Συναίνεση
Le Consentement
Συγγραφέας: Vanessa Springora
Μετάφραση: Γιώργος-Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
Ημερομηνία έκδοσης: 12/2025
ISBN: 978-618-5963-10-1
Σελιδες: 180
Εκδόσεις: Μετρονόμος
Η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα θέμα που δύσκολα τίθεται προς συζήτηση, καθώς θεωρείται θέμα ταμπού. Κανείς δεν επιθυμεί να μιλήσει γι’ αυτήν ανοιχτά και να πάρει ξεκάθαρη θέση, ίσως από φόβο, ίσως από ντροπή, ίσως και από καθαρή ενοχή. Ωστόσο, ως γεγονός εξακολουθεί και υφίσταται ακόμα και σήμερα, με κάποιους να αποτελούν τους θύτες και κάποιους τα θύματά τους. Κάποιοι εξακολουθούν και εκμεταλλεύονται την αδυναμία των θυμάτων να αποκαλύψουν και να καταγγείλουν το γεγονός της κακοποίησής τους κι έτσι συνεχίζουν ακάθεκτοι να παίζουν τον ρόλο του θύτη εις βάρος τους και εις βάρος μιας ολόκληρης κοινωνίας που βλέπει το κακό μπροστά της και παρόλ’ αυτά δε μιλά.
Οι θύτες είναι εθισμένοι στο έγκλημα. Είναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση ότι πράττουν κάτι το εντελώς φυσιολογικό, το άμεμπτο ηθικής και πάντα με τη συναίνεση των θυμάτων τους, τα οποία κατά τη γνώμη τους δεν είναι καθόλου θύματα, αφού στην ουσία συναινούν στην σεξουαλική κακοποίησή τους, επομένως απολαμβάνουν στο έπακρο τη συνθήκη, την επιθυμούν και την επιζητούν όπως και οι ίδιοι οι θύτες. Ο άκρατος νόμος της σιωπής για την αποφυγή οποιουδήποτε στιγματισμού που θα οδηγήσει σαφέστατα στην περιθωριοποίησή τους και στην προσωπική τους συντριβή σε όλα τα επίπεδα διαιωνίζεται επ’ άπειρον, ώσπου να φτάσει τελικά ο κόμπος στο χτένι, οι αντοχές να υποχωρήσουν εντελώς, ο προσωπικός εξευτελισμός να αγγίξει το κόκκινο, οι αυτοκτονικές τάσεις να πολλαπλασιαστούν και το σκοινί της υπομονής να σπάσει.
Οι επιλογές αντίδρασης σ’ αυτό το σημείο της απόλυτης κατάντιας είναι δύο. Οριστικός και λυτρωτικός θάνατος απ’ τη μία και πάλη για τη διεκδίκηση μιας νέας ζωής απ’ την άλλη. Αφήνοντας στην άκρη το πρώτο ενδεχόμενο, το ρίσκο στη δεύτερη περίπτωση είναι μεγάλο, όμως αξίζει τον κόπο οπωσδήποτε, όταν ο άνθρωπος δεν έχει να χάσει πλέον κάτι περισσότερο σημαντικό από την ίδια του την αξιοπρέπεια, όταν ο ίδιος του ο εαυτός έχει χαθεί στη διαδρομή, όταν επιμένει να ζει με δανεική αναπνοή, μόνο και μόνο για να φαίνεται ότι εξακολουθεί και υπάρχει ως σώμα, ως παρουσία, ως σκιά της χαμένης του πλέον αθωότητας.
Η συγγραφέας Βανεσά Σπρινγκορά στο βιβλίο της «Συναίνεση», που κυκλοφόρησε το 2020 στη Γαλλία, αποφασίζει να σπάσει τον κανόνα της σιωπής που ορίζει τα πάντα γύρω της και με το ρίσκο της έκθεσης να μιλήσει για το δικό της προσωπικό βίωμα από τη θέση του θύματος. Το βιβλίο της στα ελληνικά κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις «Μετρονόμος», σε μετάφραση Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη. Πρόκειται για μια σκληρή και ταυτόχρονα σπαρακτική προσωπική κατάθεση ψυχής, απόλυτα εξομολογητική και ειλικρινής, απόλυτα συνειδητοποιημένη, καθηλωτική και ανθρώπινη.
