Καρδιακές αναρτήσεις ή επιδαψιλεύματα πολύτιμων πόρων
Συγγραφέας: Μαρία Καλογεράτου
Ημερομηνία έκδοσης: 12/2025
ISBN: 978-618-5834-28-9
Σελίδες: 64
Καρδιακές αναρτήσεις ή επιδαψιλεύματα
πολύτιμων πόρων
είναι ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής της Μαρίας Καλογεράτου, που
κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Δόντι» (2025) (ISBN: 978-618-5834-28-9). Η άρρηκτη σχέση
φύσης – ανθρώπου, η αγάπη, η ζωή και ο θάνατος, η μνήμη και η λήθη αποτελούν
βασικές θεματικές της συλλογής που απαρτίζεται από πενήντα (50) ποιητικές
συνθέσεις σε ελεύθερο στίχο, στις οποίες κυριαρχεί η λυρικότητα και η
στοχαστικότητα, εμπλουτισμένες με έντονες αποχρώσεις υπαρξιακής αγωνίας, αλλά
και με μια διακριτή υμνητική διάθεση προς τη ζωή και τη βιωμένη εμπειρία, τα
οποία η δημιουργός «επιδαψιλεύει», χαρίζει δηλαδή απλόχερα στον/στην
αναγνώστη/στρια.
Κεντρικός άξονας της ποιητικής της Μαρίας Καλογεράτου είναι η
διαλεκτική σχέση φύσης και ανθρώπου, μια σχέση που δεν παρουσιάζεται απλώς ως
θεματικό μοτίβο, αλλά ως οργανωτική αρχή της ποιητικής της κοσμοαντίληψης. Η
φύση αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστικό υποκείμενο, το οποίο όχι μόνο περιγράφεται
αλλά και δρα, επιδρά και συν-διαμορφώνει τον ανθρώπινο ψυχισμό. Η ποιήτρια
αξιοποιεί ένα πλούσιο αισθητηριακό λεξιλόγιο —οπτικές, ακουστικές, απτικές και
οσφρητικές εικόνες— προκειμένου να αποδώσει με ενάργεια την πολυτροπική
εμπειρία του φυσικού κόσμου, ιδίως την εποχή της άνοιξης, πλάθοντας το
«Πορτραίτο Ανοίξεως» (σ. 9), το οποίο αποτελεί το εναρκτήριο ποίημα:
μύρωσε την πλάση,
νότισε τη χλόη,
θέριεψε τον σπόρο,
χάιδεψε τα δειλινά,
χρύσωσε τον ορίζοντα,
ενέτεινε τα τιτιβίσματα,
κρυφάκουσε τους παφλασμούς,
μήνυσε στους βουκόλους γνώριμο σκοπό,
έπεμψε την εαρινή ώρα.
Η άνοιξη προσωποποιείται
και μεταπλάθεται σε δημιουργική και αναγεννητική δύναμη. Η συσσώρευση ρηματικών
τύπων («μύρισε», «νότισε», «θέριεψε», «χρύσωσε») υποδηλώνει τη διαρκή
κινητικότητα και τη ζωογόνο ενέργεια της φύσης. Η επιλογή του ρήματος
«επιδαψιλεύει» στον τίτλο της συλλογής δεν είναι τυχαία· λειτουργεί ως
σημασιολογικός πυρήνας που συμπυκνώνει τη βασική ποιητική πρόθεση: τη
γενναιόδωρη προσφορά εμπειριών, συναισθημάτων και νοημάτων προς τον/την
αναγνώστη/στρια.
Η φύση, ωστόσο, δεν λειτουργεί μόνο ως αισθητικό
αντικείμενο, αλλά και ως πεδίο υπαρξιακής μέθεξης στο «Ανοίξεως Έλευσις» (σ.
10). Το ποιητικό υποκείμενο δεν παρατηρεί απλώς τον κόσμο, αλλά ενσωματώνεται
σε αυτόν, επιχειρώντας να υπερβεί τη διάκριση ανάμεσα στο εγώ και το
περιβάλλον, οδηγούμενη σε μια κατάσταση αισθητηριακής και ψυχικής ενοποίησης. Η
«ενορχήστρωση των αισθήσεων» και η «μέθεξη της αβρότητας» παραπέμπουν σε μια
σχεδόν μυσταγωγική εμπειρίαˑ φύση και άνθρωπος συνυφαίνονται σε
μια αδιαίρετη ενότητα, γιατί καθώς:
Η φύση απλώνεται ολόγυρά μας δάπεδο και χαλί μαζί.
Εγώ μαγεμένη από την επιμελημένη έκθεση σαστίζω
και προσπαθώ
να δεσμεύσω νοερά τα φυσικά όρια
[…]
η ψυχή χορεύει
και η καρδιά ακροβατεί σε πρωτοειδομένους ρυθμούς.
