Στα Υστερόγραφα
Συγγραφέας: Μάρα Ανδρέου
Ημερομηνία έκδοσης: 02/2026
ISBN: 978-618-231-315-2
Σελίδες: 80
Ημερομηνία έκδοσης: 02/2026
ISBN: 978-618-231-315-2
Σελίδες: 80
Εκδόσεις: Βακχικόν
Γράφει η Στέλλα Πετρίδου
Μια νέα ποιητική φωνή κάνει δυναμικό λογοτεχνικό ντεμπούτο στα γράμματα παρουσιάζοντάς μας πρόσφατα την πρώτη της ποιητική συλλογή. Είναι η Μάρα Ανδρέου η οποία κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2026 από τις εκδόσεις «Βακχικόν» το βιβλίο της με τίτλο «Στα Υστερόγραφα».
Βαθιά υπαρξιακή η ποίησή της, εστιάζει στον άνθρωπο και στις εσωτερικές του σκέψεις και ανησυχίες, στα βάρη που κουβαλά μέσα της η ψυχή του αδυνατώντας πολλές φορές να τα αντέξει και να τα αποδεχτεί, να τα αντιμετωπίσει έστω, ώστε να καταφέρει στο τέλος να συνυπάρξει μαζί τους ακόμα και τυπικά. Το ξέσπασμα στην περίπτωσή της είναι αναπόφευκτο, αφού το οξυγόνο της υπομονής της τελειώνει και η απελπισία της γίνεται πια κραυγή διαμαρτυρίας, μα και τάση φυγής.
Η απογύμνωση της έντασής της δε λογαριάζει κανόνες ευγένειας και άστοχες ωραιοποιήσεις. Η ωμότητα υπερχειλίζει στη γραφή της για να καθρεφτίσει αυτούσιο το τέλος της προσπάθειας, το πέρας της υπομονής, και τελικά την απόγνωση που σηματοδοτεί τη φθορά της ζωής, τη σαπίλα της και την αποδυνάμωσή της.
Η θάλασσα ως στοιχείο της φύσης και σύμβολο της ζωής παρουσιάζεται χαοτική στα ποιήματά της, άλλοτε επαναλαμβανόμενη και συνηθισμένη κι άλλοτε απρόβλεπτη, σκληρή και εκδικητική με τους επισκέπτες της. Και κάπου ανάμεσα στην εξοντωτική πάλη με το ανίκητο, το καθημερινό και τον σκληρό αγώνα επιβίωσης, μια σπίθα φωτός, ο ήλιος, σαν ελπίδα υψώνει το ανάστημά του στις λέξεις της για να αποδειχτεί σανίδα σωτηρίας για τη συνέχιση του κόσμου και της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης.
Άκρως περιγραφική η ποιήτρια, ρεαλιστική και καθόλου ρομαντική, αποτυπώνει την εικόνα γύρω της όπως ακριβώς είναι, σκοτεινή, απόκοσμη, επικίνδυνη, αποπνικτική μα καθόλα υπέροχη, ελκυστική, μυστήρια και για το λόγο αυτό ποθητή.
«Αν με ρωτούσες για παράδειγμα, πώς θα ήθελα να είναι η ζωή,
θα σου έλεγα: «Έτσι», και θα μου έλεγες πως η σκέψη είναι
ρομαντική και όχι ρεαλιστική και τότε θα σε ρωτούσα να μου εξηγήσεις τη διαφορά.» (Σελίδα 15)
Η ποιήτρια δίνει έμφαση στις αισθήσεις. Άλλωστε, οι αισθήσεις είναι αυτές που για εκείνη βοηθούν στην κατανόηση της ύπαρξης, στην απόλαυση της ουσίας ή αντίθετα στην παταγώδη αποτυχία μιας τέτοιας απόπειρας. Μέσω των αισθήσεων προκύπτουν οι στιγμές, οι όμορφες και οι άσχημες, οι εικόνες του τότε και του τώρα και κατ’ επέκταση η μνήμη ως το μοναδικό αποδεικτικό της ύπαρξης του χρόνου, που διαρκώς ρέει παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά του.
Η αξία των στιγμών γίνεται άλλο ένα αντικείμενο μελέτης και σχολιασμού για την ίδια. Καθώς συνδέει την αξία τους με την ελπίδα, αιτιολογεί τη σημαντικότητά τους ως απαραίτητο εργαλείο για τη διατήρηση αυτής σε όλο το ταξίδι της ζωής.
