Αθανάσιος Δαββέτας: "Τα κείμενά μου ενίοτε είναι ανοιχτά σε πολλαπλές ερμηνείες"



Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου

Ο Αθανάσιος Δαβέτας είναι ποιητής και πεζογράφος. Ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του γραφιά και όπως μας δηλώνει στη συνέντευξη που ακολουθεί, προσπαθεί να γράψει σε σωστή γλώσσα. Με αφορμή την έκδοση της συλλογής διηγημάτων του με τίτλο «Πολύ σας αγαπήσαμε», που κυκλοφόρησε την προηγούμενη χρονιά από τις εκδόσεις «Όταν», φιλοξενείται σήμερα στις Τέχνες σε μία εκ βαθέων συζήτηση. Ας δούμε τι έχει να μας πει.


Κύριε Δαββέτα, διαβάζοντας κανείς το βιογραφικό σας σημείωμα εντυπωσιάζεται αμέσως και όχι άδικα. Οι σπουδές σας, η μακρόχρονη επαγγελματική σας δραστηριότητα και εξέλιξη ως νομικός, καθώς και οι συχνές αποστολές σας στο εξωτερικό αποτελούν όνειρο ζωής για πολλούς φιλόδοξους νέους και όχι μόνο. Μέσα σε όλα αυτά συνυπάρχει και το μεγάλο ενδιαφέρον σας για τη συγγραφή, το οποίο πλέον έπειτα από τη συνταξιοδότησή σας καθίσταται πιο ευδιάκριτο και πιο έντονο, καθώς καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητάς σας. Μιλήστε μας λίγο για την ιδιότητά σας ως συγγραφέας. Ποιος είναι ο Αθανάσιος Δαββέτας που σήμερα έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε στις Τέχνες;

Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια. Δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου σαν «συγγραφέα», αλλά σαν ένα γραφιά που προσπαθεί να γράψει σε σωστή γλώσσα, η οποία να παράγει και κάποιο είδος συγκίνησης στον αναγνώστη και να κρατά τεταμένη την προσοχή του στα διηγούμενα γεγονότα, αφήνοντας σαν επίγευση και ένα χρήσιμο συμπέρασμα, όχι αναγκαστικά το ίδιο στον καθένα, δηλαδή τα κείμενά μου ενίοτε είναι ανοιχτά σε πολλαπλές ερμηνείες. – Είχα κάνει απόπειρες δημιουργικής γραφής ήδη από μαθητής ιδιωτικά χωρίς σκοπό να δημοσιεύσω κάτι. Ίσως μου έλειπε η αυτοπεποίθηση. Γύρω στα 60 χρόνια μου, ήρθα σε επαφή με συναδέλφους που γράφανε με σκοπό την δημοσίευση, εκτός από νομικά, και ποίηση συνήθως, αλλά σπανιότερα και πεζό λόγο. Σύγκρινα τα κείμενά τους με τα δικά μου και δεν βρήκα ότι υστερούσα. Κατάλαβα ότι για να γράφει κανείς δεν είναι ανάγκη να έχει γράψει εξαρχής αριστουργήματα για Νόμπελ. Έτσι αποφάσισα να προβώ σε δημοσίευση κάποιων επιλεγμένων κειμένων μου σε ένα Ανθολόγιο, που εξέδωσε το 2018 ο νεότευκτος τότε σύλλογος με την ονομασία «Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών», ( ΚΕΛΔ ). Τα κείμενά μου αυτά είχαν ευμενή υποδοχή από πολλούς συναδέλφους και δικηγόρους. Κατόπιν τούτου αποφάσισα να συνεχίσω το γράψιμο ποιημάτων και διηγημάτων με σκοπό να τα δημοσιεύσω και να αποκαταστήσω μια σύνδεση επικοινωνίας με το αναγνωστικό κοινό κυρίως των νομικών αλλά και το ευρύτερο. Από το 2018 μέχρι το 2025 συμμετείχα με κείμενά μου σε δύο ακόμα Ανθολόγια του παραπάνω συλλόγου και αναμίχθηκα και στα διοικητικά του θέματα, έχοντας αναδειχθεί διαδοχικά σε κοσμήτορα και πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου. Εξέδωσα μέχρι τώρα δύο βιβλία: α) το «Ψίθυροι από μια άλλη ζωή» από τις εκδόσεις Ελκυστής της Θεσσαλονίκης, με πεζά και ποιήματα και β) το «Πολύ σας αγαπήσαμε» από τις εκδόσεις ΟΤΑΝ της Αθήνας, με πεζά διηγήματα και ένα πεζόμορφο ποίημα. Νομίζω ότι, με δεδομένη την επαγγελματική μου ενασχόληση και τις προϋποθέσεις με τις οποίες ξεκίνησα, δεν είναι μια κακή σοδειά! Στόχος μου είναι να συνεχίσω την προσπάθεια δοκιμάζοντας αυτή τη φορά και μια νουβέλα.

Καταπιάνεστε με την πεζογραφία αλλά και με την ποίηση. Ποιες ανάγκες σας καλύπτουν αυτά τα δύο λογοτεχνικά είδη και πώς οι ανάγκες αυτές καλύπτονται μέσα από το συγγραφικό σας έργο;

Μου αρέσουν και τα δύο αυτά είδη του γραπτού λόγου. Η κύρια ανάγκη που καλύπτω και συγκεκριμένα η αποφόρτιση μιας ορισμένης σωρευμένης συγκίνησης καλύπτονται και με τα δύο είδη. Ο πεζός λόγος είναι σαν ένα αργό τρένο που σε περνάει μέσα από διάφορα τοπία. Αντίθετα η ποίηση είναι γρήγορη στη σύλληψη, αλλά σχεδόν πάντα βασανιστικά αργή στην εκτέλεση, καθώς κάθε λέξη ή φράση πρέπει να περιέχει μεγάλη συμπύκνωση.

Πέρα από την προσωπική σας εργογραφία εντοπίζουμε συμμετοχές σας και σε συλλογικά έργα του Κύκλου Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών, του οποίου είστε τακτικό μέλος και μάλιστα για αρκετά χρόνια υπήρξατε και εκλεγμένο μέλος του Δ.Σ. του συλλόγου. Πώς προέκυψε η ενεργός συμμετοχή σας σε ένα τέτοιο σημαντικό λογοτεχνικό σωματείο, δεδομένου ότι αρκετά πρόσφατα πήρατε την απόφαση να δημοσιεύσετε το προσωπικό σας έργο και να το κοινωνήσετε στο κοινό; 

Η συμμετοχή μου στον ΚΕΛΔ προέκυψε κατά τα έτη 2017 – 2018, αφενός διότι η ανάγκη μου να εκφραστώ και μάλιστα δημόσια είχε γίνει πλέον πιεστική, αφετέρου διότι βρέθηκαν τα κατάλληλα άτομα μεταξύ των συναδέλφων, που είχαν την ιδέα δημιουργίας του συλλόγου και με τα οποία κατ’ αρχάς είχα τότε καλή χημεία.

Ποιό λογοτεχνικό είδος σας ενθουσιάζει περισσότερο ως δημιουργό, η ποίηση ή η πεζογραφία;

Θα έλεγα μάλλον η πεζογραφία, χωρίς αιτιολογία.

Τι σας εμπνέει συνήθως στην καθημερινότητά σας σε τέτοιο βαθμό ώστε να ωθήσει την πένα σας στη δημιουργική γραφή;

Απλές καθημερινές ιστορίες, που πέφτουν στην αντίληψή μου, ή αναμνήσεις που ανασύρονται από τη συνείδησή μου, όταν αυτές φωτιστούν μέσα μου από ένα βαθύτερο νόημα, οι οποίες, αλλιώς, θα περνούσαν απαρατήρητες, ή θα λησμονιούνταν τελείως.


