγγραφέα; Οι πολλές και διαφορετικές εμπειρίες της ζωής του, η πληθώρα των εικόνων που κατακλύζουν το μέσα του και ζητούν διακαώς την εξωτερίκευση και το μοίρασμα;
Η εργασία και η συγγραφή δεν λειτούργησαν ποτέ για μένα ανταγωνιστικά. Η πρώτη μου έμαθε πειθαρχία και ακρίβεια, η δεύτερη υπήρξε χώρος εσωτερικής απόδρασης κι ελευθερίας. Η συνύπαρξή τους προέκυψε ως φυσικό επακόλουθο, από την εσωτερική ανάγκη να εκφράσω τα άφατα και τα άρρητα που κατοικούν εντός μου.
Τα ταξίδια και η επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς δεν με ενέπνευσαν θεματολογικά με άμεσο τρόπο, αφού τα θέματα της πεζογραφίας προέρχονται από τα βάσανα αφανών ανθρώπων, τις ζωές των οποίων διέλυσε η ιστορική βία της εποχής του εμφυλίου πολέμου. Δεν θα αρνηθώ όμως πως η επαγγελματική περιπλάνηση διαμόρφωσαν μέσα μου μια πλατύτερη θέαση της Ελληνικής μας ιδιοσυστασίας . Με διακατέχει μια αίσθηση απόστασης, σύγκρισης και σχετικότητας, που μου επιτρέπει να βλέπω την ήττα, τη μνήμη, τη διάψευση, όχι ως Ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά ως μέρος της παγκόσμιας ανθρώπινης τοπογραφίας.
Με «Το Μαύρο Γάλα της Ήττας» δεν επιστρέφουν οι εικόνες των μακρινών πόντων, αλλά η λοξοδρομία από τις νυχτερινές αφηγήσεις των μεγάλων, διαπλέοντας τις σκοτεινές παιδικές μου νύχτες. Ραμμένα στη φόδρα των αποσιωπήσεων, με ανάπηρη γλώσσα κι άλαλο τον πόνο από το εύρος της φρίκης να στέκει αμήχανα πριν το έρκος οδόντων τους. Κι ήρθε ο καιρός κι ο χρόνος ζητώντας μου να βρω τον τρόπο να μιλήσω για αυτά χωρίς ιδεολογικές μονομέρειες ή ακρωτηριασμένες προθέσεις.
Είστε ποιητής και πεζογράφος. Επομένως, άλλοτε αφήνεστε σε μια εξομολογητική κατάθεση ψυχής και άλλοτε αφηγείστε ιστορίες με κεντρικούς ήρωες ανθρώπους που κάτι σημαντικό έχουν να πουν και να μοιραστούν με το αναγνωστικό σας κοινό. Ποια ιδιότητά σας θεωρείτε ότι σας αντιπροσωπεύει περισσότερο ως δημιουργό, αυτή του ποιητή ή αυτή του πεζογράφου; Ή είναι δύο ιδιότητες που δε διαχωρίζονται κατά τη γνώμη σας γιατί απλά η μία συμπληρώνει την άλλη και την ενισχύει ακόμα περισσότερο;
Δεν αντιλαμβάνομαι την ποίηση και την πεζογραφία ως αντίθετες ή ανταγωνιστικές ιδιότητες. Είναι δύο τρόποι προσέγγισης του ίδιου πυρήνα. Η ποίηση συμπυκνώνει, αφαιρεί, οδηγεί στο απολύτως αναγκαίο, ενώ η πεζογραφία απλώνει τον χρόνο, επιτρέπει στη μνήμη και στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν.
Στο Μαύρο Γάλα της Ήττας η ποιητική εμπειρία είναι παρούσα ακόμη κι όταν αφηγούμαι. Η γλώσσα, ο ρυθμός, η σιωπή ανάμεσα στις λέξεις προέρχονται από την ποίηση. Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να διαλέξω, η μία ιδιότητα τροφοδοτεί την άλλη και μαζί συγκροτούν τον τρόπο με τον οποίο βλέπω και γράφω για τους ανθρώπους και τον κόσμο.
