Η Αργυρώ Μαργαρίτη πέρα από τη συγγραφική της ιδιότητα φέρει και την ιδιότητα της μαθήτριας. Άλλωστε, όπως παραδέχεται κι η ίδια στη συνέντευξη που ακολουθεί, το να μαθαίνει κανείς σημαίνει ότι υπάρχει συνειδητά. Το τελευταίο της βιβλίο για το οποίο φιλοξενείται σήμερα στις Τέχνες, κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» και φέρει τον τίτλο «Μαστοιχειώ, Το δάκρυ του σκίνου».
Κυρία Μαργαρίτη, η αγάπη σας για τα γράμματα είναι εντυπωσιακή. Όπως αναφέρετε κι η ίδια στο βιογραφικό σας σημείωμα, η γραφή και οι σπουδές ήταν τροφή και τρόπος επιβίωσης για εσάς και απ’ ότι φαίνεται εξακολουθεί να είναι. Με σπουδές στη γαλλική και ελληνική φιλολογία, έπειτα στη γλωσσολογία, στην Ιστορία της Τέχνης και με πολλές συμμετοχές σε διεθνή προγράμματα Lingua, αλλά και παρακολουθώντας αυτή την περίοδο μαθήματα συγγραφής θεατρικών έργων, αποτελείτε αναμφισβήτητα ένα πρότυπο ανθρώπου που δε σταματά ποτέ να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες αποκτώντας νέες γνώσεις και εμπειρίες. Πού οφείλετε όμως αυτή μεγάλη αγάπη και πώς επιδρά στη ζωή σας πρακτικά;
Η δίψα για μάθηση είναι ελιξίριο. Μαθαίνω, άρα υπάρχω συνειδητά. Όμως, γενικά, είμαι του «πολύ». Μια υπερβολή σε όλα με χαρακτηρίζει, κάτι που λαχανιάζει τους γύρω μου αλλά εμένα με κρατά ακμαία. Κάνω πολλά πράγματα και το θεωρώ απόλυτα φυσιολογικό: Γράφω, διαβάζω, πλέκω, κεντώ, ζωγραφίζω, σπουδάζω, διδάσκω δημιουργική γραφή, επιμελούμαι βιβλία, γράφω θέατρο, ταξιδεύω, ασχολούμαι με το την αριθμολογία και τη δυναμική των γραμμάτων. Επισκέπτομαι σχολεία κάνοντας δημιουργικά παιχνίδια με τους μαθητές, από το δημοτικό μέχρι το λύκειο. Κάνω ομιλίες σε μικρασιατικούς συλλόγους (είμαι Μικρασιάτισσα ), είμαι μέλος του Σοροπτιμιστικού Ομίλου Εκάλη-Κηφισιά, και μέλος της Θεοσοφικής Σχολής Αθηνών. Ως μητέρα τριών παιδιών και γιαγιά πλέον, μου αρέσει να μαγειρεύω στα παιδιά και τα εγγόνια μου, στους φίλους, ζυμώνω ψωμί πάντα και τελευταία μαζεύω από το δρόμο σκουριασμένα σίδερα, παλιά ξύλα και φτιάχνω καράβια.
Έχετε εκδώσει έξι βιβλία μέχρι σήμερα, και επίσης έχετε γράψει σενάρια για τρία ντοκιμαντέρ, καθώς και τηλεοπτικά σενάρια. Προς τα πού θεωρείτε ότι κλίνετε περισσότερο και σε ποιο είδος συγγραφής αφοσιώνεστε με περισσότερη αγάπη και αφοσίωση;
Το κάθε είδος είναι διαφορετικό και προσφέρει ξεχωριστές εμπειρίες και συναισθήματα. Διαφορετική έρευνα, διαφορετικές απολαβές και δεν αναφέρομαι στις υλικές. Επειδή δεν αναφερθήκατε στο θέατρο, θα ήθελα να πω ότι αυτή είναι η καινούργια μου αγάπη, παρόλο που έγραφα θεατρικές παραστάσεις για τους μαθητές μου στο σχολείο. Όμως, τον τελευταίο καιρό, με τη Μουσικοθεατρική Ομάδα του Αιγίου, αισθάνομαι πλήρης γιατί βλέπω τη χαρά στα πρόσωπα των ερασιτεχνών ηθοποιών και εισπράττω απίστευτη αγάπη.