Η απόλυτη εξομολογητική διάθεσή της καθιστά το ύφος της γραφής της περισσότερο αυθόρμητο, περισσότερο αδέσμευτο από κανόνες και περιορισμούς, για το λόγο αυτό και πολλές φορές αιχμηρό, σκληρό, ωμό και αθυρόστομο. Δικαιολογεί, βέβαια, την εκρηκτική της παρουσία και τη θρασύτητά της αποτυπώνοντας σε λίγες λέξεις τη μαρτυρική της διαδρομή.
«Πέρασα κόλαση, για να μην τρέμω από την ανάγκη να σε καταπιώ» (Σελίδα 18)
Η ποιήτρια ανατρέχει συχνά στο παρελθόν για να ολοκληρώσει το παζλ της προσωπικής της ολότητας. Δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις ούτε καταφεύγει σε περιττά στολίσματα του εαυτού της για να κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη. Η εξομολογητική της διάθεση δεν της επιτρέπει τέτοιου είδους τεχνάσματα και υποκριτικές συμπεριφορές. Κι έτσι, συστήνει την αλήθεια της ως έχει. Αποτυπώνει την επιθυμία της για ζωή χωρίς συμβιβασμούς, μα και χωρίς επίγνωση των ορίων για την αποφυγή απωθημένων και απραγματοποίητων ονείρων.
Δεν παύει σε όλα τα ποιήματά της να παρατηρεί και να καταγράφει την καθημερινότητά της, τους δρόμους που περπατά, τα μέρη που επισκέπτεται. Επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει το τι ακριβώς κρύβεται πίσω από αυτό που κάθε φορά βλέπει. Ίσως και τίποτα, διαισθάνεται, ίσως όμως να βρίσκεται εκεί η ίδια η απόδειξη της φθαρτότητας του ανθρώπου. Η επιθυμία της, ωστόσο, εκδηλώνεται ακόμα και στα ίδια της τα όνειρα. «Να ρέω», ομολογεί, με την ευχή της να διεκδικεί το δικαίωμά της για απόλαυση της ζωής δίχως συμβιβασμούς και κανόνες, παρά τον επίπονο και κοπιαστικό αγώνα της ψυχής.
Η αναφορά της στον ήλιο γίνεται σε πολλά ποιήματά της. Η σημαντικότητά του ως απαραίτητο στοιχείο της πραγματικής ζωής είναι σπουδαία. Γι’ αυτό και πρέπει να το καρπώνεται ο άνθρωπος, σημειώνει, για να διεκδικεί μια θέση σ’ αυτήν ως πρωταγωνιστής και όχι απλά ως προσωρινός επισκέπτης. Η στέρηση του ήλιου σηματοδοτεί το τέλος της ζωής, τη δυστυχία, το σκοτάδι που επιδιώκει το ανακάτεμα της ψυχής, που πλέον αρχίζει να μαραίνεται.
Τα ποιήματά της Μάρας Ανδρέου κινούνται σε ελεύθερο στίχο και τα περισσότερα από αυτά είναι περιεκτικά και ολιγόστιχα. Κάποια, όμως, είναι περισσότερο εκτενή και κάποια άλλα κινούνται στα μονοπάτια του πεζού λόγου, για να αναπτύξουν αναλυτικά και χωρίς υπονοούμενα τα όσα η ίδια επιχειρεί να καταθέσει από ψυχής, τις εμπειρίες της δηλαδή, τους φόβους της, τις σπασμωδικές ή μελετημένες κινήσεις της, την κατάληξή της. Μοναξιά, νεκροταφείο, θάνατος, τάσης φυγής.
«Και η ζωή είναι μια αποστροφή
Και μια ελπίδα
Ή μια υπόσχεση
Αν την πιστέψεις» (Σελίδα 49)
Η ποιήτρια προχωρώντας ξεδιπλώνεται ακόμα περισσότερο αναφερόμενη, ωστόσο, στα ίδια υπαρξιακά θέματα που την απασχολούν από την πρώτη στιγμή. Εκτίθεται συνειδητά, μα όχι για να φανεί προκλητική. Από ανάγκη το κάνει, για την προσωπική της λύτρωση κι ελευθερία. Ένας χείμαρρος αλήθειας αποτελεί ο λόγος της τελικά, που δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, αλλά την ακρίβεια, την περιγραφή της ουσίας, που δεν επιτυγχάνεται με ωραιοποιήσεις παρά μόνο με ωμότητα, με ρεαλισμό και απολυτότητα. Άλλοτε αιχμηρή και άλλοτε ευαίσθητη, πάντα θαρραλέα, ειλικρινής και αληθινή, η Μάρα Ανδρέου συστήνεται στα γράμματα ως μια δημιουργός που επιδιώκει την προσοχή, μα όχι για το χειροκρότημα και την αναγνώριση, αλλά για το ταρακούνημα της σκέψης και τη συνειδητή αντίδραση.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο: εδώ

0 Σχόλια