Υπό καθεστώς ομηρίας
ISBN: 9786185748517
Σελίδες: 48
Εκδόσεις: Μετρονόμος
Το πρόσφατο ποιητικό έργο του Δημήτρη
Μπαλτά, «Υπό καθεστώς ομηρίας» (εκδ. Μετρονόμος, 2025) είναι ένας ώριμος
ποιητικός στοχασμός επί του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ο ποιητής εστιάζει στα μικρά,
τα καθημερινά, (ανα)ζητώντας τις ηθικές απολήξεις του παρόντος. Ξεγυμνώνει την
αλήθεια με το ήθος που οφείλει να έχει ως ένας άνθρωπος των γραμμάτων, τόσο
απέναντι στην τέχνη (του) όσο και απέναντι στο αναγνωστικό κοινό του.
Τα ποιήματα
του Δημήτρη Μπαλτά ξεκινούν από τη ζώνη του καθημερινού. Οι ιστορίες που αποτυπώνονται
και τα συναισθήματα που σκιαγραφούνται, τοποθετούνται συχνά μέσα σε αστικά
περιβάλλοντα. Εκεί που μια γυναίκα «Είναι εβδομήντα οχτώ/ ξαποσταίνει μετά τη
σύντομη βόλτα/ στο παρκάκι της γειτονιάς» και μία άλλη γυναίκα «Είναι είκοσι
δύο./ Στην αποβάθρα περιμένει τον επόμενο συρμό./ Διαβάζει.» συμβαίνει να «τις
ενώνει η κλωστή του χρόνου’/ του χρόνου και της καρτερίας» [από το ποίημα ΔΥΟ
ΓΥΝΑΙΚΕΣ]. Η παράμετρος του χρόνου έχει κομβική σημασία μέσα στο αστικό
παρόν της ποίησης του Μπαλτά: είναι εκείνο το καλογυαλισμένο γρανάζι που δεν
αφήνει περιθώρια λάθους και σφάλματος. Την ίδια στιγμή, το ποιητικό υποκείμενο διερωτάται
για τις παράλληλες πραγματικότητες που συναπαρτίζουν αυτό που εκλαμβάνουμε ως
«κανονικότητα», ως «ζωή», ως «παρόν», καθώς παρατηρεί στοχαστικά την κοινωνία
να κινείται σε πολλαπλές ταχύτητες.
Το παρόν, για τον ποιητή, δεν διασπάται σε επιμέρους κομμάτια. Είναι ένα σύμπλεγμα παράλληλων ιστοριών που ενώνονται σε μία κοινή συνθήκη. Η ριζοσπαστικότητα των ποιημάτων του συνίσταται ακριβώς στην επιμονή της συν-ύπαρξης, η οποία τοποθετεί στον πυρήνα της την κοινή μας ανθρώπινη καταγωγή, την κοινή μας ανάγκη για αγάπη, προτού βρεθούμε σε απρόσωπα τοπία μοναξιάς που μαεστρικά ξηλώνουν τα πιο αγνά και τρυφερά μας όνειρα (δανειζόμενη στίχους από το ποίημα ΡΑΒΕ ΞΗΛΩΝΕ).
Η οπτική του ποιητή, ειδικότερα για τη μοναξιά, παρουσιάζει ενδιαφέρον. Η μοναξιά επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές μέσα στην ποιητική συλλογή, με την ίδια συνέπεια. Ο Μπαλτάς μιλά για μία συγκεκριμένη μοναξιά, απομυθοποιώντας τόσο τη ρομαντική διάστασή της ως αναγκαίας συνθήκης αυτογνωσίας για τους ανθρώπους, αφού «φουντώνει η μοναξιά και μας καίει» (όπως γράφει στο ποίημα ΠΡΑΜΑΤΕΙΑ), όσο και ως αναγκαίας συνθήκης για την γραφή της ποίησης. Η βαθιά αριστοτελική οπτική του αποτυπώνεται με τρυφερότητα στην ποιητική του γραφή, που αναδεικνύει τον άνθρωπο ως από τη φύση του κοινωνικό ον, προορισμένο να ζει σε σύνολα ανθρώπων, να υπάρχει στο «μαζί» και όχι στο «μόνος». Άλλωστε, όπως διαβάζουμε στο ποίημα ΣΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ, εκεί «χαράχτηκαν ο έρωτας κι η αγάπη/ το δίκιο κι ο αγώνας» όμως χαράσσεται επίσης και «το αίμα το κοινό». Έτσι, η ποίησή του λειτουργεί ως αντίδοτο στη μοναξιά, ως ένεση αδρεναλίνης για τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της αποστασιοποίησης καθώς χρειαζόμαστε η μία το(ν) άλλο κι ο ένας την άλλη.
Στη σελίδα
37, διαβάζουμε το στίχο «Και τί άλλο μένει εκτός από την αφοπλιστική
ειλικρίνεια του γυμνού ρήματος;» (από το ποίημα με τίτλο ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ). Η
αφοπλιστική ειλικρίνεια δεν κρύβεται μόνο στα γυμνά ρήματα που χρησιμοποιεί ο
Μπαλτάς, αλλά στην έκταση του ποιητικού του σύμπαντος. Γράφει ακριβώς όπως
σκέφτεται: καθάρια και ανοιχτά. Ξεγυμνώνει τα προσωπεία μιας ζωής που κινείται
σε ένα αντιστικτικό δίπολο, σε δύο κόσμους.