Τον Ιούνιο του 2025 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Όταν» η συλλογή διηγημάτων σας με τίτλο «Πολύ σας αγαπήσαμε». Πείτε μας δυο λόγια γι’ αυτή την έκδοση. Πόσα διηγήματα περιλαμβάνονται σ’ αυτή και ποια η θεματική τους επιγραμματικά;

Στην συλλογή μου αυτή περιλαμβάνονται επτά (7) διηγήματα και ένα πεζόμορφο ποίημα σαν κατακλείδα. Οι ήρωες των 4 διηγημάτων είναι νέοι άντρες που παλεύουν να επιβιώσουν επαγγελματικά ή να ανταπεξέλθουν στην στρατιωτική θητεία ή στις σπουδές τους, αλλά και στις περιστάσεις μιας κοινωνίας σε αναταραχή, προσπαθώντας να καταλάβουν το περιβάλλον που βρέθηκαν και να ωριμάσουν σαν άνθρωποι και σαν άντρες, οικοδομώντας την προσωπική τους ταυτότητα. Το μεγάλο διήγημα που έδωσε το τίτλο στην συλλογή, (το «Πολύ σας αγαπήσαμε»), έχει ήρωα όχι τον αφηγητή που φαίνεται να ταυτίζεται με τον συγγραφέα, αλλά ένα τρίτο πρόσωπο που ο αφηγητής είτε το παρατηρεί μέσα στη διαδρομή της ζωής εκείνου, είτε μαθαίνει για το πρόσωπό του από τις διηγήσεις μιας γυναίκας ερωτευμένης μαζί του, (της θείας του αφηγητή), δηλαδή έχουμε και μια δεύτερη αφήγηση παρεμβαλλόμενη μέσα στην κυρίως αφήγηση. Το διήγημα φιλοδοξεί να δώσει μια τοιχογραφία της μέσης Αθηναϊκής αστικής τάξης στα χρόνια της μετά τον Εμφύλιο ανάπτυξης και της μεταπολίτευσης και να περιγράψει ένα μακροχρόνιο έρωτα ανεκπλήρωτο, προσπαθώντας να τον αναλύσει. Τέλος υπάρχουν και δύο διηγήματα, (Η Παναγιά η Γάτα και η Κοντσέτα), που πραγματεύονται το ανοίκειο και το παράξενο. Το τελευταίο πεζόμορφο κείμενο, που μπορεί όμως να χαρακτηρισθεί ποίημα, είναι ένας ύμνος για την ανθρώπινη προσπάθεια επιβίωσης με όρους αξιοπρέπειας.

Οι προσωπικές σας μνήμες και εμπειρίες από τον επαγγελματικό σας βίο πόσο πολύ επηρέασαν τη σκέψη σας και το περιεχόμενο των ιστοριών σας; Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία μέσα σ’ αυτές ή έστω αναφορές που αγγίζουν κατά πολύ την αλήθεια του παρελθόντος;

Είναι φανερό νομίζω ότι η σκέψη ενός νομικού διατρέχει όλα τα κείμενα της συλλογής. Η τάση του αφηγητή να κρίνει τους χαρακτήρες δείχνει επίσης την επίδραση της επαγγελματικής ιδιότητας αυτού ως δικαστή. Μνήμες και εμπειρίες επαγγελματικές υπάρχουν κυρίως στο πρώτο διήγημα, ενώ αυτοβιογραφικά στοιχεία υπάρχουν στα κείμενα: Ένα σύντομο καλοκαίρι, Πολύ σας αγαπήσαμε και Παρά 2 χιλιοστά της σφαίρας.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για το βιβλίο σας το οποίο είναι δανεισμένο από ένα διήγημα που φιλοξενείτε στη συλλογή σας και το οποίο όπως αναφέρετε είναι προϊόν μυθοπλασίας με αληθινό όμως πυρήνα;

Γιατί νομίζω ότι το διήγημα αυτό ξεχωρίζει από όλα τα άλλα και σφραγίζει τη συλλογή με μια ταυτότητα. Εξάλλου μου αρέσει πολύ η έκφραση «Πολύ σας αγαπήσαμε», όταν τη δούμε μεταφορικά απέναντι σε ένα σύνολο προσώπων και γεγονότων, ακόμα και μη ευχάριστων αλλά πάντως καθοριστικών.


