Η Δυναμική του Συναισθήματος στο
«Παντούμ» της Στέλλας Πετρίδου
Η λογοτεχνική αναβίωση
παραδοσιακών, αυστηρά καθορισμένων μορφών εγκυμονεί πάντοτε τον κίνδυνο ενός
στείρου τεχνικισμού ή της μιμιτικής αναπαραγωγής. Εντούτοις, στο ποιητικό έργο
«Παντούμ» της Στέλλας Πετρίδου, η αξιοποίηση του ομώνυμου μαλαϊκού σχήματος
υπερβαίνει την επιφανειακή δεξιοτεχνία και μετουσιώνεται σε έναν οργανικό
σκελετό, ο οποίος διαρθρώνει και στηρίζει την εσωτερική εμπειρία. Το αυστηρό
μέτρο και η κυκλική αναδίπλωση των στίχων δεν λειτουργούν περιοριστικά, αλλά
αντιθέτως αναλαμβάνουν τον ρόλο ενός ρυθμικού κυματοθραύστη απέναντι στο άναρχο
και πηγαίο συναίσθημα. Μέσα από τη συνειδητή αυτή υφολογική εγκράτεια
αποφεύγεται ο λεκτικός πληθωρισμός και ο μελοδραματισμός. Η επανάληψη
καθίσταται τελετουργική, προσομοιώνοντας την αέναη, κυκλική λειτουργία της
μνήμης και της ανθρώπινης σκέψης σε στιγμές υπαρξιακής εγρήγορσης. Έτσι, το
δομικό πλαίσιο δεν εγκλωβίζει το ποιητικό υποκείμενο, αλλά αξιοποιείται ως
εργαλείο πνευματικής και συναισθηματικής αποκάλυψης, καθιστώντας την ποίηση μια
οντολογική άγκυρα απέναντι στη φθορά.
Στον εννοιολογικό πυρήνα του έργου
αναπτύσσεται μια διαρκής διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον έρωτα, τον χρόνο και την
οντολογική μοναξιά. Ο έρωτας προβάλλεται ταυτόχρονα ως κατεξοχήν ζωτική,
επαναστατική ορμή που καταλύει τον καθωσπρεπισμό, αλλά και ως πηγή βαθιάς
αγωνίας εμπρός στο φάσμα της απώλειας και του γήρατος. Η απουσία του
κατακρημνίζει το άτομο σε μια υπαρξιακή μοναξιά, η οποία βρίσκει το αντίβαρό
της στην ιερότητα άλλων μορφών αγάπης, όπως ο μητρικός δεσμός. Η διερεύνηση της
μητρότητας, ειδικά κατά την οριακή στιγμή του αποχωρισμού και της ενηλικίωσης
των παιδιών, αποδίδεται με μια αισθητική της αφαίρεσης, όπου η φυσική παρουσία
μετουσιώνεται σε πνευματικό «φυλαχτό» (μια άυλη πηγή προστασίας και παρηγοριάς).
Η θεματική, ωστόσο, δεν περιχαρακώνεται στο ατομικό βίωμα. Επεκτείνεται με
ενσυναίσθηση στο συλλογικό ιστορικό άλγος, στιγματίζοντας τη βαρβαρότητα του
πολέμου, την προσφυγιά και την αποξένωση της σύγχρονης μητρόπολης.
Η ενδελεχής μελέτη της ποιητικής συλλογής
αναδεικνύει επιπρόσθετα μια εγγενή νοηματική ένταση που πηγάζει απευθείας από
τη φύση του Παντούμ: την πάλη μεταξύ στασιμότητας και εξέλιξης. Η μηχανική της
δομής, που επιβάλλει τη μετατόπιση του δεύτερου και του τέταρτου στίχου στην
επόμενη στροφή, δημιουργεί στον αναγνώστη την αίσθηση ενός αναπόδραστου βάρους,
του βάρους του παρελθόντος που σέρνεται υποχρεωτικά στο παρόν. Κάθε βήμα προς
τα εμπρός απαιτεί την επαναδιαπραγμάτευση αυτού που ήδη έχει ειπωθεί, ακριβώς
όπως ο άνθρωπος κουβαλά τα τραύματα και τις μνήμες του καθώς προχωρά. Αυτή η
δυναμική ισορροπία αναδεικνύει το Παντούμ όχι απλώς ως εκφραστικό μέσο, αλλά ως
καθρέφτη της ανθρώπινης συνθήκης, αντανακλώντας μια αέναη επιστροφή που ωστόσο
βρίσκει τον τρόπο να εξελίσσεται. Παρά τον πόνο και τη συχνή κυριαρχία του
ζοφερού στοιχείου, η συλλογή διατηρεί έναν πυρήνα ανθεκτικότητας, με την ελπίδα
να ελλοχεύει πάντα ως το ύστατο καταφύγιο της ύπαρξης.
Ένα αντιπροσωπευτικό ποίημα της συλλογής,
το οποίο συμπυκνώνει την τεχνική αρτιότητα, το νοηματικό βάθος και τη ρήξη
ανάμεσα στο λυρικό μέσο και το σκληρό ρεαλιστικό τοπίο, είναι η «Επιβίωση»:
«Έρημοι δρόμοι σε μια πόλη που
κοιμάται, σκιές στα υπόγεια σαλεύουν από πείσμα, κανείς δεν ξέρει
πια κανέναν κι ας φοβάται, μήπως κατάρα είναι αυτό ή ανάγκης χρίσμα;
Σκιές στα υπόγεια σαλεύουν από πείσμα, της
επιβίωσης η τρέλα στο τιμόνι, μήπως κατάρα είναι αυτό ή ανάγκης χρίσμα;
Όνειρο είναι ή εφιάλτης που στοιχειώνει;
Της επιβίωσης η τρέλα στο τιμόνι, νύχτα ατέλειωτη,
κατάντια κι αλητεία, όνειρο είναι ή εφιάλτης που στοιχειώνει; Ζωή
σε κώμα μοιάζει, θρήνος κι επαιτεία.