Τώρα και πάντα ξεκινά
η μέθεξη της αβρότητας
και τελετουργείται
η ενορχήστρωση των αισθήσεων
Η Μ. Καλογεράτου, μέσα από τη συνεχή επίκληση της φύσης, προσκαλεί τον/την αναγνώστη/στρια σε μια βιωματική συμμετοχή σε αυτό το αισθητηριακό και συναισθηματικό σύμπαν, προκειμένου να ενωθεί με τη φύση και να κλείσει
Ραντεβού με το χρώμα,
το άρωμα, την οπτασία, το χάρμα
την αύρα, τη νιότη, την ανεμελιά…
Συνάντηση με το απρόσμενο
το άπιαστο, το σπάνιο, το συναρπαστικό (σ. 24).
Στο ποίημα με τίτλο «Αυγή» (σ. 11), η ποιήτρια προβαίνει
σε μια ιδιότυπη αποστροφή προς το φυσικό φαινόμενο της αυγής, το οποίο
μεταπλάθεται σε συμβολικό και υπαρξιακό σημείο αναφοράς. Η αυγή δεν λειτουργεί
απλώς ως χρονικός δείκτης μετάβασης από τη νύχτα στο φως, αλλά ως μορφή
λυτρωτικής παρέμβασης, ως δύναμη αναγέννησης και εσωτερικής κάθαρσης, ικανή να
αντιταχθεί στις πιέσεις και τις αλλοτριωτικές συνθήκες του σύγχρονου βίου. Το
ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται στην αυγή με τόνο ικετευτικό, σχεδόν προσευχητικό,
αποδίδοντάς της ιδιότητες προστατευτικές και θεραπευτικές:
Γλυκοχάρακτη
λουσμένη στης ησυχίας το άδυτο φως,
σκέπασέ με,
με ψίθυρους ουράνιους,
θαλπωρής μοίρασμα και αναγέννησης έναρξη.
Ενστάλαξε γαλήνη στις πολύβουες σειρήνες,
υποσχόμενη τη θεϊκή αρωγή/στα απατηλά καλέσματα.
Η φύση αποτυπώνεται στην αποκορύφωση της αισθητικής και συμβολικής της πληρότητας στο ποίημα «Μαγιοπούλα» (σ. 34), στο οποίο εντοπίζεται η δημιουργική συν-ομιλία με την ποιητική παράδοση και ειδικότερα με το έργο του Γιάννη Ρίτσου. Η φύση αναδεικνύεται σε φορέα μιας υπερβατικής, σχεδόν μεταφυσικής διάστασης, καθώς ταυτίζεται με το άυλο και το άφθαρτο, προβάλλοντας τη δυνατότητα υπέρβασης της φθοράς και, κατ’ επέκταση, «της καταστρατήγησης του θανάτου». Το ποιητικό υποκείμενο υιοθετεί έναν αποφατικό και ταυτόχρονα επιτακτικό τόνο, απευθυνόμενο σε δεύτερο πρόσωπο, γεγονός που εντείνει τη δραματικότητα και την άμεση εμπλοκή του/της αναγνώστη/στριας:
Βούλιαξε στα παραδεισένια χλοερά λιβάδια
μέθυσέ με τα αρώματα των νυχτολουλουδιών
άδραξε τις συναυλίες των πετεινών
και κελάηδησε τις αναστάσιμες ιαχές.
Διάδωσε παντού
την χαρμόσυνη είδηση της αφθαρσίας…
Μάγεψε λαούς με την ατράνταχτη
ιστορική αλήθειά σου…
Η χρήση των προστακτικών
(«βούλιαξε», «μέθυσέ», «άδραξε», «διάδωσε», «μάγεψε») συγκροτεί έναν λόγο
επιτελεστικό, ο οποίος δεν περιορίζεται στην περιγραφή, αλλά επιδιώκει τη
μεταμόρφωση της εμπειρίας. Η φύση δεν είναι πλέον αντικείμενο θέασης, αλλά
ενεργός δύναμη που καλείται να διαχυθεί, να εμψυχώσει και να μεταδώσει το
μήνυμα της «αφθαρσίας». Η αναφορά σε «αναστάσιμες ιαχές» και «χαρμόσυνη είδηση»
ενεργοποιεί έναν σαφή θρησκευτικό και λειτουργικό κώδικα, προσδίδοντας στο
ποίημα χαρακτήρα πανηγυρικό και σχεδόν ευαγγελικό. Στο πλαίσιο αυτό, η φυσική ομορφιά
ανάγεται σε δύναμη αντίστασης απέναντι στον θάνατο και τη φθορά, λειτουργώντας
ως πεδίο όπου το εφήμερο μετασχηματίζεται σε διαρκές. Η ποιήτρια δεν αρνείται
τη θνητότητα, αλλά την υπερβαίνει ποιητικά, μέσα από την αισθητικοποίηση και τη
συμβολική ανάδειξη της φύσης ως φορέα αναγέννησης. Αντίστοιχα, στο ποίημα «Θάλασσα
γυαλί» (σ. 55), η φύση εξακολουθεί να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο, αποδιδόμενη
αυτή τη φορά μέσα από μια λιτή αλλά εξαιρετικά συμπυκνωμένη εικονοποιία:
«Όμορφη φύση/γλυκιά μυρωδιά/απαλός φλοίσβος/δροσερός ορίζοντας/ροδαλά
χρώματα./[…]». Η επιλογή επιθέτων και ουσιαστικών συγκροτεί έναν πυκνό ποιητικό
καμβά ενώ η παρήχηση των υγρών συμφώνων («λ», «ρ»), προσδίδει στο ποίημα μια
ρευστότητα και μια μουσικότητα που αντανακλούν τον ίδιο τον φυσικό ρυθμό της
θάλασσας.