Γιατί είναι τόσο σημαντική η μνήμη και η νοσταλγία στα έργα σας; Φαίνεται πως αυτές οι δύο δυνάμεις δίνουν φωνή στους αφανείς ήρωές σας και έτσι πλάθονται σιγά σιγά οι ιστορίες σας, τις οποίες και επιθυμείτε να μοιραστείτε με το αναγνωστικό σας κοινό. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της απόπειράς σας προκαλεί ένα είδος θλίψης, μισεμού και βαθιάς μελαγχολίας στη θέα του. Γιατί επιμένετε τόσο πολύ στην αποτύπωση παλαιότερων στιγμών; Τι επιθυμείτε να κρατήσετε ζωντανό από αυτές τις στιγμές και σε ποιο βαθμό τελικά το καταφέρνετε;
Η μνήμη και η νοσταλγία δεν λειτουργούν στα κείμενά μου ως καταφύγιο, αλλά ως τρόπος κατανόησης του παρόντος. Μέσα από αυτές αποκτούν φωνή πρόσωπα και πληγωμένες που έμειναν στο περιθώριο της Ιστορίας, οι «αφανείς» άνθρωποι που κουβαλήσαν, πολλές φορές χωρίς να ερωτηθούν το βάρος της ιστορικής μας οδύνης.
Η ματαιότητα (θα έλεγα εγώ κι όχι η θλίψη) και η μελαγχολία που αναδύεται δεν είναι πρόθεση, αλλά συνέπεια του ιστορικού πλαισίου. Κάθε επιστροφή στο παρελθόν εμπεριέχει ένα μέρος από τη διαρκή νύχτα αυτών που έφυγαν και από την επίγνωση της απόστασης που με χωρίζει από τα παιδικά μου χρόνια. Κι αν επιμένω στην ιχνογραφία παλαιότερων καιρών αυτό δεν γίνεται με σκοπό την αγιοποίηση ενός «καλού» και ένδοξου παρελθόντος, αλλά για να διασώσω το ίχνος καθημερινών και συνηθισμένων υπάρξεων που το ανθρώπινο ίχνος τους δεν θα γραφεί σε καμιά σελίδα της ιστορίας! Κοιτάζω μέσα από τις ρωγμές, τις σιωπές, να ζεστάνω με μια λεκτική αγκαλιά την παγωνιά αφανών αποθαμένων. Κι αν πασχίζω και επιθυμώ να κρατήσω ζωντανό, είναι αυτή η εύθραυστη σχέση μνήμης και υπάρξεων που τους πήρε αγκαλιά η Λήθη. Το αν το καταφέρνω, τελικά, θα το κρίνει ο αναγνώστης, στον βαθμό που αναγνωρίζει μέσα στα κείμενα μια δική του θωπεία στις δικές του οριστικές απώλειες.
Ποια συναισθήματα σας κατακλύζουν κάθε φορά που ολοκληρώνετε ένα έργο σας και αυτό ακολουθεί τον δρόμο της έκδοσης; Ποια συναισθήματα σας κατέκλυσαν όταν πιάσατε πρόσφατα και το νέο βιβλίο σας στα χέρια σας και συγκεκριμένα το μυθιστόρημά σας με τίτλο «Το μαύρο γάλα της ήττας» που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις «Αρμός»;
Επειδή γράφω με τη συνοδεία μουσικής, η ολοκλήρωση ενός έργου είναι σαν κάποιος να μου χαμήλωσε το ήχο, κι αυτό δεν το λέω σιωπή αλλά ως τη στιγμή που η εσωτερική μου κενότητα αισθάνθηκε μια πρόσκαιρη πληρότητα. Κι η πληρότητα αυτή δεν επέχει αίσθηση ενός άφατου θριάμβου, αλλά ως να είναι μια ήσυχη αποφόρτιση, ισορροπώντας στην κόψη της λέξης Λυγαριάς που βάϊζει ανεπαίσθητα από τον Μαΐστρο αγέρα μιας νύχτας του Μαΐου! Είναι, χωρίς ποιητικές υπερβολές, η στιγμή που κλείνει ένας εσωτερικός κύκλος και το κείμενο παύει να μου ανήκει. Είναι ενήλικο πια, να βγει στις διακινδυνεύσεις της κρίσης και της κριτικής.