Η συγγραφέας δεν αφήνει τίποτα στο σκοτάδι της σιωπής, αφού θεωρεί χρέος της πλέον να μιλήσει, να καταγγείλει και να αποδώσει ευθύνες σε συγκεκριμένα πρόσωπα της ζωής της, για συγκεκριμένες πράξεις, παραλείψεις ή προτροπές, εν ολίγοις για συγκεκριμένα εγκλήματα. Κι έτσι, ξεκινά το δικό της αυτοβιογραφικό ταξίδι στο παρελθόν, που εστιάζει κυρίως σε όλα όσα δυνάστευαν την ψυχή της για χρόνια και την έφθειραν καθημερινά, από τα παιδικά της χρόνια και έπειτα. Εστιάζει σε αυτά τα πολύ συγκεκριμένα γεγονότα που λεηλάτησαν και ποδοπάτησαν τη ζωή της ανεμπόδιστα, απορρίπτοντας την οποιαδήποτε πιθανότητα αποκατάστασης της εσωτερικής της γαλήνης και ισορροπίας, έστω και μετά το φαινομενικό τέλος του κακού που της έλαχε. Κι αυτό γιατί συνειδητοποιεί, με βαθιά θλίψη και μελαγχολία, την αμετανόητη και προκλητική στάση του θύτη της έναντι των πολλών και αμέτρητων θυμάτων του, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας, ακόμα και δεκαετίες μετά. Αφού δε δείχνει κανένα στοιχείο μετάνοιας κι αντ’ αυτού συνεχίζει να απολαμβάνει την εύνοια, την αποδοχή και την επιβράβευση της κοινωνίας που τον στηρίζει, ενώ γνωρίζει τα εγκλήματά του και δεν αντιδρά, θεωρεί ότι δεν πρέπει πια να μείνει ατιμώρητη. Η λανθασμένη αίσθησή των θυμάτων ότι φέρουν μερίδιο ευθύνης για την κακοποίησή τους, καθώς για όλα όσα έχουν υποστεί υπήρξε και η δική τους συναίνεση πρέπει με κάθε τρόπο να διορθωθεί.
Το βιβλίο κάνει λόγο για τον τύπο του θύτη που κινείται υπόγεια και ύπουλα, που γνωρίζει πολύ καλά τον τρόπο να χειραγωγεί τα θύματά του πείθοντάς τα ότι υπομένουν τη σεξουαλική κακοποίηση με τη δική τους συναίνεση. Η επιτυχία του έγκειται στο γεγονός ότι τα θύματα που επιλέγει κάθε φορά για να ικανοποιήσει τις διαστροφικές σεξουαλικές του επιθυμίες είναι πολύ μικρής ηλικίας, από δέκα ετών μέχρι δεκαοκτώ, και με έντονα ψυχολογικά τραύματα και κενά, λόγω των διαλυμένων και προβληματικών οικογενειών από τις οποίες προέρχονται, με πατέρα απόντα ή αδιάφορο και με μητέρα το ίδιο απούσα και αδιάφορη, ανύπαρκτη επί της ουσίας, έστω κι αν φαινομενικά είναι παρούσα.