Με ποιο κριτήριο επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα διηγήματα που φιλοξενούνται στο βιβλίο σας; Τι το κοινό τα συνδέει ώστε να συνυπάρχουν αρμονικά σ’ αυτό χωρίς τη διάθεση του ενός να υπερτερεί του άλλου;

Δεν επιλέχθηκαν από ένα ευρύτερο σύνολο διηγημάτων, αλλά βγήκαν από τη γραφίδα μου με ακανόνιστη σειρά και ανταποκρίνονταν στην ψυχολογική διάθεση που είχα το χρονικό διάστημα που τα έγραψα αμέσως μετά την αφυπηρέτηση και συνταξιοδότησή μου.

Πόσος χρόνος απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της συγγραφής αυτού του βιβλίου και πώς αισθανθήκατε όταν τελικά καταφέρατε να το τελειώσετε και πλέον να το κρατάτε στα χέρια σας;

Τα διηγήματα αυτά άρχισαν να γράφονται στις 3/7/2024 και ολοκληρώθηκαν στις 3/5/2025, δηλαδή απαιτήθηκε χρόνος 10 μηνών. Το αίσθημα που είχα όταν τελείωσα ήταν κυρίως ανακούφιση.

Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από τη νέα σας συνεργασία με τις εκδόσεις «Όταν»;

Θα έλεγα ότι ήταν μια τυπική συνεργασία. Δεν μου χαρίστηκε κάτι, ούτε είχα και κάποια ιδιαίτερη ενθάρρυνση ή μεταχείριση, αλλά ούτε και ζήτησα κάτι τέτοιο.

Συγγραφικά ετοιμάζετε κάτι άλλο αυτή την περίοδο; Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον; Είναι κάτι ανακοινώσιμο;

Έχω σχέδια για μια νουβέλα και 2 διηγήματα, αλλά θα αργήσει η ολοκλήρωσή τους.

Πείτε μας μια ευχή σας που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε.

Να παραμείνω υγιής, πνευματικά διαυγής και δημιουργικός.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας, όποιο εσείς επιλέξετε.

Ευχαρίστως σας παραθέτω το παρακάτω από το διήγημα «Η Παναγία η Γάτα»:

«Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας ήταν σκληρός. Μέσα Δεκέμβρη οι τροφές στο σπίτι της Φρόσως είχαν σωθεί, και οι πηγές τους σπάνιζαν, ενώ δουλειές δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα. Παραμονή Χριστουγέννων η γιαγιά καθόταν στο κατώφλι της συλλογισμένη για την ανέχεια που τους βρήκε και δάκρυζε βουβά. Τότε ξεπρόβαλε μαγικά από το πουθενά η γάτα η Ρίτσα και άρχισε να στριφογυρίζει στα πόδια της διασκεδαστικά μέχρι που η Φρόσω γέλασε με την καρδιά της.

Ανήμερα των Χριστουγέννων το πρωί ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα και ένα σιγανό νιαούρισμα. Η γιαγιά άνοιξε γεμάτη περιέργεια την εξώθυρα και είδε στο κατώφλι της ένα πνιγμένο κουνέλι ζεστό ακόμα, ενώ σε απόσταση λίγων μέτρων στεκόταν η γάτα και την κοίταζε. Όταν η γιαγιά πήρε το κουνέλι και γύρισε προς το εσωτερικό της κατοικίας της, τότε μόνο αποφάσισε να απομακρυνθεί και η Ρίτσα. Το μεσημέρι η γιαγιά ετοίμασε ένα εορταστικό στιφάδο με κουνέλι και τα παιδιά ξετρελάθηκαν.