Όταν κράτησα στα χέρια μου, τυπωμένο, «Το μαύρο γάλα της ήττας», το συναίσθημα ήταν περισσότερο ευθύνης παρά χαράς. Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που ακουμπά τη μνήμη, τις απώλειες και ανοίγει χωρίς αναισθητικό ιστορικά τραύματα, και αυτά δεν προσφέρονται για εφήμερη ικανοποίηση. Η έκδοση είναι μια μορφή αποχωρισμού και έκθεσης στο άγνωστο: Αφήνεις το μυθιστόρημα, σπίνο στην σιωπή της νύχτας και δεν ξέρεις αν θα πετάξει προς το δάσος της ανάγνωσης ή προς την ερημιά και την αδιαφορία. Ελπίζοντας και προσδοκώντας πως θα συναντήσει αναγνώστες που του αρμόζουν και εικάζοντας πως θα διαβαστεί με την ίδια προσοχή με την οποία γράφτηκε.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας σας, το οποίο ακολουθεί το «Δέκα Πόντους Μαύρο Χιόνι» που κυκλοφόρησε τρία χρόνια νωρίτερα από τις ίδιες εκδόσεις. Μιλήστε μας γι’ αυτό. Ποιο το περιεχόμενό του με δυο λόγια;
Το Μαύρο Γάλα της Ήττας είναι το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας μου και συνεχίζει την ιστορική διαδρομή που ξεκίνησε με το Δέκα Πόντους Μαύρο Χιόνι. Η Δασιά, η κεντρική ηρωίδα από το μαύρο χιόνι έρχεται ως ενοχή και ερινύα και ταράζει τον ύπνο του άντρα της του Γία στα χρόνια των καιρών μας. Ο Γίας εμφανίζεται τρισυπόστατος με τις ετερωνυμίες Σέτος και Λιόσκα.
Ο Σέτος είναι η μορφή που εξορίστηκε στη Μακρόνησο, βασανίστηκε κι επέστρεψε στην Αθήνα ως πλανόδιος πωλητής βιβλίων, μικρο-βιβλιοπώλης και τελικά ως μεγαλοεκδότης που καθορίζει τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας. Ο Λιόσκα μετά την άφιξη στην Τασκένδη, πολιτικός εξόριστος επιλέγεται ως αξιωματικός ειδικών αποστολών να εκτελεί αντιφρονούντες. Ως ένας βασανιστής, δηλαδή.
Μετά από ένα εγκεφαλικό ο τρισυπόστατος Γίας μεταφέρεται στο γηροκομείο κι εκεί με την παρουσία δυο κοριτσιών, της Ντορουντίνας και της Ντούσκα, αρχίζει η ουσία της αφήγησης.
Δεν είναι απλώς μια αφήγηση ιστορικών γεγονότων, είναι μια απολογία, μια εξομολόγηση, μια μετάνοια ενός ανθρώπου που ευνούχισε τη ζωή του και ισοπέδωσε τις ζωές των δικών του, και όχι μόνο, ανθρώπων για ένα αδειανό πουκάμισο. Η ήττα και η μελαγχολία που αφήνουν πίσω τους τα απόνερα της Ιστορίας αναβιώνουν μέσα από τις αφηγήσεις των τριών όψεων του ίδιου ανθρώπου, αλλά κι από τη δίψα για μια σταλιά έρωτα που τον αρνήθηκε για χάρη του μεγάλου σκοπού!