Ποια η γνώμη σας για τα βραβεία συγγραφής; Από τη δική σας προσωπική εμπειρία ως βραβευθείσα ενός μικρού μονόπρακτου, θεωρείτε ότι η χαρά που λαμβάνει ένας συγγραφέας όταν αναγνωρίζεται το έργο του και προβάλλεται υποδειγματικά ενθαρρύνει περισσότερο τη διάθεσή του να γράψει και να δημιουργήσει;
Δε θα σας πω ότι τα βραβεία δεν είναι ενδεικτικά της αξίας ενός έργου. Προσωπικά χαίρομαι αφάνταστα κάθε φορά που έχω μια διάκριση. Για παράδειγμα, το ντοκιμαντέρ «Ξάνθη, ένα υπαίθριο μουσείο» βραβεύτηκε το 2005 στη Ρώμη και ακόμα και σήμερα περηφανεύομαι γι’ αυτό. Η «Βουντή», ο μονόλογος για τον οποίο συνεργάστηκαν 6 ΔΗΠΕΘΕ (και το Εθνικό και το ΚΘΒΕ) ήταν υποψήφια μαζί με άλλα δύο θεατρικά, για το ένα και μοναδικό βραβείο, ανάμεσα σε εκατοντάδες έργα. Ναι, είναι χαρά ένα βραβείο ακόμα κι όταν ενεργοποιεί την έπαρση! Όμως δε γράφω για να βραβευτώ, αλλά γιατί αν δεν κάνω λέξεις το βάρος μου, θα πάψω να υπάρχω.
Πώς προκύπτει η έμπνευση στη ζωή σας και πώς επιδρά δημιουργικά στη δική σας περίπτωση; Είναι αρκετή για να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα ή κι άλλοι παράγοντες καθορίζουν την επιτυχία του;
Η έμπνευση μπορεί να προκύψει ακόμα κι από μια ανεπαίσθητη κίνηση. Ένα παπούτσι πεταμένο στο δρόμο, θα με κάνει να σκεφτώ τη μοναξιά του και πόσο θα ήθελε να βρει το ταίρι του. Άλλωστε, το ρήμα εμπνέω προέρχεται από την πρόθεση εν και το ρήμα πνέω, κι αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες μόρια φωτεινά, γεμάτα ιστορίες, πνέουν γύρω μας κι όταν βρουν ανοιχτή μια οπή σκέψης, ψυχής, συναισθήματος, εισβάλλουν και η γραφή παίρνει το δρόμο της. Χρειάζεται να αναφερθώ και στους άλλους παράγοντες. Αναφέρομαι στη διαφήμιση και προβολή ενός βιβλίου, ενός έργου. Μόνο που αυτό απαιτεί τεράστια έξοδα. Σε ό,τι με αφορά, θέλω να προβάλλω τη δουλειά μου και επειδή η Αθηνά έχει κουραστεί να κουνά το χέρι της, αναλαμβάνω προσωπικές πρωτοβουλίες.
Ας αναφερθούμε στο νέο σας βιβλίο που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2025 από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» και φέρει τον τίτλο «Μαστοιχειώ, Το δάκρυ του σκίνου». Πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, όπως διαβάζουμε και στο εξώφυλλό του, που μας μεταφέρει στο λιμάνι της Χίου, στα τέλη του 18ου αιώνα. Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενο της ιστορίας που αφηγείστε. Ποια είναι οι κεντρικοί ήρωές της και ποιες οι περιπέτειές τους;
Φοβάμαι πως θα καταχραστώ όλο το χρόνο σας για να σας μιλήσω για την υπόθεση της Μαστοιχειώς. Επειδή, όπως παραδέχτηκα ήδη, είμαι του ‘πολύ’, έχω πολλά πρόσωπα και μια πλοκή γεμάτη ανατροπές. Η ιστορία ξεκινά το 1770 στη Χίο, ένα νησί σχεδόν αδούλωτο, με το μαστίχι, το μετάξι και τη ναυτοσύνη να γεμίζουν χρυσάφι τους άρχοντες. Έρωτες και προσωπικά πάθη, προδοσίες και παρεξηγήσεις, μυστικά που δεν πρέπει να αποκαλυφθούν, τα ατμόπλοια απειλούν τα ιστιοφόρα, να κάνουν καυσόξυλα τα σκαριά και σφουγγαρόπανα τα πανιά τους, οι πειρατές με τα μπάντικα ξύλα τους, οι ξωτικές αγελούδες, γυναίκες που υποκύπτουν ή αντιδρούν στη μοίρα τους κι ένα χρυσό φλουρί που δίνει όνομα σ’ ένα κορίτσι του μαυλομαχαλά, δηλαδή της γειτονιάς με τα σπίτια του πληρωμένου έρωτα.
