Βιβλιοκριτική: "Εύθραυστον" του Γιώργου Σταυρακάκη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Εύθραυστον
Συγγραφέας: Γιώργος Σταυρακάκης
ISBN: 978-618-5963-14-9
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 12 Φεβ 2026
Σελίδες: 48
Εκδόσεις: Μετρονόμος
 




Τη νέα του ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2026 από τις εκδόσεις «Μετρονόμος» ο ποιητής και τραγουδοποιός Γιώργος Σταυρακάκης, με τίτλο «Εύθραυστον».

Πρόκειται για μια συλλογή που κινείται εξολοκλήρου σε ελεύθερο στίχο, αρκετά περιεκτικό και συμβολικό ταυτόχρονα, μελαγχολικό και νοσταλγικό, με περιεχόμενο που δείχνει εμφανώς την πρόθεση του ποιητή να μιλήσει γενικά και αφηρημένα, μέσω της εσωτερικής του φωνής, για όλα εκείνα που δυναστεύουν και σκοτεινιάζουν την ψυχή του, χωρίς ωστόσο να καταφέρνουν να την αιχμαλωτίσουν απόλυτα. Μέσω αυτής της ποίησης επιχειρεί να καταγγείλει την απάθεια, να επαναστατήσει κόντρα στους φόβους και τις αδυναμίες του και, εν τέλει, να απελευθερωθεί από τη φυλακή της ήττας που τον κρατά για χρόνια δέσμιο της σιωπής του, παρά τη θέλησή του.

Η συλλογή του διακρίνεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη ενότητα φιλοξενεί το ομότιτλο ποίημα της συλλογής και η δεύτερη πολλά και σκόρπια ποιήματα, μικρότερης έκτασης, ωστόσο με την ίδια θεματική.

Αρχικά, ο ποιητής εισάγει τον αναγνώστη στον κόσμο της ποίησής του, κάνοντας μια οδυνηρή και συνάμα αληθινή διαπίστωση.

«Οι ποιητές δεν πεθαίνουν.
Μετακομίζουν από λέξη σε λέξη
από άστρο σε άστρο
σακατεμένοι απ’ τους ανθρώπους
με το δεκανίκι του ήλιου
στη μασχάλη τους». (Σελίδα 9)

Ο ρόλος του ποιητή για τον Γιώργο Σταυρακάκη παραμένει αναλλοίωτος στην πορεία του χρόνου. Με την πένα του αποτυπώνει την αλήθεια χωρίς περιττές ωραιοποιήσεις για να καταφέρει την πολυπόθητη εσωτερική ελευθερία. Κι ενώ το κόστος αυτής της απόπειρας είναι μεγάλο και οδυνηρό, η ανάγκη της υπερτερεί για να υπάρξει συνέχεια, για να καρποφορήσει η ελπίδα, για να αποφευχθεί η καθολική παραίτηση από την ίδια τη ζωή.

Το Εύθραυστον που ακολουθεί είναι ένα αρκετά εκτενές και πολυσέλιδο ποίημα, συμβολικό, σκοτεινό, μελαγχολικό και οδυνηρό, ένα ποίημα που περιγράφει την ανθρώπινη ήττα καθώς συνθλίβει τα πάντα στη ζωή ο ανίκητος θάνατος. Ένα μοιρολόι γίνεται ο λόγος του ποιητή, ένας σπαρακτικός θρήνος για όσα κάποτε θύμιζαν απόλαυση, μα που τώρα αιμορραγούν παρατημένα καθώς σέρνονται στο έλεος μιας μοίρας προδιαγεγραμμένης και αθέλητης.

Οι μεταφορές του ποιητή ανάγουν την ποίησή του σε ποίηση υψηλής αισθητικής, όπου η μουσικότητα διεκδικεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αναμφισβήτητα, πρόκειται για μια ποίηση με εσωτερικό ρυθμό, με ποικιλία χρωμάτων, ήχων και οσμών, που περιέχονται κυρίως στις πλούσιες περιγραφές της φύσης, οι οποίες με τη σειρά τους έρχονται σε αντιδιαστολή με την ερημιά και την εγκατάλειψη του άψυχου και άχρωμου τώρα.

Μια θλίψη αιωρείται μέσα στις λέξεις του ποιητή. Μεταφέρεται αυτούσια στην ψυχή του αναγνώστη καθώς αντιλαμβάνεται τους μικρούς θανάτους της καθημερινότητας, τις μνήμες που ξεθωριάζουν με τα χρόνια, τις απώλειες που διαρκώς πολλαπλασιάζονται και σκοτεινιάζουν ακόμα περισσότερο την ψυχή που υποφέρει. Η απουσία του ζωντανού και του εύχαρου, αυτού που αναστατώνει το είναι και προκαλεί την έξαψη εντός του, οδηγεί στην απόλυτη παύση, στην απέραντη σιωπή, στην αυτοκτονία της αίσθησης.

