Ι. Ο Ιωάννης Καποδίστριας πέρα από την
κινηματογραφική αφήγηση
«Πρόκληση» για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου αποτελεί η ταινία του
Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας», που έφερε εκ νέου στο προσκήνιο μια από τις
σημαντικότερες μορφές της νεότερης ελληνικής ιστορίας και αναζωπύρωσε τον
δημόσιο διάλογο γύρω από το πρόσωπο και το έργο του Κυβερνήτη. Παρά ταύτα, το
παρόν κείμενο δεν αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης, αποτίμησης ή κριτικής της
κινηματογραφικής αφήγησης. Με άλλα λόγια, δεν εντάσσεται στη συζήτηση περί
σκηνοθεσίας, ερμηνειών, δραματουργίας
και του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζεται η ιστορική πραγματικότητα. Άλλο ο Καποδίστριας ως κινηματογραφικός
χαρακτήρας και άλλο ως ιστορική συνείδηση. Ως εκ τούτου, η ταινία λειτουργεί
εδώ απλώς ως αφορμή ως υπενθύμιση μιας μορφής που ξεπερνά κάθε
κινηματογραφική αποτύπωση.
Σκοπός του άρθρου είναι να φωτίσει δύο θεμελιώδη και αδιάσπαστα
χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Ιωάννη Καποδίστρια (1776–1831), τον
ανιδιοτελή του πατριωτισμό και τη βαθιά, βιωματική Ορθόδοξη χριστιανική του
πίστη, μέσα από τα γεγονότα της ζωής του και τις ίδιες του τις μαρτυρίες.
Πατρίδα και Ορθόδοξη πίστη είναι οι δύο άξονες που διαπερνούν ολόκληρη τη ζωή
και τη δράση του, που σφράγισαν την πολιτική του στάση και καθόρισαν το ήθος
της διακυβέρνησής του. Μπορεί ένας πολιτικός να είναι ταυτόχρονα βαθιά πιστός
και γνήσια πατριώτης, χωρίς να γίνεται δογματικός ή εθνικιστής; Το κείμενο
φιλοδοξεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα αυτό.
ΙΙ. Η πνευματική ταυτότητα του
Καποδίστρια: Πατρίδα και Ορθοδοξία
Για να κατανοηθεί και να προσεγγιστεί σε βάθος και στην πλήρη διάστασή
της η προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια, είναι αναγκαίο να αναζητηθεί και να
εξεταστεί πρωτίστως ο τρόπος με τον οποίο προσέλαβε, υπηρέτησε και βίωσε την έννοια
της πατρίδας. Ο πατριωτισμός του δεν υπήρξε λόγος συγκυριακός, ρητορικός, ούτε
πεδίο ατομικής επιβεβαίωσης, αλλά διαρκής πράξη αυτοθυσίας, προσωπικής ευθύνης,
αίσθηση υπέρτατου χρέους και ιστορικής αποστολής. Από αυτήν τη βαθιά,
αδιάλειπτη και αδιαπραγμάτευτη στάση ζωής, ως εσωτερικό μέτρο κρίσης και
πνευματικό φίλτρο, αναδύεται και η αξεδιάλυτη σχέση του με την Ορθόδοξη πίστη,
η οποία διαμόρφωσε και σφράγισε το ήθος, τη συνείδηση και τον τρόπο άσκησης της
εξουσίας του. Πίστη και Πατρίδα, μια
αδιάλλακτη συνέπεια, μια δημιουργική σύνθεση. Στη συνέχεια, παρατίθεται
μια ενδεικτική αναφορά της πνευματικής ταυτότητας του κυβερνήτη Ιωάννη
Καποδίστρια.
ΙΙΙ. Η ασκητική του κυβερνήτη. Η λιτότητα
του βίου του
Ο προσωπικός γιατρός του Καποδίστρια στην Αίγινα αναφέρει ότι ο Κυβερνήτης
τρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά με βραστά χόρτα και παξιμάδι, ενώ διέθετε το κρέας
που του έστελναν σε ασθενείς και ορφανά. Όταν, μάλιστα, ο γιατρός συνέστησε
στον Καποδίστρια να βελτιώσει λίγο την τροφή του, γιατί ήταν επείγουσα ανάγκη
για την υγεία του. Εκείνος απάντησε αποφασιστικά: «Τότε μονάχα θα βελτιώσω την
τροφή μου, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να
πεινάει».