Αντιμετωπίσατε τεχνικές δυσκολίες κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου σας σχετικές με το περιεχόμενο ίσως και την ιστορική ή θεματική ακρίβεια των γεγονότων που αναφέρετε; Βρεθήκατε σε τέτοιου είδους συγγραφικά αδιέξοδα κι αν ναι με ποιον τρόπο τα αντιμετωπίσατε; ¨όπως μας πληροφορείτε κι η ίδια, ανατρέξατε στις ιστορικές πηγές τις οποίες αναφέρετε και στη βιβλιογραφία σας. Ήταν όμως αρκετές για να περιγράψετε με ακρίβεια το κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό πλαίσιο στο οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή του έργου, οι καταστάσεις και τα γεγονότα;
Η μαγεία της συγγραφής ενός ιστορικού μυθιστορήματος, είναι το ταξίδι στο χρόνο. Λατρεύω την έρευνα, έμαθα να ψάχνω τότε που ήμουν φοιτήτρια στο Αρχαιολογικό-Ιστορικό, αυτή η ανάγκη με οδήγησε μέχρι τη Σορβόννη όπου κατάλαβα πως κάθε λέξη χρειάζεται την πανοπλία της. Τρελαίνομαι να χάνομαι σε αρχεία, παλιά βιβλία, παραμύθια, θρύλους παραδόσεις και ιστορικά γεγονότα. Για να ζήσω το ταξίδι, ετοιμάζω το σκηνικό με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια μπορώ: Τα σπίτια, οι δρόμοι, τα ρούχα που φορούσαν, τα φαγητά που μαγείρευαν, οι οσμές των μπαχαρικών, η γλώσσα και οι ξεχωριστές λέξεις, οι κατάρες και οι ευχές, οι άγραφοι νόμοι, η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις. Και ο έρωτας! Αυτός ο βασιλές, που πιο δυνατός ακόμα κι από το χρήμα και τη δόξα δυναστεύει, απειλεί, ορίζει. Όταν μπω μέσα στο σκηνικό, όλα έχουν τελειώσει. Οι ήρωες, οι άντρες και οι γυναίκες του βιβλίου μου, ζουν, ερωτεύονται, ταξιδεύουν, συνωμοτούν, κλαίνε, ταλαιπωρούνται… Εγώ, απλά, τους παρακολουθώ και καταγράφω.
Πόσο χρόνο χρειαστήκατε για την ολοκλήρωση της συγγραφής αυτού του βιβλίου, δεδομένου ότι είναι αρκετά ογκώδες και πολυσέλιδο, 510 σελίδες για την ακρίβεια;
Χρειάστηκα τέσσερα χρόνια. Μια αναγνώστρια έγραψε «Τέσσερα χρόνια Χιώτισσα η Αργυρώ…» Μου άρεσε αυτό.
Περνάει μηνύματα το βιβλίο σας ή προορίζεται καθαρά και μόνο για ψυχαγωγία;
Γενικά, δε μου αρέσει να περνώ μηνύματα, αυτά τα εισπράττει και τα αποκωδικοποιεί ο καθένας από εμάς σε κάθε ευκαιρία και πάντα κατά το δοκούν. Αλλά νομίζω πως θα καταλάβουμε το κακό στοιχείο που χαρακτηρίζει την υπέροχη και πολυτάλαντη φυλή μας και αυτό δεν είναι άλλο από την εσωτερική διάσπαση και την εθνική αντιπαλότητα. Δεν ήθελα να το καταγράψω αυτό, αλλά δε γινόταν να μην το αναφέρω.