Νύχτα ατέλειωτη, κατάντια κι αλητεία, σκοπιά
κρατούν οι μνήμες άναρχων εικόνων, ζωή σε κώμα μοιάζει, θρήνος κι
επαιτεία και πάλι ο φόβος στέκει φράγμα των αγώνων.
Σκοπιά κρατούν οι μνήμες άναρχων εικόνων, κάποτε
άνθιζαν στιγμές μ’ αγάπης χρώμα και πάλι ο φόβος στέκει φράγμα των
αγώνων κι όμως μια σπίθα σωτηρίας φέγγει ακόμα.
Κάποτε άνθιζαν στιγμές μ’ αγάπης χρώμα, φορούσε
χάντρα θαλασσιά η ατόφια μέρα κι όμως μια σπίθα σωτηρίας φέγγει ακόμα,
να πάει τον πόθο ένα βήμα παραπέρα.
Φορούσε χάντρα θαλασσιά η ατόφια μέρα, τώρα μια
νύχτα σκοτεινή τραβά το νήμα, να πάει τον πόθο ένα βήμα παραπέρα, ποιος
ο τολμών, ο νικητής και ποιο το θύμα;
Τώρα μια νύχτα σκοτεινή τραβά το νήμα, ψυχές
σαλεύουν, μα κανείς δεν τις θυμάται, ποιος ο τολμών, ο νικητής και ποιο
το θύμα; Έρημοι δρόμοι σε μια πόλη που κοιμάται.»
Η ανάλυση του συγκεκριμένου κειμένου
αποκαλύπτει μια αξιοθαύμαστη σύζευξη μορφής και περιεχομένου. Σε γλωσσολογικό
και υφολογικό επίπεδο, παρατηρείται μια μελετημένη απομάκρυνση από το «υψηλό»
λυρικό λεξιλόγιο που συνήθως συνοδεύει έμμετρες φόρμες. Λέξεις με ισχυρό
αρνητικό, αστικό και δυστοπικό σημασιολογικό φορτίο («υπόγεια», «κατάντια»,
«αλητεία», «κώμα», «επαιτεία») δημιουργούν μια σκοτεινή, νατουραλιστική
εικονοποιία. Το ύφος είναι τραχύ και οριακά αποπνικτικό, υπηρετώντας την
απεικόνιση της σύγχρονης κοινωνικής αλλοτρίωσης. Τεχνοτροπικά, το ποίημα
θριαμβεύει εργαλειοποιώντας τον ίδιο τον κανόνα του Παντούμ. Η κυκλική μεταφορά
των στίχων δεν παρέχει μουσική τέρψη, αλλά λειτουργεί κλειστοφοβικά, καθώς οι
ίδιες φράσεις επιστρέφουν διαρκώς σαν μια ηχώ που δεν σβήνει. Εγκλωβίζει τον
αναγνώστη στον ίδιο αστικό λαβύρινθο όπου περιφέρονται οι «σκιές» του ποιήματος.
Η κορύφωση επέρχεται με την απαρέγκλιτη επιστροφή του εναρκτήριου στίχου
(«Έρημοι δρόμοι σε μια πόλη που κοιμάται») στο κλείσιμο του ποιήματος,
σφραγίζοντας τον κύκλο σαν μια οπτική και ακουστική φυλακή. Νοηματικά, το
ποίημα ακροβατεί πάνω στην υπαρξιακή αγωνία της ανωνυμίας. Καταγράφει την πάλη
ανάμεσα στον κοινωνικό θάνατο (τη ζωή «σε κώμα») και την άσβεστη εσωτερική
σπίθα του πόθου, θέτοντας αμείλικτα ερωτήματα για το ποιος είναι τελικά ο
νικητής και ποιο το θύμα στον καθημερινό αγώνα της απλής επιβίωσης.
Καταδεικνύεται, συνεπώς, πως η θεμελιώδης
επιδίωξη του ποιητικού υποκειμένου στη συλλογή αυτή δεν είναι η στείρα αναβίωση
ενός παρωχημένου λογοτεχνικού σχήματος (μιας ανενεργής ποιητικής φόρμας), αλλά
η επιβολή μιας απόλυτης μορφικής πειθαρχίας προκειμένου να κατανοηθεί και να
εκφραστεί το απόλυτο χάος του σύγχρονου βίου. Η δημιουργός επιδιώκει να δαμάσει
τη φθορά, τον πόνο και τη ρευστότητα του χρόνου, χυτεύοντάς τα σε ένα άκαμπτο
αλλά παλλόμενο καλούπι. Ο αντίκτυπος στον αναγνώστη είναι μια εμπειρία βαθιάς μα
συγκρατημένης κάθαρσης. Βυθίζεται σε έναν ρυθμό σχεδόν υπνωτικό, ο οποίος
ωστόσο δεν τον αποκοιμίζει, αλλά τον κρατά σε πνευματική ένταση, καθοδηγώντας
τον με ασφάλεια μέσα από τα έγκατα της ανθρώπινης οδύνης, για να τον εξάγει στο
τέλος εξαγνισμένο, με την πεποίθηση πως απέναντι στο σκοτάδι, ο λόγος και η
αλήθεια παραμένουν η μοναδική μας άμυνα.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ
.jpg)
0 Σχόλια