Ήταν ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στον εαυτό του μη επιτρέποντας
προσωπικές απολαύσεις. Επίσης, κράτησε
στάση απόστασης από πλούτη και προνόμια, καθόσον πούλησε τα κοσμήματα και τα παράσημα
που είχε λάβει από τους Ευρωπαίους ηγεμόνες, για να αγοράσει σιτάρι για τον
πεινασμένο λαό ή για άλλους κοινωφελείς σκοπούς. Η άρνησή του να δεχτεί μισθό
εκφράζει τη βαθιά χριστιανική του πίστη περί διακονίας. Ο Καποδίστριας επέλεξε
συνειδητά την ολοκληρωτική έλλειψη προσωπικής ευτυχίας. Έτσι, η μορφή
του αποκτά μια έντονα μοναχική χροιά, μια αποστολή σχεδόν μοναστικού χαρακτήρα
μέσα στην κοινωνία. Η ολοκληρωτική προσφορά του εαυτού του, η συνειδητή θυσία
αποτελούν ορθόδοξη μαρτυρία της ζωής του.
Η
εξουσία για τον Καποδίστρια δεν είναι δικαίωμα και προνόμιο, αλλά ευθύνη και
σταυρός. Αυτή η στάση τον οδήγησε σε αντιπαράθεση με τοπικούς παράγοντες και
προεστούς, που έβλεπαν το κράτος ως εργαλείο, για να διατηρούν και να ενισχύουν
την εξουσία τους. Η αντιπαράθεση αυτή δεν περιοριζόταν μόνο στο πολιτικό
επίπεδο, αλλά είχε έντονο ηθικό και αξιακό χαρακτήρα.
Η
προσωπική του ζωή χαρακτηρίζεται από συνειδητή αποφυγή κάθε πολυτέλειας, ως
ηθική συνέπεια προς τον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Η εγκράτεια, η εργατικότητα
και η ταύτισή του με τις στερήσεις του έθνους προσδίδουν στη μορφή του διάσταση
σχεδόν συμβολική: η απλότητα γίνεται πολιτική στάση και η προσωπική του φτώχεια
πράξη αλληλεγγύης και παραδείγματος. Κατανοεί ότι το «εξωτερικόν» του άρχοντος
έχει παιδευτική σημασία: η σεμνή ενδυμασία, η έλλειψη φρουράς, η λιτή κατοικία
λειτουργούν ως μήνυμα ισότητας και ηθικής συνέπειας. Ακόμη και όταν υιοθετεί
στολή -έπειτα από τη συμβουλή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη- το πράττει όχι από
φιλαρέσκεια, αλλά για να υπηρετήσει τη δημόσια εικόνα του αξιώματος και την
ανάγκη συμβολισμού προς τον λαό. Χαρακτηριστικό είναι τα παρακάτω αποσπάσματα:
«Εν Γενεύη, ως λέγει η συγγραφεύς Καρλότα Δε-Στωρ, κατώκει εις δύο μικρά
δωμάτια ευτελούς τινάς οικίας κατέναντι του μεγάρου Εϋνάρδου
έζη μετά της μεγαλυτέρας οικονομίας, εργαζόμενος από πρωίας μέχρι πέραν του
μεσονυκτίου προς διέγερσιν της συμπαθείας της Δύσεως υπέρ των ηρωικώς μαχομένων
τέκνων της Ελλάδος. Ημέραν τινά οικογενειακής συναναστροφής μοι είπε : ‘‘Σας
φαίνεται ίσως παράδοξον, Κυρία, το να κατοικώ ούτως ενταύθα, αλλ’ εικάζετε, ότι
εφ’ όσον κρούω τας θύρας των Δυνάμεων να ελεήσωσι τους πεινώντας και
σφαζομένους αδελφούς μου, δεν μοι επιτρέπεται να δαπανώ, συν τω υπηρέτη μου,
πλειότερα των πέντε φράγκων την ημέραν’’ και τα δάκρυα
αμέσως ύγραναν τούς οφθαλμούς του».
«Εννοών δε πόσον σπουδαίον είναι το εξωτερικόν του άρχοντος και ότι
πολλάκις εν ευκαίρω σεβαστότερον είναι κοινόν τι φόρεμα ή στολαί και παράσημα,
εφαίνετο εν απλουστάτη ενδυμασία περιπατών εν ταις οδοίς του Ναυπλίου και μόνον
αυτού κόσμημα φέρων το κυανούν περιλαίμιον, όπερ είχε κεντήσει αυτώ η κυρία
Εϋνάρ. Μόνον δε κατά την εν Πελοποννήσω οδοιπορίαν απεφάσισε να φορέση στολήν,
αφού συνεβούλευσε τούτο ο Κολοκοτρώνης,
παρατηρών αυτώ, ότι ο λαός εγονυπέτει ενώπιον του προηγουμένου ιππέως, ον
εξελάμβανεν ως Κυβερνήτην, ένεκα της λαμπράς αυτού αναβολής. Εν Ναυπλίω κατώκει
πενιχρόν οικίσκον, σκοτεινήν έχοντα την αυλήν και ξυλίνην την κλίμακα
ουδεμία δε ίστατο προ αυτού φρουρά ως αν η αγάπη τού λαού ην η καλλίστη
προστασία τού Κυβερνήτου. Το κύριον κόσμημα της προς υποδοχήν αιθούσης απετέλει
ο ήλιος
κυκλικόν τι δε ανάκλιντρον και εν γραφείον ήσαν τα μόνα της έπιπλα. Πώς είναι
δυνατόν, έλεγε, να τραπώ εις την πολυτέλειαν, όταν η Ελλάς καταστρέφεται σχεδόν
εκ της παντελούς της πενίας; Ούτω δε και η δίαιτα αυτού ην απλούστατη. Εν μέσω
λαού ολιγαρκούς έζη και αυτός ολιγαρκέστατος» (Τρύφων Ευαγγελίδης, Ιστορία
του Ιωάννου Καποδιστρίου, κυβερνήτου της Ελλάδος (1828-1831), Εν Αθήναις,
εκδότης Π. Ε. Ζανουδάκης, 1894).
ΙV. Ο Καποδίστριας
μέσα από τα δικά του λόγια
1) Στις 2 Απριλίου 1827, η Γ΄ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων
ανέδειξε τον Ιωάννη Καποδίστρια πρώτο Κυβερνήτη της ελεύθερης, αλλά ακόμη
εύθραυστης και περιορισμένης εδαφικά, Ελλάδας. Η επιλογή αυτή δεν ήταν απλώς
πολιτική. Αποτελούσε πράξη εμπιστοσύνης σε έναν διπλωμάτη διεθνούς κύρους, που
είχε ήδη διαγράψει λαμπρή πορεία στην ευρωπαϊκή σκηνή και γνώριζε σε βάθος τους
συσχετισμούς των δυνάμεων. Ο ίδιος, ωστόσο, είχε πλήρη επίγνωση του κινδύνου
και της δοκιμασίας που αναλάμβανε. Σε επιστολή του προς τον πιστό φίλο και
υποστηρικτή του Εϋνάρδο, έγραφε με χαρακτηριστική βαρύτητα: «Είμαι
αποφασισμένος να άρω τον ουρανόθεν επικαταβαίνοντά μου σταυρόν» (Επιστολαί,
τόμος Α΄).
Τα λόγια του φανερώνουν όχι μόνο συναίσθηση του βάρους της αποστολής,
αλλά και μια σχεδόν προφητική διαύγεια: διέβλεπε ότι η διακυβέρνηση της Ελλάδας
δεν θα ήταν θρίαμβος, αλλά πορεία γεμάτη αντιστάσεις, συγκρούσεις και,
ενδεχομένως, προσωπική θυσία. Κι όμως, δεν μπορούσε να αποποιηθεί το κάλεσμα
της Πατρίδας. Η αποδοχή του αξιώματος δεν υπαγορεύθηκε από φιλοδοξία, αλλά από
βαθύ αίσθημα καθήκοντος. Τη συγκατάθεσή του την αντιλαμβανόταν ως «οφειλήν εις
ιεράν υπόθεσιν» -ως χρέος απέναντι σε έναν αγώνα που υπερέβαινε το άτομό του
και εντασσόταν στη μεγάλη υπόθεση της εθνικής αποκατάστασης.
2) «Αλλ’ εμέ ούτε ο φόβος των μηχανουργιών και μηχανουργών ούτε αι
μακραί συκοφαντικαί στήλαι μερικών εφημερίδων, δεν θέλουν με παρεκκλίνει ποτέ
της πορείας, την οποίαν εχάραξα εις την ζωήν μου. Ας λέγουν και ας γράφουν όσα
θέλουν. Θα έλθει όμως κάποτε καιρός, ότε οι άνθρωποι κρίνονται όχι σύμφωνα με
όσα είπον ή έγραψαν περί των πράξεών των, αλλά κατ’ αυτήν την μαρτυρίαν των
πράξεών των. Υπ’ αυτής της πίστεως, ως αξιώματος, δυναμούμενος έζησα μέσα εις
τον κόσμον, με θεμέλιον αυτάς τας πνευματικάς αρχάς μέχρι τώρα, οπότε
ευρίσκομαι εις την δύσιν της ζωής μου, και υπήρξα πάντοτε ευχαριστημένος διά
τούτο. Μου είναι αδύνατον πλέον να αλλάξω τώρα. Θα συνεχίσω εκπληρών πάντοτε το
χρέος μου, ουδόλως φροντίζων περί του εαυτού μου, και ας γίνει ό,τι γίνει...».
(Επιστολαί, τόμος Δ΄)
Ο Καποδίστριας έχει επίγνωση του κινδύνου και ενδεχομένως της πιθανής κατάληξης.
Η επιλογή του, όμως, να παραμείνει είναι αμετακίνητη. Αυτό τον φέρνει κοντά σε
μια χριστιανική, σχεδόν μαρτυρική, ανάγνωση της ιστορίας: ο θάνατός του δεν
παρουσιάζεται ως πολιτικό ατύχημα, αλλά ως μαρτυρική κατάληξη ενός συνεπούς
βίου. Και λειτουργεί ως σπόρος για ένα κράτος που ο ίδιος δεν θα προλάβει να
δει.
3) Όταν ο τσάρος Νικόλαος προσπαθούσε να πείσει τον Καποδίστρια,
κατά το τελευταίο του ταξίδι στην Πετρούπολη, το Μάιο του 1827, να μη δεχθεί
την εκλογή του ως Κυβερνήτη της Ελλάδος, και να ξαναγυρίσει στη θέση του, ως
υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας, εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά: «Η απόφασή
μου είναι αμετάκλητη. Μεγαλειότατε! Πάνω απ’ όλα ανήκω στην Πατρίδα μου, στην
Ελλάδα. Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι μονάχος μου μπορώ να τη σώσω. […] Πιστεύετε,
ότι θα εγκατέλειπα μια τόσο λαμπρή θέση, μια τόσο ένδοξη υπηρεσία και μια πλήρη
εξασφάλιση στη Ρωσία... εάν δεν ένοιωθα ότι με προστάζει το επιτακτικό χρέος
των τραγικών καταστάσεων της χώρας μου... και η έλλειψη των ανθρώπων; […] Μην πιστέψετε
καθόλου, μεγαλειότατε, ότι πηγαίνω στην Ελλάδα, με τη ρωσική λιβρέα στους ώμους
μου. Δεν είμαι εγώ εκείνος, που θα σας βοηθούσε να στήσετε εκεί τις δικές σας
σημαίες. Και δεν είμαι εγώ εκείνος που θα σας δάνειζε το χέρι του για να
επιτευχθεί ένα δεύτερο πολιτικό έγκλημα, σαν εκείνο του διαμελισμού της
Πολωνίας...» (Ελένη Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος-Ο διπλωμάτης
1800-1828, Βιβλιοπωλέιο της Εστίας, 1978)).
4) Αν και γνωρίζει ότι
τρομερότατες αθλιότητες τον έχουν κυκλώσει γράφει στον Ανδρέα Μουστοξύδη «Ο δε
Θεός, αν θέλη και πάλιν να σταδιοδρομήσω εν Ελλάδα, θέλει με δώσει κατά τους
οικτιρμούς του δύναμιν και έντιμον πράξιν και επί ταύτη και μόνη αναπαυόμενος ελπίδι θέλω
υποστή την μοίραν μου μετ’ ανδρείας και καρτερίας» (Επιστολαί, τόμος Α΄).
Η Ελλάδα είναι ένα τραυματισμένο, ρημαγμένο, ακυβέρνητο σώμα. Ένα έθνος
που μόλις βγήκε από τον πόλεμο, κουρασμένο, φτωχό, διχασμένο, χωρίς ακόμη
συλλογική συνείδηση κράτους. Ο Καποδίστριας έρχεται όχι για δόξα, πολιτικό
όφελος ή προσωπική επιβεβαίωση. Έρχεται, επειδή αισθάνεται χρέος. Έρχεται για
να σηκώσει την εξουσία. Γιατί η πατρίδα είναι γι’ αυτόν πνευματική ευθύνη. Και δεν
κυβερνά μια χώρα, αλλά κυβερνά ένα κενό. Ένα κενό που το γεμίζουν οι
οικογενειακές φατρίες, οι τοπικοί άρχοντες και τα ξένα συμφέροντα. Ως εκ
τούτου, η σύγκρουση δεν είναι απλώς πολιτική είναι υπαρξιακή:
πώς χτίζεται κάτι κοινό εκεί όπου κυριαρχεί το ατομικό;
5) «Οι Έλληνες, γράφει, δεν θα φθάσουν ποτέ μέχρι του σημείου να
με δολοφονήσουν. Θα σεβασθούν την λευκή κεφαλή μου [...]. άλλωστε είμαι
αποφασισμένος να θυσιάσω την ζωήν μου δια την Ελλάδα και θα την θυσιάσω. Εάν οι
Μαυρομιχαλαίοι θέλουν να με δολοφονήσουν, ας με δολοφονήσουν. Τόσον το
χειρότερον δια αυτούς. Θα έλθη κάποτε η ημέρα, κατά την οποίαν οι Έλληνες θα
εννοήσουν την σημασίαν της θυσίας μου» (Επιστολαί, τόμος Δ΄).
Με δραματικό τρόπο αποτυπώνεται η μοιραία αυτοσυνειδησία του Καποδίστρια.
Η αναφορά στους Μαυρομιχαλαίοι προσδίδει ιστορική αμεσότητα και υπογραμμίζει το
κλίμα έντασης της εποχής. Παρά ταύτα, ο Καποδίστριας αντιλαμβάνεται την
πολιτική όχι ως άσκηση εξουσίας, αλλά ως σταυρική διακονία. Ταυτόχρονα, η
βεβαιότητα του λόγου του ότι «κάποτε» οι Έλληνες θα κατανοήσουν τη σημασία της
θυσίας του αποκτά προφητική διάσταση για έναν άνθρωπο που πορεύεται συνειδητά
προς το μαρτύριο.
6) « Και σήμερον και τότε και πάντοτε την κεφαλήν μου τίθημι υπό
την φρούρησιν του Θεού. […] Και εύεπλις είμαι ότι Θεού βοηθούντος θέλω το
κατορθώση. […] Η καρδία μου καταστέλλεται, αλλά και πάλιν δεν αψυχώ, ελπίζων
εις την βοήθειαν του Θεού. […] Εγώ, όμως, δεν απελπίζω την σωτηρίαν του τόπου
τούτου, διότι έχω μέγα θάρρος εις την πρόνοια του Θεού» (Επιστολαί, τόμος Δ΄).
Ο λόγος του Καποδίστρια διαποτίζεται από την ακλόνητη πίστη του στην
πρόνοια του Θεού. Νιώθει ότι τελεί υπό θεία φρούρηση και δεν λειτουργεί ως
αυτόνομος φορέας ισχύος. Η βαθιά θεοκεντρική θεώρηση της πολιτικής του
αποστολής σκιαγραφεί μια μορφή όπου η πίστη και η πολιτική ευθύνη συνυπάρχουν
αδιάσπαστα.
V. Ιωάννης Καποδίστριας: Ο πολιτικός μάρτυρας με ορθόδοξο
ήθος
Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως πολιτικό
γεγονός. Μπορεί να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της μαρτυρίας, όχι με την αυστηρή
θεολογική και αγιολογική έννοια. Ο Καποδίστριας δεν θεωρεί την εξουσία
προνόμιο, αλλά επιλέγει λιτό βίο, προσωπικές θυσίες και διακονεί έναν λαό που
δυστυχεί. «Ὃς ἂν θέλῃ μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Ματθ. 20, 26). Ο ευαγγελικός λόγος διδάσκει
ότι η αληθινή μεγαλειότητα έγκειται στην ταπεινότητα και την υπηρεσία προς τους
άλλους. Η θυσιαστική φροντίδα για τον άλλον, η διακονία του πλησίον αποτελούν μορφή
έμπρακτης ομολογίας και μαρτυρία αγάπης.