Πείτε μας δυο λόγια για τη μακρόχρονη και άκρως αποδοτική συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Ψυχογιός».
Πρόκειται πραγματικά για οικογένεια. Υπάρχει αγάπη, ενδιαφέρον για τον συγγραφέα. Ο κύριος Θάνος Ψυχογιός πάντα παρών στις παρουσιάσεις μου, πάντα με ένα χαμόγελο. Θεωρώ το ίδιο δυναμικού και άξιους τους διαδόχους που ανέλαβαν τα ηνία. Όμως, θα μου επιτρέψετε, να ξεχωρίσω την Αγγέλα Σωτηρίου, την ψυχή-ψυχογιού, όπως τη αποκαλώ γιατί κάθε φορά με κάνει να νιώθω μοναδική. Αναφερθήκατε πριν στα βραβεία. Εγώ έχω πάρει τέσσερα από την Αγγέλα, όσα και τα βιβλία μου που έχουν εκδοθεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Γράφετε κάτι αυτή την περίοδο; Τι να περιμένουμε από εσάς το επόμενο διάστημα; Ένα νέο μυθιστόρημα ίσως ή κάποιο θεατρικό έργο;
Έχω γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, μια μυστηριώδη ιστορία με παράξενα εγκλήματα που εξελίσσεται σήμερα. Ως φανατική αναγνώστρια αστυνομικών μυθιστορημάτων, θέλω να πιστεύω πως έχω γράψει κάτι που θα εξιτάρει και θα προβληματίσει τους φαν του είδους. Μεγάλη έρευνα, σε αστυνομικά τμήματα, νοσοκομεία, γιατρούς, ψυχολόγους και όχι μόνο. Ίδωμεν!
Α, ναι, έχω και ένα εφηβικό που πριν λίγο καιρό ολοκλήρωσα, κι αυτό γεμάτο μυστήριο, ταξίδι στο χρόνο, γεμάτο γρίφους και παράξενα μαγικά. Πιο πολύ παραμύθι ζωντανό!
Πείτε μας μια ευχή σας για το μέλλον που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί.
Πολύ πεζή και συνηθισμένη, αλλά που μοιάζει ουτοπική: Υγεία και Ειρήνη.
Αμάν πια, τι θέλουμε και σκοτωνόμαστε; Πόσο ακόμα θα βλέπω παιδάκια να κλαίνε ανάμεσα σε βομβαρδισμένα χαλάσματα, μωρά αποστεωμένα από την πείνα; Ντρέπομαι για το ανθρώπινο είδος…
Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας.
Κόρη,
κλειδί σ’ αγόρασα, κι αντίκλειδι σου πήρα
Κλείδωσες την καρδούλα σου κι απέξω καρτερώ σε
Κάνω τα έμπα σου σκουριά, τα έβγα ασημένια
Αυτός ο μύλος ο
ξερικός ήταν μονόφθαλμος, κινούσε μόνο ένα ζευγάρι πέτρες γιατί το νερό δεν
ήταν τόσο πολύ, μη σου πω ότι το ποτάμι αργυάκι[1]
γινόταν τους αφυδατωμένους μήνες του
καλοκαιριού. Στον καιρό του ήταν
λαδόμυλος μα ο μυλωνάς τον εγκατέλειψε, αγόρασε δυο ταμπακόμυλους στην άκρη της
θάλασσας και είδε χαΐρι. Πάνω από είκοσι χρόνια παρατημένος, το ξύλινο βαγένι
έσπασε, η φτερωτή μάδησε, το μονοπάτι που οδηγούσε τα φορτωμένα μουλάρια
αλώθηκε από πουρνάρια, φυτρώσαν και κάτι δέντρα.