Η δική της ιστορία μόλις ξεκινά και ξεδιπλώνεται χωρίς κανένα ηθικό φραγμό. Περιληπτικά, αναφέρεται στα παιδικά της χρόνια και στον άσχημο χωρισμό των γονιών της. Εστιάζει στην παντελή αδιαφορία του πατέρα της, πριν αλλά κυρίως μετά την απομάκρυνσή του από το σπίτι, καθώς και στην άστατη ζωή της μητέρας της και στην ανικανότητά της να εκτελέσει τα μητρικά της καθήκοντα εξασφαλίζοντας για το παιδί της μια σωστή ανατροφή μετά τον επίσημο χωρισμό της. Ο θύτης, αρκετά διαβασμένος και μελετημένος στις κινήσεις του, τριάντα πέντε χρόνια μεγαλύτερός της, εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή της, στην τρυφερή ηλικία των δεκατριών της χρόνων, πλάθοντας στο μυαλό της μια ιδανική ρομαντική ιστορία αγάπης, στην οποία ευθαρσώς την τοποθετούσε στο ύψιστο σκαλί του ενδιαφέροντός του. Κι έτσι, από παιδί η συγγραφέας, αυτομάτως και με μεγάλη ευκολία από μέρους του, τρέπεται στη μία και μοναδική γυναίκα της ζωής του, που συναινεί φαινομενικά στην αποπλάνησή της και την επιζητά. Ζήτημα χρόνου είναι πια η ευάλωτη καρδιά της να νιώσει ζεστασιά εξαιτίας αυτού του ξένου άντρα, ακριβώς την περίοδο εκείνη που βίωνε την παντελή αδιαφορία και από τους δύο πιο δικούς της ανθρώπους, δηλαδή τους γονείς της.
Η συνειδητοποίηση της συναισθηματικής και σωματικής εκμετάλλευσής της συμβαίνει αρκετά αργότερα, όταν αποφασίζει να διαβάσει τα απαγορευμένα βιβλία του αναγνωρισμένου και δημοφιλή συγγραφέα θύτη της Γκαμπριέλ Ματζνέφ [Gabriel Matzneff]. Τότε ακριβώς αντιλαμβάνεται την μεγάλη παγίδα που της έχει στηθεί. Ο άνδρας τον οποίο εμπιστεύτηκε και θεώρησε σωτήρα της είναι παιδόφιλος. Χρησιμοποιεί της ιδιωτική της ζωή, όπως και τις ζωές πολλών άλλων παιδιών ακόμα, για να τις αποθανατίσει στα βιβλία του και για να καρπωθεί μέσω των ιστοριών τους τη δόξα ενός παιδεραστή που η κοινωνία του επιτρέπει το έγκλημα, θεωρώντας τις διαστροφικές του συμπεριφορές ως μέσο για να διαπρέψει καλλιτεχνικά. Και ενώ πολλά βιβλία του αποτελούν ακόμα και σήμερα καθαρές εξομολογήσεις του εγκληματικού του βίου, ποτέ και καμία κοινωνία, κανένα κράτος δικαίου, δεν τον έχει θέσει προ των ευθυνών του, σε αντίθεση βέβαια με τα θύματά του, τα οποία στιγματίζει, καταστρέφει και θέτει για πάντα στο περιθώριο με την κατηγορία της συναίνεσης.
Το βιβλίο «Συναίνεση» αποτελεί ξεκάθαρα μια δυνατή γροθιά στο στομάχι αλλά και ένα μέσο που βάζει τέλος πλέον στην ατιμωρησία, στην ανοχή και την συλλογική συνενοχή της σεξουαλικής κακοποίησης. Με μια γλώσσα ωμή και απόλυτα ρεαλιστική, βαθιά στοχαστική και ταυτόχρονα αιχμηρή, με ύφος αρκετά ψύχραιμο και νηφάλιο, η συγγραφέας καταγγέλλει τη βρωμιά της κοινωνίας του χθες και του σήμερα, που παρά τις σοβαρές ενδείξεις της κατάρρευσής της επιμένει να καλύπτει τους θύτες εις βάρος των θυμάτων τους με τη δικαιολογία της σεξουαλικής απελευθέρωσης και της ελευθερίας της τέχνης. Η κατάρριψη κάθε ηθικού φραγμού και η ανικανότητα του νόμου να αντιδράσει τιμωρώντας το έγκλημα για την ασφάλεια και την προφύλαξη των θυμάτων από τους αμετανόητους θύτες τους ξεσκεπάζεται με συγγραφική μαεστρία για έναν και μόνο σκοπό, για να αναλάβει πλέον η δικαιοσύνη τον ρόλο που της αρμόζει επαναφέροντας την ισορροπία στην πολύπαθη κοινωνία του σήμερα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ

0 Σχόλια