Έμπορος κατά συνείδηση
Θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις
Συγγραφέας: Αντώνης Ε. Χαριστός
Ημερομηνία έκδοσης: 02/2025
ISBN: 978-618-87452-8-5
Σελίδες: 136
Το θεατρικό έργο του Αντώνη Ε. Χαριστού, «Έμπορος κατά
συνείδηση», δεν συνιστά μια απλή ηθογραφική αποτύπωση της ανθρώπινης
πλεονεξίας, αλλά λειτουργεί ως ένας αμείλικτος μεγεθυντικός φακός που εστιάζει
στις δομικές παθογένειες του σύγχρονου κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι. Μέσα από
μια αυστηρή δομή τριών πράξεων, η δραματουργία αποφεύγει την παγίδα του εύκολου
συναισθηματισμού, επιλέγοντας αντίθετα μια νατουραλιστική, σκληρή αποτύπωση της
ηθικής καταβαράθρωσης του σύγχρονου βίου. Η αφήγηση δεν εγκλωβίζεται στο
ατομικό δράμα των ηρώων, αλλά ανάγεται σε μια οξεία πολιτική καταγγελία
απέναντι στην υποκρισία της αστικής τάξης και την πλήρη κατάρρευση των κρατικών
θεσμών.
Στο επίκεντρο
αυτής της πολιτικής αλληγορίας βρίσκεται ο παλαιοβιβλιοπώλης Πολυχρόνης. Η
συγκεκριμένη φιγούρα ενσαρκώνει την επιτομή του υποκριτικού καθωσπρεπισμού·
πρόκειται για έναν χαρακτήρα που εργαλειοποιεί τα ιδεολογικά προκαλύμματα
αποκλειστικά προς ίδιον όφελος. Είναι άκρως ενδεικτική της πολιτικής στόχευσης
του κειμένου η επιλογή να τοποθετηθεί η έναρξη της δράσης ανήμερα της
Πρωτομαγιάς. Ενώ στο προσκήνιο, στον δημόσιο χώρο, αντηχούν τα συνθήματα των
εργατικών διεκδικήσεων, στο ημίφως του υπογείου του βιβλιοπωλείου συντελείται η
απόλυτη εργασιακή εκμετάλλευση και η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η
ψευδοεπαναστατικότητα και η δήθεν ταξική ευαισθησία του πρωταγωνιστή
αποδομούνται ταχύτατα. Στο πρόσωπό του αποκαλύπτεται η βαθιά υποκρισία των
βολεμένων της αστικής τάξης και ο ωμός κυνισμός ενός συστήματος που
οικειοποιείται τις έννοιες της αλληλεγγύης και του ουμανισμού, αποκλειστικά ως
θεωρητικά άλλοθι για τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης.
Η πολιτική
διάσταση του έργου βαθαίνει περαιτέρω με την εισαγωγή των προσώπων που
υφίστανται αυτή την εκμετάλλευση, του νεαρού Σύριου μετανάστη Αλί και της
δωδεκάχρονης, κωφάλαλης προσφυγοπούλας Καρίνας. Τα πρόσωπα αυτά δεν λειτουργούν
απλώς ως παθητικά θύματα μιας μεμονωμένης σαδιστικής συμπεριφοράς, αλλά
συμβολίζουν τους απόλυτους παρίες του δυτικού οικονομικού συστήματος. Η κριτική
εδώ στρέφεται στην επικρατούσα ρατσιστική και ταξική αντίληψη που απογυμνώνει
τον πρόσφυγα από την πολιτική και ανθρώπινη του υπόσταση, μετατρέποντάς τον σε
αναλώσιμο υλικό παραγωγής πλούτου. Η κακοποίηση της ανήλικης, η οποία
κλιμακώνεται με ανατριχιαστική μεθοδικότητα, ανάγεται τελικά σε μια στυγνή
εμπορική συναλλαγή, υπογραμμίζοντας την επικράτηση της εμπορευματοποίησης ακόμη
και επί της ίδιας της ανθρώπινης σάρκας. Η εκμετάλλευση του αδύναμου δεν
προσλαμβάνεται ως παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, αλλά ως εγγενής συνθήκη του
καπιταλιστικού εποικοδομήματος. Ο εκμεταλλευτής απενοχοποιείται μέσω της
πλήρους πραγμοποίησης του Άλλου· το θύμα στερείται την ανθρώπινη υπόστασή του
και υποβιβάζεται σε χρηστική αξία ανταλλαγής. Μέσα σε αυτή την πλήρως
εμπορευματοποιημένη κοινωνία, η βία, η σαδιστική επιβολή και η εκμετάλλευση
εκλογικεύονται ως φυσιολογική απόρροια της σχέσης ιδιοκτήτη και αντικειμένου,
λειτουργώντας ως ψυχικός μηχανισμός άμυνας που θωρακίζει τον θύτη απέναντι σε
κάθε αίσθημα ενοχής.
Ωστόσο, το πλέον
αιχμηρό σημείο της δραματουργικής κριτικής εντοπίζεται στη σαφή σκιαγράφηση της
συστημικής συνενοχής. Ο «έμπορος» δεν δρα εν κενώ, αλλά διευκολύνεται και
πλαισιώνεται από τους ίδιους τους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας. Η άμεση
συμμετοχή ενός εφοριακού και ενός αστυνομικού στα πλέον ειδεχθή εγκλήματα του
έργου, σε συνδυασμό με την ανάλγητη, γραφειοκρατική αδιαφορία των υπηρεσιών
ασύλου και πρόνοιας, μετατοπίζει οριστικά το βάρος της ευθύνης από το
αποκτηνωμένο άτομο στο ίδιο το κράτος. Οι θεσμοί, που θεωρητικά συγκροτήθηκαν
στο πλαίσιο του κοινωνικού συμβολαίου για την προάσπιση του δικαίου και την
προστασία των ευάλωτων, αποκαλύπτονται ως αναπόσπαστα γρανάζια της διαφθοράς,
συμμετέχοντας ενεργά στη βαρβαρότητα. Το θεατρικό σύμπαν καθίσταται έτσι μια
σκοτεινή μικρογραφία της κρατικής αναλγησίας, όπου ο νόμος λειτουργεί
προσχηματικά για να προστατεύει τον θύτη και να αποσιωπά τη φωνή του θύματος.
Η στοχευμένη
χωροχρονική οργάνωση του έργου έρχεται να εδραιώσει αυτή τη διαχρονική πολιτική
συνθήκη. Ο χρόνος, αν και φαινομενικά μοιάζει εγκλωβισμένος σε μια αόριστη
Πρωτομαγιά, διαστέλλεται μέσα από εύστοχες ιστορικές νύξεις, συνδέοντας το
παρόν της δράσης με κρίσιμες περιόδους ανόδου του ολοκληρωτισμού και
προσφυγικών κρίσεων του 20ού αιώνα. Ταυτόχρονα, ο χώρος αποκτά καίριες
συμβολικές διαστάσεις, λειτουργώντας ως αρχιτεκτονική προβολή της κοινωνικής
διαστρωμάτωσης και της καταπίεσης. Ο στενός, υπόγειος χώρος του
παλαιοβιβλιοπωλείου αποβάλλει την αρχική, πνευματική του ιδιότητα και
μεταλλάσσεται σε ένα ασφυκτικό πεδίο παρανομίας. Υποδηλώνει το σκοτεινό
υποσυνείδητο μιας νοσηρής κοινωνίας (τα κυνικά ένστικτα που κρύβονται κάτω από
την επιφάνεια της αστικής ευπρέπειας) και μετατρέπεται σε έναν διαχρονικό τόπο
όπου νομιμοποιείται και συγκαλύπτεται η βία του ισχυρού.
Ο «Έμπορος κατά
συνείδηση» αποτελεί ένα σκληρό τρίπρακτο έργο που στοχοποιεί τις δομικές
παθογένειες, αποκαλύπτει τη θεσμική υποκρισία και μεγεθύνει την κοινωνική σήψη,
αρνούμενο εν τέλει να προσφέρει την οποιαδήποτε ανακουφιστική κάθαρση.
Αντιθέτως, λειτουργεί ως ένα αυστηρό δοκίμιο σε θεατρική μορφή, το οποίο αφήνει
τον δέκτη αντιμέτωπο με το δυστοπικό, πλην απόλυτα ρεαλιστικό, πρόσωπο της
δυτικής κοινωνίας, απαιτώντας τον ριζικό αναστοχασμό γύρω από ένα σύστημα
εξουσίας που τρέφεται από την ανθρώπινη εξαθλίωση.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ

0 Σχόλια