Ο Καποδίστριας συγκρούστηκε με κατεστημένες δυνάμεις, αντιτάχτηκε στην
πολιτική διαφθορά και ιδιοτέλεια που υπονόμευαν τη δημιουργία ενός κράτους
δικαίου. Η στάση του αυτή υπήρξε πρωτίστως αξιακή επιλογή, επιμένοντας στην
προτεραιότητα του κοινού καλού. Υπό αυτό το πρίσμα, η στάση του προσλαμβάνει
διαστάσεις «μαρτυρίας συνειδήσεως». Η αντίληψη αυτή συνάδει με το πατερικό ήθος
της Εκκλησίας, όπου η αλήθεια και η δικαιοσύνη δεν αποτελούν διαπραγματεύσιμες
αξίες.
Ο Καποδίστριας
είχε πλήρη επίγνωση της εχθρότητας που προκαλούσε η πολιτική του και, παρ’ όλα
αυτά, δεν επέλεξε την αποχώρηση ή την υποχώρηση, αλλά κράτησε αδιάλλακτη στάση
απέναντι στο καθήκον του, επωμίστηκε συνειδητά την ευθύνη, ακόμη και με κόστος
την ίδια του τη ζωή. Η επιλογή του να μην υποχωρήσει, παρότι γνώριζε την
εχθρότητα που προκαλούσε, συνάδει με αυτήν την πατερική αρχή: η ευθύνη ενώπιον
του Θεού προηγείται της προσωπικής διασφάλισης. Η ορθόδοξη θεολογία βλέπει τη
ζωή του πιστού ως μετοχή στο μυστήριο του Σταυρού. Η σταυρική διάσταση της
ευθύνης διατυπώνεται ως εξής: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν… αράτω τον σταυρόν
αυτού» (Ματθ. 16, 24)
VΙ. Επιλογικές σκέψεις
Ο Ιωάννης Καποδίστριας
δεν προσφέρεται ακόμη και σήμερα για εύκολες αναγνώσεις, επιφανειακές
ερμηνείες και άνετες συγκρίσεις. Η
προσωπικότητά του δεν χωρά σε απλοϊκά σχήματα «φιλελεύθερου» ή «αυταρχικού»,
«οραματιστή» ή «ρεαλιστή». Πρόκειται για μια μορφή σύνθετη, απαιτητική που
απαιτεί ιστορική νηφαλιότητα ιδιαίτερο σεβασμό στην προσέγγισή της, θεσμική
κατανόηση και ηθική ευαισθησία. Ο Καποδίστριας μας καλεί να
αναμετρηθούμε με ερωτήματα διαχρονικά:
·
Τι σημαίνει πατριωτισμός χωρίς ιδιοτέλεια;
·
Τι σημαίνει πίστη χωρίς επίδειξη;
·
Τι σημαίνει εξουσία ως διακονία;
·
Μπορεί ένας ηγέτης να προηγηθεί της εποχής του χωρίς
να συντριβεί από αυτήν;
·
Η ελληνική κοινωνία έχει ποτέ συμφιλιωθεί με
την έννοια του θεσμικού κράτους;
·
Μπορεί να οικοδομηθεί κράτος δικαίου χωρίς
σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα;
·
Μπορεί η ηθική ακεραιότητα να συνυπάρξει με την
πολιτική αποτελεσματικότητα;
·
Είμαστε διατεθειμένοι να αναγνωρίσουμε την αξία
μιας θυσίας όταν συμβαίνει, ή μόνο εκ των υστέρων;
Τελικά, η μορφή του Καποδίστρια λειτουργεί ως καθρέφτης αυτοκριτικής. Γι’ αυτό και παραμένει πάντα επίκαιρος. Μια πρόκληση προς βαθύτερο αναστοχασμό. Ένα παράδειγμα που, όσο κι αν ενοχλεί, εξακολουθεί να φωτίζει.

0 Σχόλια