Η γυναίκα άκουσε ή,
καλύτερα, οσμίστηκε τον ήχο από το χρεμέτισμα του αλόγου και το σάλτο του
καβαλάρη που ξεπέζευε. Μαζεύτηκε στη γωνιά της, το χαλί σκληρό και βρώμικο. Δε θυμόταν αν ήταν η μέρα του, έχει
ξεχάσει πώς μετριέται ο χρόνος. Η δούλα της μπήκε βιαστικά, κουβαλούσε ένα
αμουλλάκι[2]
με νερό κι ένα σικλί[3],
ήρθε ο αφέντης, πλύσου. Η γυναίκα στριμώχτηκε στο κούφωμα του τοίχου, το χαλί
ρούφηξε τον θόρυβο από τις αλυσίδες. Ο Αυγουστής Λαμπρινός μπήκε σιγοπατώντας
αφού πρώτα έλεγξε για φίδια, να μη ξυπνήσει τους εφιάλτες, άδικος ο κόπος.
Στάθηκε πάνω της, εκείνη ζορίστηκε να ισιώσει το κορμί, το βλέμμα περπάτησε
στις γυαλισμένες μπότες, στάθηκε στο ζωνάρι που κρατούσε το μαχαίρι και τα
κουμπούρια, ανέβηκε στο στήθος, τα φιλιά της ακόμα φέγγιζαν κάτω από το
καλοσιδερωμένο ποκάμισο, το καμουχένιο του γιλέκο, έψαξε στον λαιμό τις
δαγκωματιές, τέσσερα χρόνια τώρα και τα σημάδια ανέπαφα. Εκεί σταμάτησε, είχε
λαχανιάσει, δεν είχε δύναμη να σκαρφαλώσει ψηλότερα. Εγώ θαρρώ πως φοβόταν ότι
θα λιποψυχούσε, θα παραδινότανε.
Γονάτισε ο Αυγουστής, την έπιασε από το
πιγούνι, έψαξε τα μάτια της, άδεια του φανήκανε. Δεν απογοητεύτηκε…. απομάκρυνε
τις αλυσίδες σύρθηκε να την αγκαλιάσει, να δεις που η καρδιά της λαχτάρισε.
Τράβηξε από το λαιμό του μια καδένα, σε σακούλι μεταξωτό μοσχοβόλησαν την πέτρινη κάμαρη χοντροί
κόκκοι από τα δάκρυα του σκίνου. Έβγαλε έναν, τον έχωσε στο στόμα του, ύστερα
πλησίασε τα χείλη της και με τη γλώσσα ακούμπησε το πολύτιμο πετράδι στη δική
της. Το φιλί που λαχταρούσε δεν ήρθε, εκείνη έκλεισε τα μάτια σφιχτά, για λίγα
λεπτά έκαναν και οι δυο εκείνο το ταξίδι.
«Μη με ξεπαστρεύεις
άλλο, μαστιχένια μου… Μίλα μου, πε μου… κάνω λάθος, πε μου, δεν ήταν κάλπικο το
χάδι σου… μίλα μου, να πάμε πίσω στο κονάκι μας, η κάμαρή σου γεμάτη λουλούδια,
κάθε μέρα μονάχος γεμίζω τ’ ανθογυάλι σου…»
Η γυναίκα σαν να μην
άκουγε, είχε πια ξεχάσει πώς ήταν κάποτε, δεν καταλάβαινε πια για ποια κάμαρη
της μιλούσε, εκείνο που ήξερε καλά ήταν το χρέος να κρατήσει το στόμα της
κλειστό. Ο άντρας δεν είχε άλλα λόγια να της πει, άλλες εικόνες να μαζέψει,
έχανε για μια ακόμα φορά το παιχνίδι, ένας τεράστιος λεκές του βρώμιζε ψυχή και
υπόληψη, άρπαξε το μπράτσο της, τα κόκαλα έτοιμα να πεταχτούν, την τράνταξε.
«Μίλα, που να σε
πάρει ο διάολος! Μίλα να τελειώσει το μαρτύριο, θαμμένο ζωντανό με κρατάς…»
εκείνη άφησε τον μυρωδάτο κόκκο να γλιστρήσει στο σαγόνι μαζί με το σάλιο της,
καλύτερα να το έφτυνε στα μούτρα του. Το μένος του άντρα φούντωσε, την
ξεκόλλησε από τον τοίχο, την πέταξε στο χοντροδουλεμένο χαλί και σκίζοντας τα
λερωμένα της φουστάνια, βουτήχτηκε στον σκουριασμένο εφιάλτη για να ζήσει αυτό
που κάποτε ήταν μαζί της πυρά και μέλι.