Μέχρι την Πρωτοχρονιά η γάτα είχε φέρει - πάντα νωρίς το πρωί – άλλα δύο κουνελάκια. Τα εγγονάκια ρωτούσαν που βρίσκει η γιαγιά τα κουνέλια που τους μαγειρεύει, αφού στην αγορά δεν κατέβαινε. Εκείνη τους είπε πως τα έφερνε η Παναγία για να μην πεινάσουν μιας και ήταν οι μέρες που γέννησε και η ίδια. Τους ζήτησε μάλιστα να προσευχηθούν για να την ευχαριστήσουν.

Περίεργη η Φρόσω για τα καμώματα της γάτας, ένα πρωινό πριν τα Φώτα αποφάσισε να την παρακολουθήσει από μακριά και την είδε που χώθηκε στο κτήμα ενός πλούσιου γείτονα. Αυτός εξέτρεφε πολλά ζώα για το κρέας ή το γάλα τους. Είχε πολλά πρόβατα και χοιρινά καθώς και κότες και ένα κονικλοτροφείο με δεκάδες κουνέλια, στην βορειοδυτική γωνιά της μάντρας του, περιφραγμένο με κοτετσόσυρμα. Μετά από λίγο η γριά είδε τη γάτα να πηδάει από τη μάντρα κρατώντας στο στόμα της ένα πνιγμένο κουνελάκι και να τρέχει γρήγορα στη φωλιά της, όπου είχε γεννήσει πριν τρεις μήνες δυο πανέμορφα λευκά κατσούλια συνεχώς πεινασμένα. Το μυστήριο λοιπόν λύθηκε αλλά η λύση του έπρεπε να κρατηθεί κρυφή, πράγμα που δεν έγινε τελικά δυνατό.»

Κύριε Δαββέτα σας ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης. Εύχομαι από καρδιάς να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σας και φυσικά καλοδιάβαστο. Με το καλό και σε πολλά επόμενα!


Βιογραφικό

Ο Αθανάσιος Δαββέτας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έγινε πτυχιούχος το 1980. Μετά τη θητεία του στο στρατό (1980-1981), διορίσθηκε δικηγόρος (1982). Αργότερα πέρασε με επιτυχία στις εξετάσεις υποψηφίων δικαστικών λειτουργών και διορίσθηκε δικαστής των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων (1984). Σταδιοδρόμησε κυρίως στην Αθήνα και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Προέδρου Εφετών. Έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από βρετανικό πανεπιστήμιο στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο (LLM) το 2002. Για αρκετά χρόνια συμμετείχε σε αποστολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην έδρα της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες, όπου εργάσθηκε σε επιτροπές για την εκπόνηση Κοινοτικών Οδηγιών σε θέματα αστικού δικαίου. Μιλάει άνετα αγγλικά και μέσου επιπέδου ισπανικά. Αναδείχθηκε αναπληρωτής προϊστάμενος του Εφετείου Αθηνών το 2022 και είναι συνταξιούχος από τον Ιούλιο του 2024. Γράφει ιδιωτικά, από το 1982, ποιήματα και διηγήματα. Δραστηριοποιήθηκε από το 2017 στο πλαίσιο του συλλόγου «Κύκλος Ελλήνων Λογοτεχνών Δικαστών» – (ΚΕΛΔ), για την καλλιέργεια της λογοτεχνίας στον χώρο των δικαστικών λειτουργών. Διετέλεσε κατ’ αρχάς κοσμήτορας και ακολούθως πρόεδρος του Δ.Σ. του συλλόγου. Κατέστησε δημόσια γνωστά τα λογοτεχνικά του πονήματα με συμμετοχές του, αφενός, σε εκδηλώσεις του ΚΕΛΔ και, αφετέρου, σε δύο ανθολόγια, που εκδόθηκαν μέχρι σήμερα από τον ίδιο σύλλογο. Το 2022 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ελκυστής το βιβλίο του «Ψίθυροι από μια άλλη ζωή», με διηγήματα, ποιήματα και ένα δοκίμιο και το 2025 από τις εκδόσεις Όταν, η συλλογή διηγημάτων του «Πολύ σας αγαπήσαμε». Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στον νομικό επιστημονικό Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό.
Είναι έγγαμος και έχει μια κόρη που είναι δικηγόρος.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια