Ο χρόνος σε τίτλους
Συγγραφέας: Μαρία Κούρση
Ημερομηνία έκδοσης: 12/2025
ISBN: 978-960-335-571-7
Σελίδες: 88
Εκδόσεις: Ηριδανός
Γράφει η Στέλλα Πετρίδου
Τη νέα της ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις «Ηριδανός» η πολυγραφότατη και βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών ποιήτρια και συγγραφέας παιδικών βιβλίων Μαρία Κούρση. Τίτλος της «Ο χρόνος σε τίτλους».
Η συλλογή της, γραμμένη με τρόπο θεατρικό, λιτή, ολιγόστιχη και κατανοητή, εισάγει τον αναγνώστη σε μια νοητή Αίθουσα Δικαστηρίου στην οποία εκδικάζεται ο χρόνος. Αυτός είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής του βιβλίου της, ο οποίος, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, είναι και αυτός που ορίζει τις ζωές των ανθρώπων με ό,τι αυτό συνεπάγεται, καλό ή κακό.
Η συλλογή θεματικά διακρίνεται σε τέσσερις επιμέρους ενότητες, «Οκτώ τίτλοι κατηγορούνται», «Τίτλοι υπεράσπισης», «Τίτλοι κατηγορίας» και «Τίτλοι Αιθουσών». Οι ενότητες αυτές περιγράφουν και από ένα ξεχωριστό σημείο της δίκης, ενώ φέρουν ως τίτλους για τα ποιήματά τους τροπικά επιρρήματα πολλές φορές ίδιας ή σχεδόν ίδιας εννοιολογικής σημασίας.
Στην πρώτη ενότητα της συλλογής οκτώ τίτλοι επιρρημάτων κατηγορούνται, είτε άδικα είτε και όχι. Κι έτσι, ξεκινά η διαδικασία της δίκης για να στραφεί η προσοχή όλων στον χρόνο που πλέον έχει χαθεί, που στη θέση του έχει θρονιάσει το μαύρο, ο θάνατος που εισχωρεί με θράσος μέσα στους στίχους για να προσδώσει ένα βαρύ και πένθιμο χαρακτήρα στο κάθε ποίημα.
«Μακρινός και παλιός
Μαύρος ήλιος ανεβαίνει
Στους στίχους
Σκαρφαλώνει στην Αρχή
Παριστάνει τον τίτλο» (Σελίδα 19)
Ο τίτλος πρωταγωνιστεί στη θεματολογία των ποιημάτων και στοχοποιείται εξαιτίας της αφθαρσίας του, της κυρίαρχης θέσης του, του συλλαβισμού του, της διάθεσής του, της επιρροής του, της ιδιαιτερότητάς του, της κτητικότητάς του, της υπεροψίας του, της δημοφιλίας, της επιλεκτικότητας και της σκοτεινότητάς του. Ο τίτλος, τελικά, είναι ο ίδιος ο χρόνος, αυτός που δεν είναι ποτέ αρκετός για κανέναν, που δε χαρίζεται σε κανέναν, δε μοιράζεται ισάξια στους ανθρώπους, δε φημίζεται για τη διαφάνεια και το φως του ούτε και για την καλοσύνη του, που δεν χορταίνεται ποτέ, όσο πολύς ή λίγος κι αν είναι.
Η δεύτερη ενότητα της συλλογής αφορά τη ματαιότητα μιας χαμένης υπεράσπισης, που οδεύει εν αγνοία της στην αναπόφευκτη ήττα. Εδώ, το μάτι του χρόνου στρέφεται στο παρελθόν, που πλέον δεν υπάρχει στη ζωή. Η αναπόληση των καιρών που πέρασαν προκαλεί νοσταλγία. Καθώς τα φώτα τους έσβησαν, άδειασαν τον χώρο που περπάτησαν και τύλιξαν τα πάντα στο πένθος.
Μελαγχολική η διάθεση της ποιήτριας, θα αισθανθεί ξεκάθαρα ο αναγνώστης, όταν συνειδητοποιεί την κυριαρχία του τίποτα που τώρα πια αντικατέστησε τα πάντα. Γι’ αυτό, άλλωστε, αναρωτιέται μετά από λίγο, πώς μπορεί να προκύψει μια δίκη όταν ο χρόνος έχει χαθεί. Η ζωή έμεινε πίσω, παρατηρεί. Η μνήμη αναπόφευκτα αποτελεί το μόνο αποδεικτικό στοιχείο της ύπαρξής της, όπως και της ύπαρξης του χρόνου που έφυγε. Γι’ αυτό και η υπομονή να διατηρηθεί ανεξίτηλη η στιγμή της σελίδας 32 είναι μεγάλη. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να τραπούν οι λέξεις σε ποιήματα, να φωλιάσουν στη μνήμη για να αποτελέσουν συντροφιά και παρηγοριά μαζί για τον χρόνο που φεύγει, ίσως και απόδειξη ότι πραγματικά κάποτε υπήρξε.
Χαρακτηριστικό του χρόνου που φεύγει είναι, φυσικά, η παρουσία της μοναξιάς. Αυτή δημιουργεί την ανάγκη της ανάμνησης και της εστίασης σε τρυφερές στιγμές που λειτουργούν κατασταλτικά στον πόνο του αναπόφευκτου τέλους. Μέχρι η πλήξη να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερο πόνο και ο πόνος να οδηγήσει με τη σειρά του στον σχεδιασμό τρόπων άμεσης εξόντωσης.
«Το παραδέχομαι
Κρύφτηκα μέσα
Στη λέξη πέτρα
Ελπίζοντας πως
Κάποιος θυμωμένος
Θα την πετάξει μακριά.
Όσο πιο μακριά γίνεται» (Σελίδα 37)
Μα ποιος δεν αγαπάει τον χρόνο, αναρωτιέται η ποιήτρια, ποιος δεν επιθυμεί παράταση του χρόνου που του έχει οριστεί; Ακόμα και όσοι τον αρνιούνται, υποκρίνονται τους δυνατούς, παραδέχεται.
Στην τρίτη ενότητα η ποιήτρια φέρνει τον κατηγορούμενο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του. Φταίει, ισχυρίζεται καθώς κάνει σαφή λόγο για περιφρόνηση, αδιαφορία, εγκατάλειψη του δώρου που καρπώθηκε και που κάποτε θεώρησε αυτονόητο. Που ενώ ήξερε ότι ήταν πολύτιμο, το βαρέθηκε γρήγορα, το υποτίμησε και το εκμεταλλεύτηκε με άσχημο τρόπο. Κι έπειτα, το άφησε έρμαιο της τύχης του, ανήμπορος να το επαναφέρει στην αρχική του κατάσταση. Ο χρόνος γεννάει τη ζωή, παραδέχεται. Γίνεται ζωή. Φωτίζεται, λάμπει, υπόσχεται. Γρήγορα, όμως, συνειδητοποιεί την ημερομηνία της λήξης του.
«Μοίρασα τη ζωή μου
Εκεί που έπρεπε
Κι εκεί που δεν έπρεπε.
Λες και την ξεφορτώθηκα
Ασπρόμαυρη
Να πάρω έγχρωμη
Δεν τα κατάφερα» (Σελίδα 48)
Πολλές οι δοκιμασίες του χρόνου, θα αισθανθεί ο αναγνώστης. Πολλές και οι απογοητεύσεις του. Παρά τις όποιες φιλοδοξίες του, η τραγική κατάληξή του είναι αναπόφευκτη.
«Αργά το απόγευμα
Κατεβαίνω απ' το βουνό
με το λειψό παρόν μου
ντυμένο επιτάφιο» (Σελίδα 54)
Στην τέταρτη ενότητα της συλλογής κυριαρχεί η έννοια της ήττας και του αναγκαστικού συμβιβασμού. Η ελπίδα στριμώχνεται στα βάθη του μυαλού για να επέλθει σταδιακά το μοιραίο. Η απόφαση του δικαστηρίου είναι έτοιμη πια να ανακοινωθεί. Η δυστυχία υποτάσσεται στη μοίρα της αναγκαστικά. Μοναδικοί κυρίαρχοι του χρόνου είναι η συνωμοσία και η βρωμιά. Αυτές ξέρουν να επιβιώνουν και αυτές καταφέρνουν, εντέλει, να επικρατήσουν των πάντων.
Η ποιήτρια είναι ξεκάθαρη στα λόγια της, παρότι τα ποιήματά της είναι συμβολικά. Ανατρέχει σε λόγια σπουδαίων ανθρώπων του πνεύματος για να περάσει τα δικά της μηνύματα. Κι όλα τους εστιάζουν στην απόγνωση, στην ελπίδα, στην προσπάθεια καλυτέρευσης και διεκδίκησης μιας παράτασης ζωής, ακόμα κι αν η ζωή στην οποία αναφέρεται είναι λουσμένη με απογοήτευση, υποκρισία και φθαρτότητα. Η δική της στάση ζωής μαρτυρεί την επιμονή της να βλέπει φως εκεί που το σκοτάδι επιχειρεί να επιβληθεί καλύπτοντας τα πάντα γύρω του με θάνατο.
Ατάκτως, λοιπόν, επιμένει να αντιστέκεται στη φθορά, παρότι γνωρίζει ότι στο τέλος η ήττα θα γείρει προς το μέρος της. Ο χρόνος, ωστόσο, κρίνει ότι θα παρατείνει τη διαμονή του στη ζωή διεκδικώντας περισσότερες αφορμές για αναπολήσεις, καταγραφές λέξεων, ποιημάτων και επιρρημάτων στρογγυλών και οριστικών. Το τέλος σε αυτή την περίπτωση, ισχυρίζεται, δε θα είναι πια και τόσο οδυνηρό.
«Τελικά
μ’ εντυπωσίασε η ζωή.
Δεν άφησε τίποτα όρθιο» (Σελίδα 79)
Η ποίηση της Μαρίας Κούρση είναι μια ποίηση υψηλής αισθητικής. Περιεκτική, συμβολική, ευαίσθητη και βαθιά εσωτερική, μελετημένη και σωστά δομημένη, εστιάζει στην παρατήρηση της ύπαρξης και το βίωμα για να προκύψουν αβίαστα με τη δική της συμβολή ο προβληματισμός, η συνειδητοποίηση, το συμπέρασμα και στο τέλος η γνώση.
Αξίζει να επισημανθεί, φυσικά, και η εικαστική παρέμβαση στο βιβλίο του ζωγράφου Δημήτρη Σεβαστάκη που είναι πέρα για πέρα εντυπωσιακή.
Περισσότερα για το βιβλίο: εδώ

0 Σχόλια