Έξω από την κλειστή
πόρτα, η δούλα η Ερμιόνη περίμενε υπομονετικά. Άμουλλες με ζεστό νερό, μαλακές
πετσέτες, ρούχα καθαρά, ένα φουστάνι αλατζαδένιο, σαπούνι που δεν είχε ξαναδεί
ούτε είχε ξαναμυρίσει τέτοια ευωδιά, όλα φερμένα από τον αφέντη· από τα μουγκρητά
του κατάλαβε πως το μαρτύριο της κυράς
τελείωσε, κάθε φορά τα ίδια.
****
Μόλις τα ποδοβολητά
του αλόγου έπαψαν ν’ ακούγονται, μπήκε στο δωμάτιο, η πόρτα ήδη ανοιχτή, ύστερα
της πέρασε τις αλυσίδες στα χέρια και τα πόδια της γυναίκας και τη βοήθησε να
σηκωθεί.
«Έλα, κυρά μου. Έλα
γιατί μπορεί να ξαναγυρίσει ο τρισκατάρατος και ξέρεις τι μας περιμένει…»
«Πέταξέ με από το
παράθυρο, Ερμιόνη… βάλε να με λιώσεις στις μυλόπετρες, φέρε μου ένα μαχαίρι, σε
παρακαλώ…»
Έξω από την κάμαρη, ο
Αυγουστής ο Λαμπρινός, σαν τον κλέφτη παραμόνευε να βουτήξει το ακριβό λάφυρο
της φωνής της. Να την ακούσει ό,τι κι αν λέει. Να κρατήσει αυτό τον ήχο τον
βραχνό, να τον ανακατεύει με τις λέξεις που του έλεγε όταν τον αναγελούσε[4]
πως ζούσε μονάχα για κείνον. Ύστερα, το ίδιο αθόρυβα όπως επέστρεψε, έφυγε,
καβάλησε τον μαύρο του και χύθηκε στην κατηφορική πλαγιά. Έφτασε εκεί που ο
νεογέννητος καταρράκτης σχημάτιζε μικρή λίμνη. Στάθηκε στην άκρη του βράχου,
έβγαλε κραυγή που τρόμαξε τα πουλιά, τα φίδια, τα τσακάλια και χωρίς να βγάλει
τα ρούχα του βούτηξε στο παγωμένο νερό με την ελπίδα πως αυτή τη φορά θα
γκρεμοτσακιστεί.
[1] ρυάκι
[2] Μικρό
δοχείο νερού
[3] κουβάς
[4]
κορόιδευε
Κυρία Μαργαρίτη,, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη και πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε. Εύχομαι από καρδιάς καλοτάξιδο το βιβλίο σας και καλοδιάβαστο!
Εγώ σας ευχαριστώ θερμά, κυρία Πετρίδου, για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και για την τιμή!
Βιογραφικό:
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Ιωνία, διατηρώντας τρυφερές αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι, πέρα από την οικογένεια, η γραφή και οι σπουδές ήταν τροφή και τρόπος επιβίωσης. Σπούδασα γαλλική και ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκανα μεταπτυχιακό στη Σορβόνη, γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο της Μπεσανσόν, Ιστορία της Τέχνης στο Γαλλικό Ινστιτούτο και συμμετείχα στα διεθνή προγράμματα Lingua. Μεγάλη μου αγάπη το σχολείο, εργάστηκα στο Νυχτερινό Αχαρνών, στο Πειραματικό Λύκειο Αναβρύτων και τα τρία τελευταία χρόνια στο Ελληνικό Σχολείο των Βρυξελλών. Έχω εκδώσει έξι βιβλία, έχω γράψει σενάρια για τρία ντοκιμαντέρ, καθώς και τηλεοπτικά σενάρια. Επειδή λατρεύω να είμαι μαθήτρια, τώρα παρακολουθώ μαθήματα συγγραφής θεατρικών έργων, έχοντας κερδίσει ένα βραβείο για ένα μικρό μονόπρακτο.
0 Σχόλια