Πόσος χρόνος χρειάστηκε για την ολοκλήρωση του συγκεκριμένου βιβλίου; Είστε ικανοποιημένος από το τελικό αποτέλεσμα; Είναι αυτό που επιδιώξατε εξαρχής να καταφέρετε;
Η ολοκλήρωση του μυθιστορήματος «Το Μαύρο Γάλα της Ήττα» μου πήρε περίπου τρίαμιση χρόνια. Ήταν μια διαδικασία επίμονης μελέτης ιστορικών πηγών, γιατί ήθελα η αφήγηση να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβής και πιστή στα γεγονότα που περιγράφει.
Είμαι ικανοποιημένος από το τελικό αποτέλεσμα. Όχι επειδή όλα εξελίχθηκαν όπως φανταζόμουν εξαρχής, αλλά γιατί το βιβλίο κατάφερε να συνδυάσει ιστορική ακρίβεια με την ανθρώπινη διάσταση των χαρακτήρων, να δώσει φωνή σε όσους έζησαν ή κληρονόμησαν τις συνέπειες αυτών των γεγονότων. Ήταν αυτό ακριβώς που επιδίωκα από την αρχή: μια αφήγηση που σέβεται την Ιστορία και ταυτόχρονα μιλάει με ποιητικό και με τον τρόπο του μαγικού ρεαλισμού στην ψυχή του αναγνώστη.
Τι θα αποκομίσει ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο σας αυτό; Η ανάγνωσή του προϋποθέτει την ανάγνωση και του πρώτου μέρους ή δεν κρίνεται απαραίτητο;
Ο αναγνώστης θα αποκομίσει μια εμπειρία που συνδυάζει εξόρυξη στα αφανή της ιστορίας και την αφήγηση της ζωής ανθρώπων που τους χάραξε βαθιά η ιστορική συγκυρία του εμφυλίου πολέμου . Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ζωντανεύουν οι προσωπικές μαρτυρίες, οι απολογισμοί, οι κρυμμένοι ζόφοι στα στεγανά της ιδεολογικής μονομέρειας, και η παραποίηση των μεγάλων ήττων σε καθαγιασμένες και ένδοξες ιστορικές παραπλανήσεις. Κυρίως θέλησα να αναδείξω τη δύναμη των ανθρώπων που ξέρουν , έστω και την ύστατη στιγμή τους να αναμετρηθούν με τα λάθη τους και να ζητήσουν συγνώμη και συγχώρεση.
Δεν είναι απαραίτητο να έχει διαβάσει το πρώτο μέρος της τριλογίας. «Το Μαύρο Γάλα της Ήττας» έχει λογοτεχνική αυτονομία και μπορεί να διαβαστεί ανεξάρτητα, χωρίς να χάνει κανείς την ουσία της αφήγησης ή την αίσθηση των χαρακτήρων αν δεν έχει διαβάσει το πρώτο μέρος της τριλογίας, « Δέκα πόντους μαύρο χιόνι».
Μιλήστε μας για τη μακρόχρονη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Αρμός». Είστε ευχαριστημένος από αυτήν;
Η συνεργασία μου με τις εκδόσεις «Αρμός» διαρκεί χρόνια και μπορώ να πω ότι είναι εξαιρετική. Είναι μια σχέση που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και στον σεβασμό προς το έργο μου. Με στηρίζουν σε κάθε στάδιο της δημιουργίας και της έκδοσης, φροντίζοντας η κάθε κυκλοφορία να αποδίδει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το περιεχόμενο και την αισθητική του βιβλίου.
Η εμπειρία αυτή με κάνει να αισθάνομαι ότι τα έργα μου βρίσκουν το κατάλληλο πλαίσιο και το κοινό που τους αξίζει, και γι’ αυτό είμαι ευχαριστημένος μαζί τους, κι ελπίζω και εκείνοι μαζί μου.
Το τρίτο μέρος της τριλογίας είναι ήδη έτοιμο από μέρους σας ή βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας; Προγραμματίζετε γρήγορα την έκδοσή του ή είναι κάτι που ακόμα δεν έχετε σκεφτεί κι αποφασίσει;
Όλα τα μέρη της τριλογίας υπήρχαν από πριν στο μυαλό μου! Ο σκελετός της ιστορίας είχε ήδη διαμορφωθεί πολύ πριν ρίξω την τρόπιδα στο πρώτο μέρος της τριλογίας. Η διαδικασία της συγγραφής όμως απαιτεί χρόνο, περισσότερο σβήνω και επεξεργάζομαι παρά γράφω, και η ολοκλήρωση ενός βιβλίου χρειάζεται περίπου τρία με τέσσερα χρόνια. Το τρίτο μέρος της τριλογίας θα είναι η ιστορία της Κόρης της Δασιάς και του Γία, της Καρίας, που την έσφαξε η μάνα της στα δεκαεπτά της χρόνια να μην γίνει πουτάνα, σαν την ίδια! Είναι νωρίς ακόμη, ο απογαλακτισμός μου από τη γραφή του δευτέρου μέρους, «Το μαύρο γάλα της ήττας», δεν έχει ολοκληρωθεί, είναι σαν μια προσωπική μετάληψη, με τη γεύση και τη μεταφυσική αύρα της να έρχεται σαν μουσική παλίρροια ή σαν βουβό παράπονο μιας σταλιάς ουρανού που αναζητά συγχώρεση και συμφιλίωση…
Οψόμεθα!
Πείτε μας μια ευχή σας για το μέλλον που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε.
Η ευχή μου για το μέλλον είναι να γίνει ο κόσμος μας πιο δημοκρατικός και ειρηνικός, όπου η λογική, η επιστήμη και οι αξίες του Διαφωτισμού θα οδηγούν τις κοινωνίες προς τη φωτεινή τους πλευρά, προς τον Ουμανισμό. Μακάρι η γνώση και η ανθρωπιά να υπερισχύσουν των σκοτεινών παρορμήσεων και να καθοδηγούν τις επιλογές μας.
Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.
«…καταφτάνει η Ντορουντίνα, ακούω την αύρα της να ανοίγει πόρτες και σφαλισμένες ψυχές! Είναι οι πολλές μέρες που αναδίδουν τη γεύση και τη μυρουδιά της δυστυχίας. Κι είναι κι άλλες, οι λιγοστές, που μοσχοβολάνε ευτυχία. Το καταλαβαίνεις εύκολα, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση στον αέρα. Καρπός ζουμερός, πλούσιος σε γεύση και σε χρώμα να τον ρουφήξεις ως το μεδούλι και να τρομάξεις τον σκύλο της μνήμης, να κλάψει σαν γέρικος Άργος, με το έμπα του ξενιτεμένου Οδυσσέα στο σπίτι του… Μιλώ και οι λέξεις γίνονται αφρός. Κλαίω χαμένες μέρες και μοιρολογώ χαμένα χρόνια. Κι αν επιστρέφω εντός τους είναι γιατί μπορώ να ανασκευάσω τη δομή των πραγμάτων και των γεγονότων. Η βροχή σταματά, η ομίχλη νοθεύεται από το φως του ήλιου. Ένας μαύρος κότσυφας, κάπου εκεί έξω κρυμμένος κελαηδά, κεχριμπαρίζοντας το ευφρόσυνο της σκηνής, πλημμυρίζοντας τα πάντα, αφήνοντας ανοιχτές τις εκβολές των συναισθημάτων μου. Είμαι ευγνώμων στην τύχη μου, που μου έστειλε εδώ ετούτο το κορίτσι. Μπαίνει θριαμβευτικά στο δωμάτιο με το χαμόγελο ανθισμένο στα κόκκινα χείλη της και την ξενιτιά στο βλέμμα από πάγο στο ένα, το Ρούσικο μάτι της. Ο τοίχος του δωματίου γεμίζει ανθισμένες γλυσίνες με τη λύπη του μωβ να γελάει. Τις διασχίζω με το βλέμμα σαν απέραντη οροσειρά. Μια φήμη ή μια διάδοση κινήθηκε εναντίον μου φορτωμένη παλαιότερες δυστυχίες. Όμως η χαρμόσυνη χαραμάδα στα χείλη της Ντορουντίνας πλαταίνει από γέλιο, ταπεινοφροσύνη και μια ημιτελή συστολή, σαν στήθος μάνας που δακρύζει γάλα να θρέψει με έγνοια το παιδί της. Θα γίνω ή θα γιάνω, λέω άηχα με τον νου μου. Το παραμελημένο χέρι μου ζεσταίνεται απροσδόκητα από προσμονή ενός χαδιού. Άνοιξαν οι ουρανοί, θα βρέξει ή θα κλάψεις, Γία, κρατήσου. Έβαλα μπρος τη μηχανή να παγώσω το χιόνι ή το πλεόνασμα συναισθήματος που στάζει αρχέγονη και παλιακή υγρασία…»
Κύριε Νιαβή, σας ευχαριστώ πολύ που για δεύτερη φορά ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μας και πραγματοποιήσαμε αυτή την όμορφη συζήτηση. Καλοτάξιδο και αυτό το βιβλίο σας και καλοδιάβαστο. Με το καλό να επανέλθουμε σύντομα με αφορμή το επόμενο!
Κα Πετρίδου, εγώ σας ευχαριστώ για την διεισδυτική προσέγγισή σας ώστε να οδηγηθούμε σε τούτη τη συνέντευξη.
Εύχομαι πως η συνεισφορά σας, ώστε «Το μαύρο γάλα της ήττας» να φτάσει σε περισσότερους αναγνώστες, που του αναλογούν, να είναι καθοριστική! Θα είναι χαρά και τιμή να συναντηθούμε ξανά, όταν το τρίτο μέρος της τριλογίας μου δει το φως της δημοσιότητας, και πάλι σας ευχαριστώ από καρδιάς.
Ο Πάνος Νιαβής γεννήθηκε το 1956 στον Μάραθο Ευρυτανίας, εκεί όπου τα βουνά σμιλεύουν πόνους ή σιωπές και η μνήμη βαραίνει σαν την πέτρα. Το 1977 αποφοίτησε από τη Σχολή Πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού και ταξίδεψε ως το 1983 στις θάλασσες του κόσμου. Η βιοποριστική ανάγκη της θάλασσας έγινε ταυτόχρονα παράθυρο θέασης σε εβδομήντα πέντε χώρες, σε πολιτισμούς και πολιτικά συστήματα. Θέαση και επαφή που διέλυσαν μέσα του ιδέες, θεωρίες και πίστεις, στρέφοντας την προσοχή του από τα οράματα στον Άνθρωπο Από το 1988 ζει στο Ηράκλειο Αττικής. Εργάζεται στον χώρο της ναυτιλίας. Ποιητής και συγγραφέας στέκεται ανάμεσα στη μνήμη και τη νοσταλγία, δίνοντας φωνή στους αφανείς. Με τις λέξεις του σηκώνει τ’ άβατο της σιωπής, χαράζοντας το δικό του ίχνος στην ποίηση και την πεζογραφία.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι» (εκδ. Samizdat, 2015) και «Η Τριγωνομετρία των Παθών» (εκδ. Μελάνι, 2018). Το 2021 κυκλοφόρησαν, σε μετάφραση του ίδιου, 31 ποιήματα της μεγάλης Αργεντινής ποιήτριας Αλφονσίνα Στόρνι με τίτλο «No Μe olviden – Μη με ξεχάσετε στο φιλιατρό της λήθης» (εκδ. Παρουσία). Το 2022 εκδόθηκε το πρώτο μέρος της μυθιστορηματικής του τριλογίας «Δέκα Πόντους Μαύρο Χιόνι» (εκδ. Αρμός).




0 Σχόλια