Η φύση αναλαμβάνει στη συλλογή και έναν σαφώς παραινετικό
και συμβουλευτικό ρόλο, λειτουργώντας ως συνοδοιπόρος του ανθρώπινου βίου. Στο
ποίημα «Σκέψεις» (σ. 44), η Καλογεράτου συγκροτεί έναν λόγο γνωμικό και
διδακτικό, ο οποίος, χωρίς να απωλέσει τη λυρικότητά του, προσεγγίζει τη μορφή
ηθικού στοχασμού:
Ποτέ η λύπη απόφαση.
Ουδέποτε η χαρά υπόσχεση.
Ουδεπώποτε ο θυμός ενέργεια.
Μίλα με την άνοιξη,
κάτι θα σου εκμυστηρευτεί.
Αν δε σε φθάσει,
θα σου εμπνεύσει τον τρόπο.
Στο τιμόνι είσαι αφέντης,
στο πρόσταγμα ο κατεπάνω.
Με ηλιάτορα σαλπιστή,
πρίμο μελτέμι,
όργωσε τις ιδέες σου
και βάφτισέ τες σχέδιο δράσης.
Η αρχική τριμερής άρνηση
(«Ποτέ…», «Ουδέποτε…», «Ουδεπώποτε…») συντείνουν σε ένα αξιακό πλαίσιο
αυτοελέγχου και συναισθηματικής πειθαρχίας, υποδεικνύοντας ότι τα παροδικά
συναισθήματα δεν πρέπει να καθορίζουν τη λήψη αποφάσεων. Παράλληλα, η προτροπή «Μίλα με την άνοιξη» αναδεικνύει τη φύση ως φορέα
σοφίας και έμμεσης καθοδήγησης, ενισχύοντας τη διαλεκτική σχέση ανθρώπου και
φυσικού κόσμου. Η χρήση ναυτικού λεξιλογίου («τιμόνι», «κατεπάνω», «μελτέμι»)
λειτουργεί μεταφορικά, δηλώνοντας την ανάγκη αυτοκυριαρχίας και ενεργητικής
στάσης απέναντι στη ζωή, ενώ η καταληκτική εικόνα («όργωσε τις ιδέες σου / και
βάφτισέ τες σχέδιο δράσης») υπογραμμίζει τη μετάβαση από τον στοχασμό στην
πράξη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γλώσσα της Μαρίας Καλογεράτου
και ειδικότερα η χρήση σύνθετων λέξεων, τις οποίες η ποιήτρια πλάθει με
δημιουργικό τρόπο. Λέξεις όπως «γλυκοχάρακτη», «φωτοχυσία», «ανεκλάλητη»,
«φωτοπλημμυρισμένα» συνδυάζουν διαφορετικά νοήματα και δημιουργούν ζωντανές,
παραστατικές εικόνες. Μέσα από αυτές τις λεξιπλασίες, ο λόγος γίνεται πιο
εκφραστικός και αποκτά έντονη λυρικότητα, ενώ ταυτόχρονα αποδίδονται με
μεγαλύτερη ακρίβεια συναισθήματα και εμπειρίες που δύσκολα εκφράζονται με πιο συμβατικό
λεξιλόγιο. Ιδιαίτερα η επανάληψη του στοιχείου «φωτο-» δείχνει τη σημασία του
φωτός ως βασικού συμβόλου στην ποίησή της, συνδέοντάς το με την ομορφιά, τη
διαύγεια και την εσωτερική αναγέννηση.
Μέσα από τη συλλογή Καρδιακές αναρτήσεις ή
επιδαψιλεύματα πολύτιμων πόρων, η Μαρία Καλογεράτου διαμορφώνει μια
ποιητική φωνή με σαφή ταυτότητα, όπου η αισθητική συνέπεια συναντά τον
υπαρξιακό στοχασμό. Η
ποιήτρια κατορθώνει να μετασχηματίσει την αισθητηριακή εμπειρία σε υπαρξιακό
στοχασμό, αναδεικνύοντας τη φύση ως πηγή γνώσης, παρηγορίας και αναγέννησης
μέσα από την πολυεπίπεδη συνύφανση φύσης και ανθρώπου. Η λυρικότητα, η γλωσσική
ευρηματικότητα και η διακριτική φιλοσοφική διάσταση των ποιημάτων συγκροτούν
ένα ποιητικό σύμπαν που κινείται ανάμεσα στο εφήμερο και το διαρκές,
προσκαλώντας τον/την αναγνώστη/στρια σε μια ενεργή και βιωματική πρόσληψη του
κόσμου.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ

0 Σχόλια