Στον έναν κόσμο, η ζωή έχει αγώνα,
αξίες, ιδανικά. Ανθρώπους που παλεύουν αγόγγυστα, που δεν φοβούνται. Ο κόσμος
αυτός είναι το παρόν που υπερασπίζεται ο ποιητής με όλη του τη δύναμη, καθώς
είναι ο μόνος δυνατός κόσμος για να ζούμε.
Στον άλλο κόσμο, η ζωή εξυπηρετεί την κοινωνική καταξίωση – ακόμη κι ανέλιξη – από την ανάδειξη ενός ευγενούς και φιλάνθρωπου προσωπείου, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ουσιαστική ανθρωπιά. Άνθρωποι τιμούν τις εκκλησιαστικές εικόνες με μια προσποιητή ευλάβεια, «περιπαίζοντας του κατατρεγμένους,/ ξεγελώντας τους ιδρωμένους» (όπως διαβάζουμε στο ποίημα ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ). Αυτή η ζωή είναι μια ισχνή, φαρμακερή και κίβδηλη συνθήκη, που βγάζει στην επιφάνεια τις προσωπικές ανασφάλειες των ατόμων που θέλουν τους ανθρώπους χωρισμένους ιεραρχικά.
Η συνειδητοποίηση της αλήθειας αυτής γίνεται μέσα από τις ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ, όπου οι άνθρωποι καταφεύγουν στη χρήση προσωπείων για να μην αναγκαστούν να φανερώσουν την πραγματικά αποκρουστική τους φύση κι απομονωθούν. Η μάσκα τους δεν κρύβει μιαν απλή ασχήμια αλλά το κατακάθι του ανθρώπινου «πολιτισμού»: τον ρατσισμό και τη μισανθρωπία. Έτσι, ο ποιητής που δεν βολεύεται σε εύκολες εξηγήσεις ούτε σε συνθήκες ιδανικές, μέσω της ποιητικής του ανησυχίας, λέει πως «Γράφω μήπως μείνει κάποιο κάστρο άπαρτο,/ να έχω ένα σημείο αναφοράς,/ όταν όλα μυρίζουν σήψη και ναφθαλίνη.», όπως διαβάζουμε στο ποίημα ΚΑΣΤΡΟ ΑΠΑΡΤΟ. Η ζοφερή και, κυρίως, αποπνικτική πραγματικότητα που περιγράφεται στα ποιήματα, όπως διαβάζουμε στο ΑΠΑΓΚΙΟ «Η λεπίδα του φόβου σέρνεται συριστικά πλάι στην αναπνοή» και στο ΥΠΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΟΜΗΡΙΑΣ «οι ώρες σέρνονται βαριές σαν πατήματα αρκούδας, χωρίς προσανατολισμό, χωρίς προορισμό» γίνεται έναυσμα για τον ποιητή ώστε να αφυπνίσει το κοινό και να δηλώσει πως γράφει για να (προσ)καλέσει το αναγνωστικό κοινό σε μία αλλαγή πλεύσης της ανθρώπινης ρότας, εξίσου αναγκαία και επείγουσα.
Ο λόγος του
δεν καταφεύγει σε ενθαρρυντικά κλισέ. Αντίθετα είναι καταγγελτικός, ως το
αποτέλεσμα της οργής ενός υπομονετικού ανθρώπου που λαξεύει το θυμό του σε
τέχνη και, μέσω αυτής, εκπέμπει ένα κοινωνικό κατηγορώ. Στο βαθιά ανθρώπινο
έργο του Δημήτρη Μπαλτά, υπάρχει ένα έντονα στοχαστικό και υπαρξιακό υπόβαθρο.
Χρησιμοποιώντας τους στίχους του Τίτου Πατρίκιου, θα υποστήριζα ότι τον Μπαλτά
τον βρίσκει η ποίηση εκεί που [ΕΙΝΑΙ ΠΙΚΡΟ…]. Το αναπότρεπτο των
καθημερινών δυσκολιών, της απώλειας ανθρώπων, ιδεολογιών, αξιοπρέπειας, της
έσχατης ελπίδας για την καλοσύνη των άλλων, γίνεται το πρωτογενές υλικό της
ποίησης που διαβάζουμε στο ΥΠΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΟΜΗΡΙΑΣ. Εκεί που ο ποιητής δηλώνει πως
«είναι πικρό να μην μπορείς να κάνεις τίποτα», την ίδια στιγμή ορθώνει ένα
αίτημα για έναν κόσμο ενωμένο, για έναν κόσμο απαλλαγμένο από προσποιητές
συμβάσεις, για έναν κόσμο χωρίς φόβο και μοναξιά. Παρά το ότι συνειδητοποιούμε,
διαβάζοντας την ποιητική συλλογή, πως όλοι/όλες μας βρισκόμαστε ΥΠΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
ΟΜΗΡΙΑΣ μιας τέτοιας ανθρώπινης συνθήκης που βιώνεται ως η κανονικότητα, η
ματιά του ποιητή μας ανοίγει ένα παράθυρο: μας καλεί να αναστοχαστούμε τη ζωή με
όρους αλήθειας, ήθους, ηθικής και εγγενούς ανθρωπισμού, που μπορούν να την
καταστήσουν (εκ νέου; ) αξιοβίωτη. Και γι’ αυτό, η ποίηση του Μπαλτά είναι τόσο
αναγκαία αλλά και αιχμηρή.
.jpg)
0 Σχόλια