«Με τις λέξεις στον κρόταφο
τα μολύβια κάτω
και τα χέρια ψηλά,
αυτοκτονούν οι μέρες μας» (Σελίδα 18)

Στη δεύτερη ενότητα ο ποιητής γίνεται πιο περιεκτικός στις αναφορές του, εξίσου παρατηρητικός όμως και το ίδιο αφηρημένος.

Εστιάζει στις λέξεις που πλέον έχουν χάσει το νόημά τους σε μια εποχή απρόσωπη, ακοινώνητη, αποστασιοποιημένη από τα καλά και ουσιώδη. Μόνο στις στροφές των ποιημάτων παίρνουν αξία, διαπιστώνει, ανασαίνουν για να διαιωνίσουν την παρουσία τους κόντρα στην φθαρτότητα που περιβάλει όλα τα υπόλοιπα της ζωής.

Καυτηριάζει ο ποιητής, καταγγέλλει τη φθορά, θλίβεται και αγανακτεί. Παρατηρεί το αδιάφορο βλέμμα του ανθρώπου για να δικαιολογήσει τον πρόωρο θάνατό του.

«Κι εσύ που τόλμησες
ν’ ακουμπήσεις το χαμόγελό σου
στο άδειο περβάζι
ενός σκοτεινού δρόμου
μια Κυριακή πρωί
ταξιδεύεις τώρα ανέκφραστος
στις μεγάλες λεωφόρους
που οδηγούν στη θλίψη» (Σελίδα 24)

Οι μνήμες ζουν ακόμα και τον καθοδηγούν. Τον επιστρέφουν σε μια εποχή ζωντανή που πλέον δεν υπάρχει, καθώς η νιότη χάθηκε, το πάθος έσβησε, η ζωή άδειασε, τα φώτα έκλεισαν. Ώσπου να ξεθωριάσουν κι αυτές με τον καιρό για να επικρατήσει παντού ο ιδιότυπος θάνατος.

Ο ποιητής σε όλη τη διάρκεια της παρατηρητικότητάς του ταξιδεύει στις πόλεις που κάποτε θύμιζαν ζωή. Τώρα πια είναι νεκρές, παραδέχεται. Δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει μέσα τους χαρά. Μια νοσταλγία αποτυπώνεται στις λέξεις του σαν επιχειρεί να ξαναζωντανέψει ό,τι πια έχει χαθεί και κινδυνεύει να ξεθωριάσει εντελώς από τη μνήμη.

Η προσμονή του, ωστόσο, για κείνα που πόθησε και που όμως ποτέ δεν ήρθαν στο φως καθρεφτίζει τη δίψα εκείνου που ακόμα ελπίζει σε κάτι καλό.

«Κι αν τύχει κάποτε και σε ξαναδώ
δε θα ’ναι η ζωή που μου χαμογέλασε
αλλά ο αντικατοπτρισμός
σε μια ατέρμονη δίψα» (Σελίδα 36)

Ο ποιητής ολοκληρώνει τη συλλογή του λέγοντας πως οι λέξεις είναι εκείνες που κράτησαν τη ζωή του σε εγρήγορση, καθώς τον ταλαιπώρησαν τόσο, ώστε δε σκέφτηκε ποτέ του να τα παρατήσει. Τώρα πια, είναι αργά, διαπιστώνει, και αφήνει συνειδητά να αιωρείται μια λυτρωτική για τον ίδιο υπόσχεση, πως θα συνεχίσει να δημιουργεί, γιατί αυτό τελικά του προσφέρει το φως μέσα στο απέραντο σκοτάδι που δυναστεύει τον κόσμο.

Εν ολίγοις, θα λέγαμε ότι η ποίηση του Γιώργου Σταυρακάκη, παρότι μελαγχολική, είναι ταυτόχρονα και μια ποίηση λυτρωτική τόσο για τον ίδιο τον δημιουργό της όσο και για τον αναγνώστη της. Μια ποίηση με βαθιά εσωτερικότητα, ατμοσφαιρική και απόλυτα αισθησιακή, που καταφέρνει να ταξιδέψει την ψυχή σε εικόνες πολύχρωμες και ονειρικές, μετατρέποντας το αφηρημένο σε υπαρκτό και το σκοτάδι σε φως.


Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια